Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΡΑΣ 45άρι + κασέτα

Στη γνωστή πλέον σειρά 45αριών του Δημήτρη Καρρά (με τα ασπρόμαυρα εξώφυλλα του Κώστα Παντούλα) και με την σύμπραξη του Studio Pazl, του Music Corner και της B-otherSide Records προστίθεται ένα ακόμη νούμερο, το πέμπτο, που περιλαμβάνει δύο ερωτικά τραγούδια σε μουσικές και στίχους του Καρρά, τα οποία αποδίδονται από τον τραγουδοποιό και την Αρετή Κετιμέ (η main side «Έλα στην θέση μου») και από τον Λάμπη Ξυλούρη (η flip side «Τα κάτεργα»).
Το πρώτο τραγούδι ξεκινά κάπως σαν μπαλάντα, μ’ ένα… όσο πατάει η γάτα ραπάρισμα από τον Καρρά, πριν «απαντήσει» η Κετιμέ στο ρεφρέν, ανεβάζοντας τα… εντεχνολαϊκά vibes. Απλό και κατανοητό τραγούδι, «μαλαμικών» αναφορών, με προσεγμένη ενορχήστρωση (κλασική & ακουστική κιθάρα, κοντραμπάσο, βιολί, σαντούρι, κρουστά). Το δεύτερο κομμάτι είναι γραμμένο στο κρητικό ιδίωμα – και ίσως γι’ αυτό επιλέχθηκε ως ερμηνευτής ο Λάμπης Ξυλούρης. Η «πέτρινη» φωνή τού τραγουδιστή μοιάζει ιδανική… και σε συνδυασμό με τη μελωδική γραμμή και βεβαίως με την ενορχήστρωση (λύρα ο Μάνος Πυροβολάκης, λαούτο ο Νίκος Γύρας) συντείνει σ’ ένα ωραίο αποτέλεσμα. Τριακόσια αντίτυπα συνολικώς και με προτεινόμενη τιμή αγοράς από 10 ευρώ και κάτω…
Και από τα 300 αντίτυπα περνάμε στα 50… Τόσες κασέτες (γιατί όχι;) αντέγραψε ο Καρράς, παρουσιάζοντας τη νέα ολοκληρωμένη δουλειά του, που έχει τίτλο «Μαμούθ/ 16 τραγούδια στον πάγο». Σημειώνει ο ίδιος (στην κασέτα): «Τραγούδια παλαιολιθικής εποχής και πρωτόγονης καταγραφής. Ακατέργαστα χωρίς ωραιοποίηση, χωρίς διάθεση κολακείας για ‘καθώς πρέπει’ αυτιά. Τραγουδάκια που τα φάλτσα λόγια τους πάλεψαν με τους σκοπούς για να βγουν από τον πάγο. Μάταια…». Θα πω πως ούτε τα τραγούδια είναι… παλαιολιθικής εποχής, ούτε… έχουν πρωτόγονη καταγραφή. Πρόκειται για μπαλάντες, ενοργανωμένες για κιθάρα, με σύγχρονη θεματολογία και ηχογραφημένες πολύ καλά… ίσως λίγο «χαμηλά», αλλά πολύ καλά (όσον αφορά στο πως φθάνουν οι μουσικές και τα λόγια στ’ αυτιά μου). Το ύφος φέρνει στον νου τις ακουστικές φάσεις, ώρες κ.λπ. του Παύλου Παυλίδη, και το γεγονός πως ο Καρράς συντάσσει ένα τέτοιο υλικό (16 τραγούδια είναι αυτά) μεταφέροντας στ’ αυτιά μας αυτόν τον χαμένο, γενικώς, ήχο της μπαλάντας, είναι κάτι που θα πρέπει να το σημειώσουμε.
Έχω γράψει κι άλλες φορές, και από παλαιά, πως η… μη δύναμη ενός τραγουδιού πολλές φορές κρύβεται πίσω από τα στούντιο-κόλπα και τις πλουμιστές ενορχηστρώσεις. Αντιθέτως, τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί, όταν βγαίνεις μπροστά με μια φωνή και μια κιθάρα. Απαιτείται, όμως, να έχεις και υλικό, για να τραγουδήσεις έτσι «γυμνός» – καθότι σε κάθε άλλη περίπτωση εκτίθεσαι (με την κακή έννοια). Ο Καρράς, στο «Μαμούθ» μπορεί κι αυτός να εκτίθεται, αλλά μόνο με την καλή έννοια! Τα τραγούδια του έχουν αρχή, μέση και τέλος, εμφανίζουν μιαν ευαισθησία που δεν είναι καθημερινή, ξέρουν να παίζουν με τη γλύκα, τη νοσταλγία και την αναπόληση των «χαμένων» χρόνων, είναι εύστροφα, ενώ σε δυο-τρεις περιπτώσεις κατορθώνουν όχι απλώς να δημιουργήσουν την έκπληξη, αλλά και να σηκωθούν πολύ ψηλά. Στην πρώτη γραμμή δηλαδή των ελληνικών τραγουδιών (με ελληνικό στίχο), που άκουσα τη φετινή χρονιά. Στα «Λάμα μαχαιριού», «Λερωμένα παπούτσια» και «Ζέτα» αναφέρομαι… και μακάρι να μπορούσα να σας πω πού μπορείτε άμεσα να τ’ ακούσετε, ώστε να συμφωνήσετε (ή να διαφωνήσετε) μαζί μου…

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

JAZZWERKSTATT WIEN NEW ENSEMBLE νευρικές όψεις

Το “Sympathikus – Parasympathikus” [JazzWerkstatt, 2014] είναι ένα άλμπουμ improv καταστάσεων με concept εντελώς παράξενο. Πριν όμως απ’ αυτό…
Οι Jazzwerkstatt Wien New Ensemble (JWNE) του τρομπονίστα Daniel Riegler σχηματίστηκαν το 2009, δείχνοντας από την αρχή ποιος θα είναι ο χώρος κίνησής τους (ένας συνδυασμός σύγχρονης κλασικής, jazz και ηλεκτρονικών). Σεξτέτο στην παρούσα φάση (Agnes Heginger φωνή, Sixtus Preiss ηλεκτρονικά, κρουστά, Daniel Riegler τρομπόνι, συνθέσεις, Peter Rom κιθάρες, Clemens Salesny σοπράνο, κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο, Bernd Satzinger κοντραμπάσο), οι JWNE αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας ένα παράτολμο σχέδιο. Να ηχοποιήσουν το ανθρώπινο νευρικό σύστημα, και πιο συγκεκριμένα το συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα. Έτσι, χωρίζουν το άλμπουμ τους σε δύο μέρη (με έξι tracks ανά μέρος) τα οποία υποτίθεται πως απεικονίζουν αντίστοιχες… νευρικές όψεις. Ακολουθώντας την φυσιολογία τού εκάστοτε συστήματος (το συμπαθητικό είναι το πιο δραστικό, ας το πω έτσι, ενώ το παρασυμπαθητικό εκείνο που λειτουργεί σαν… συσσωρευτής ενέργειας), οι JWNE δείχνει να αντιλαμβάνονται το πρώτο ως έναν εκρηκτικό συνδυασμό απροσάρμοστων (scat στην νιοστή) φωνητικών –δύσκολο να κατανοήσεις τον τρόπο μέσω του οποίου φωνασκεί η Heginger–, θορυβωδών προσαρμογών, ακανόνιστων ρυθμικών εξάρσεων και αβαντ-γκαρντίστικων… ροκοειδών ηλεκτρονικών (“Fush”), ενώ το δεύτερο σαν κάτι που… σέρνεται στο χρόνο, χαμηλής γενικώς έντασης, αλλά με σαφή εσωτερική δύναμη. O συνδυασμός των δύο μερών δίνει μια συνολική εικόνα του αυστριακού γκρουπ, που συνθέτει και ηχογραφεί για να εκπλήξει.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

JOHNNY ZORBAS ένας ελληνοαμερικανός σαξοφωνίστας

Για τον John ή Johnny Zorbas και για κάποιες περιπέτειές του στην Ελλάδα μού έχουν μιλήσει οι παλαιότεροι... Από ’κείνους, μάλιστα, θεωρείται «κομμάτι» της ελληνικής τζαζ, παρότι ο Zorbas ούτε είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, ούτε είχε μεγαλώσει καλλιτεχνικώς στη χώρα μας. Επειδή, όμως, έτυχε να ζήσει (και να παίξει) πολλά χρόνια εδώ, αφήνοντας το δικό του στίγμα, ok...
Βιογραφικά στοιχεία του… κυκλοφορούν ελάχιστα στο internet, με τα πιο πειστικά να εντοπίζονται στο… μακάβριο site find a grave – εκεί που οι Αμερικανοί μπορούν να αναζητήσουν τον τάφο κάποιου προγόνου, γνωστού τους κ.λπ. Από ’κει λοιπόν μαθαίνουμε πως ο John Zorbas είχε γεννηθεί στην Duluth της Minnesota το 1930 (έντεκα χρόνια αργότερα στην ίδια πόλη θα γεννιόταν ο Bob Dylan), πως τελείωσε το Central High School το 1948, πως πολέμησε στην Κορέα, και πως ξεκίνησε να παίζει τενόρο σαξόφωνο, κατ’ αρχάς, στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μαθαίνουμε επίσης, πάντα από το ίδιο site, πως γύρισε, παίζοντας, όλη την Αμερική και πως επισκεπτόταν σε τακτά διαστήματα και την Ελλάδα, στην οποίαν έμεινε συνολικώς δώδεκα χρόνια. Επίσης ότι έπαιξε «ζωντανά» σ’ ένα τζαζ κλαμπ κοντά στον… Παρθενώνα, πως εμφανίστηκε στο Hilton με τον «ιδιωτικό» πιανίστα του βασιλιά Farouk, αλλά και με την ορχήστρα του Μίμη Πλέσσα, πως ηχογράφησε με την Νάνα Μούσχουρη και πως συνέπραξε, για κάποιο διάστημα, με τον σημαντικό πιανίστα του bebop Dodo Marmarosa. Τέλος, πως πέθανε στην πόλη που γεννήθηκε τον Μάιο του 2010, στα 80 χρόνια του.
Ο συνδετικός κρίκος του Johnny Zorbas με την Ελλάδα ήταν ο Μίμης Πλέσσας. Οι δύο μουσικοί είχαν γνωριστεί στην Duluth, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, κατά την διάρκεια της αμερικανικής περιπέτειας του έλληνα συνθέτη και πιανίστα, με τον Zorbas να επισκέπτεται έκτοτε τακτικά τη χώρα μας. Ήδη από τον Ιούνιο του ’62 χρονολογείται μία από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη αναφορά του ονόματός του σε ελληνικό έντυπο. Γράφει ο Παντελής Παντελούρης στο πρώτο τεύχος του δίγλωσσου περιοδικού Εμείς/Unsere Welt τής Γερμανικής Σχολής Αθηνών: «(…) Μάλιστα, οι Έλληνες μπορούμε να αισθανόμαστε υπερήφανοι επειδή έχουμε να επιδείξουμε και κάποιους καλούς μουσικούς στο είδος (σ.σ. της jazz) όπως τον σαξοφωνίστα John Zorbas…(…)».
Μετά τα μέσα του ’70 ο Johnny Zorbas είναι από τους τακτικούς θαμώνες του Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου, στην Πλάκα. Γράφει ο Σάκης Παπαδημητρίου στο πρώτο τεύχος του περιοδικού ΤΖΑΖ (Δεκέμβριος 1977): «Το μοναδικό τζαζ κλαμπ είναι του Γιώργου Μπαράκου στην πλατεία Ραγκαβά, στην Πλάκα. Ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1975 με προγράμματα δίσκων, αλλά αργότερα εμφανίστηκαν ελληνικά και ξένα γκρουπ ή ανάμικτα. Στο 1977 το τζαζ κλαμπ λειτούργησε ασταμάτητα με δύο ή τρεις μέρες τη βδομάδα ζωντανό πρόγραμμα. Σ’ αυτό το διάστημα δημιουργήθηκε ένας πυρήνας δικών μας μουσικών που μπορεί να συνοδέψει και να συνεργαστεί με ξένους σολίστ. Ο Τζόννυ Λαμπίτσι κιθάρα, ο Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, ο Γιώργος Τρανταλίδης ντραμς. Άλλοι βασικοί της χρονιάς υπήρξαν ο Τζόννυ Ζορμπάς στο τενόρο σαξόφωνο και ο Τόνυ Μπράουν ή ο Χάρολντ Μπρέιβυ στα ντραμς».
Στο Τζαζ Κλαμπ, από αριστερά: Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, Tony Brown ντραμς, Johnny Zorbas τενόρο σαξόφωνο, Béla Lakatos πιάνο, Johnny Lambizzi κιθάρα
Μάλιστα από εκείνη την εποχή, στο ίδιο τεύχος του ΤΖΑΖ, υπάρχει και μια πολύ ωραία φωτογραφία (είναι αυτή που βλέπετε πιο πάνω), η μοναδική που έχω δει με τον Johnny Zorbas στην Ελλάδα…
Ο φάκελος για τον ελληνοαμερικανό σαξοφωνίστα παραμένει ανοιχτός. Και για μένα και για οποιονδήποτε άλλον αναγνώστη, που μπορεί να γνωρίζει κάτι και επιθυμεί να το προσθέσει…

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ «Η» περίπτωση

Χαίρομαι, προσωπικώς, γιατί ένας από τους αγαπημένους μου συνθέτες των early eighties, ο Γιώργος Θεοδωράκης (γιός του Μίκη Θεοδωράκη), επανεμφανίζεται στη δισκογραφία μέσω ενός άλμπουμ, που περιλαμβάνει κυρίως ανέκδοτα tracks – από τα 16 θέματα του double LP “The Rules of the Game, Original Studio Recordings (1978-1996)” [Into the Light, 2014] τα 11 είναι ανέκδοτα. Επίσης τα 12 από τα 16 tracks προέρχονται από την δεκαετία του ’80, δύο είναι γραμμένα την διετία 1978-79 και δύο αφορούν στα nineties (τη διετία 1995-96). Άρα, το να γράψει κάποιος πως το “The Rules of the Game” περιλαμβάνει, κυρίως, υλικό του Γιώργου Θεοδωράκη από τα eighties δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Εξάλλου στην δεκαετία του ’80 ανήκουν οι τρεις από τους τέσσερις ολοκληρωμένους δίσκους τού συνθέτη. Και αναφέρομαι στα LP «Νικοτίνη αρ. 5,6 & 9» [Toxotis L.P. GR. 101, 1981], «Σήμα» [MINOS MSM 500, 1983] και «Μάργκω» [Ιουλιανός, ΜΤΙ 006, 1988].
Ο Γιώργος Θεοδωράκης μπορεί να έγινε γνωστός το 1979, όταν έγραψε μουσική για την ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου Ο Ασυμβίβαστος (με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και την Βέρα Κρούσκα), είχε όμως προηγούμενη θητεία στις ορχήστρες του πατέρα του, ήδη από τον «Μουσικό Αύγουστο» του 1977, αφού είχε διευθύνει και ενορχηστρώσει τα τραγούδια από το έργο «Ο Ήλιος και ο Χρόνος» και μάλιστα προς… pop κατευθύνσεις (όπως αναφέρει και η Gail Holst στο γνωστό βιβλίο της για τον Μίκη Θεοδωράκη, για το οποίον έχω γράψει παλαιότερα).
Επηρεασμένος από τα μεγάλα γκρουπ τού art rock (τους Pink Floyd των 70s, τους Genesis…), τους τραγουδοποιούς της εποχής του (Cat Stevens…) και βεβαίως τις ελληνικές μουσικές και τις μουσικές του πατέρα του, ο Γιώργος Θεοδωράκης δίνει από πολύ νωρίς στίγμα. Το στίγμα ενός ανθρώπου εξοικειωμένου, κατ’ αρχάς, με την τεχνολογία των synthesizers και από ’κει και πέρα με την δημιουργική χρήση τους. Το 1996 στο βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» είχα δύο πρώτα λόγια για τις «Νικοτίνες» του. Με αντιγράφω: «Η δεύτερη εμφάνιση του Γιώργου Θεοδωράκη στη δισκογραφία είχε τίτλο ‘Νικοτίνη αρ. 5,6 & 9’. Ορχηστρική κατά βάση δουλειά, δίνει την ευκαιρία στο συνθέτη να πειραματιστεί με τους συνθετητές αλλά και με φυσικά όργανα (πιάνο, κρουστά, κιθάρα), τα οποία χειρίζεται ο ίδιος και ο Δημήτρης Παπαγγελίδης. Άξια προσοχής προσπάθεια, η οποία όμως δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος στη δισκογραφική αγορά». (Εννοούσα πως έβλεπες ντάνες από απούλητες «Νικοτίνες» στην Ομόνοια, στα μέσα των 90s, με τιμές 2-3 κατοστάρικα, ενώ, σήμερα στο discogs, μια μέτρια κόπια πουλιέται 35 ευρώ και μια καλή αγγίζει τα 70. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα…). Τώρα, στη συλλογή τής Into the Light, έχει καταβληθεί προσπάθεια ώστε να φιλοτεχνηθεί ένα συνολικό πορτρέτο του… ηλεκτρονικού Γιώργου Θεοδωράκη, και αυτή η προσπάθεια είναι απολύτως επιτυχημένη. Ισχύει, δηλαδή, εκείνο που έγραψα τις προάλλες και για το άλμπουμ του Βαγγέλη Κατσούλη στο ίδιο label. Πως το 2LP, στην περίπτωσή μας, λειτουργεί, λόγω της αισθητικής ενότητας και της παράλληλης ηχητικής ποιότητας που το διατρέχει, ως ένα ολοκληρωμένο και αυτοδύναμο έργο. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με ανεμομαζώματα-διαβολοσκορπίσματα, αφού όλα τα tracks είναι με τέτοιον τρόπο τοποθετημένα ώστε να εμφανίζουν μιαν ενότητα.
Να σημειώσω κατ’ αρχάς πως θεωρώ το LP του Γιώργου Θεοδωράκη «Σήμα», ως ένα από τα σημαντικότερα, «κρυφά», των eighties. Τον δίσκο τον είχα αγοράσει με το που βγήκε, το 1983, ακούγοντάς τον δεκάδες φορές εκείνη την περίοδο. Ένα συναρπαστικό, δημιουργικό κολάζ φωνών, field recordings και βεβαίως μουσικών (ηλεκτρονικών και συμβατικών), που κατέληγε σ’ ένα από τα ωραιότερα ελληνόφωνα electro-pop της εποχής, τις «Φυλακές ανηλίκων» (ή «Φ.Α.») σε στίχους Μιχάλη Μαρματάκη (θα το συνέκρινα, ας πούμε, μόνο με δυο-τρία tracks των Χωρίς Περιδέραιο ή με τα καλύτερα της Λένας Πλάτωνος). Το ίδιο κομμάτι ο Θεοδωράκης το ηχογράφησε και στην «Μάργκω» του 1988, αλλά η εκτέλεση του «σήματος» δεν παίζεται. Χαίρομαι λοιπόν γιατί το «Φ.Α.» υπάρχει κι εδώ (είναι το τελευταίο track του 2LP), μεταφέροντας έτσι, μαζί με τα «Δρόμοι του γάλακτος» και «Μόνικο», το πνεύμα του «Σήματος» στις μέρες μας. Πέραν, λοιπόν, αυτών των τριών tracks, στο “Into the Light” ακούγονται και δύο κομμάτια από την «Μάργκω» του 1988. Είναι το εισαγωγικό «Τους κανόνες, το παιχνίδι» και το “Stou”. Με κρουστά Yamaha, ένα DX 7 κι ένα μπάσο Steinberger, ο Θεοδωράκης και οι συνεργάτες του (Νίκος Αντύπας, Σπύρος Νίτης, Νίκος Βαρδής) φτιάχνουν έναν «στρογγυλό» electro ήχο, που θα μπορούσε να θέλξει ακόμη και σήμερα. Εκεί όμως που αξίζει να σταθούμε περισσότερο είναι στα ανέκδοτα tracks, που αποτελούν, βεβαίως, και την πιο μεγάλη έκπληξη.  
Μένω λοιπόν στο “Genesis” (που με παρέπεμψε στις καλύτερες στιγμές των ELO), στην ατμοσφαιρική «Νικοτίνη 2», στο “The Lottery” (από σειρά της ΕΡΤ του ’84, κομμάτι με ελληνικά στοιχεία και με κάτι από… Μίκη), στο “Getaway” (με ήχο à la Tangerine Dream), στο “Ιn conclusion” (δεν ξέρω αν μόνον εγώ ανακαλύπτω, εδώ, κάτι από Mike Oldfield), στο “Relax 1” (που μου δημιούργησε αίσθηση soundtrack), στο “So many flowers” με τα προχωρημένα για την (ελληνική) electro-pop φωνητικά του, στο έξοχο “Escape” (με late 70s ήχο κάπου ανάμεσα σε Tangerine Dream και Michael Hoenig) και τέλος το “The rain” (που κινείται στα όρια της EDM).
Το “The Rules of the Game” ήρθε για να επιβεβαιώσει εκείνο που πάντα πίστευα για τον Γιώργο Θεοδωράκη. Ένας σημαντικός, αλλά κάπως «κλειστός» δημιουργός (εννοώ πως δεν φρόντισε ο ίδιος, μέσα στα χρόνια, να κάνει γνωστότερο το έργο του), που τοποθετείται, επάξια, στην πρώτη γραμμή της ελληνικής ηλεκτρονικής σκηνής, τα τελευταία 35 χρόνια.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

THE MARK LOMAX TRIO Ίσιδα και Όσιρις

Μπορεί να πέρασαν τέσσερα χρόνια από την εποχή του “The State of Black America” [Inarhyme] των Mark Lomax Trio, έχω όμως ακόμη ζωντανό στη μνήμη μου το μέγεθος εκείνης της εγγραφής, την αξία και τη σημασία της – με λόγια απλά ένα από τα κορυφαία jazz άλμπουμ της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα. Έτσι, και παρότι έχει μεσολαβήσει κάποιο σεβαστό διάστημα από τότε, εξακολουθώ να βρίσκω λογική την κατακλείδα της παλαιάς ανάρτησης, πως… σε τριάντα χρόνια, δηλαδή (σήμερα σε είκοσι έξι…) τέτοια άλμπουμ θα αναζητά η Soul Jazz, για την περιγραφή τού jazz underground της εποχής μας.
Μπορεί, πια, ο συγκεκριμένος όρος, το “jazz underground” εννοώ, να έχει βαρύνει περισσότερο προς την αισθητική και λιγότερο προς την κοινωνική πλευρά του, παρά ταύτα η ουσία παραμένει. Το Mark Lomax Trio είναι ένα σπουδαίο συγκρότημα που κρατά από την μήτρα της πιο «μαύρης» jazz του ’60 (John Coltrane, Pharoah Sanders, Archie Shepp, Max Roach κ.λπ.) με το Isis & Osiris[Inarhyme, 2014] να βάζει, αυτομάτως, υποψηφιότητα για ένα από τα σημαντικότερα τζαζ άλμπουμ της χρονιάς. Δεν είναι αυτό το σημαντικότερο, αλλά εκείνο που ακούμε…
Αν στο “The State of Black America” το πνεύμα και η ηθική του ’60 περνούσαν μέσα από ήχους blues, jazz, spirituals και gospel, όπως και από τα διαβάσματα τα σχετικά με τον χαρακτήρα της διαχρονικής «μαύρης συνείδησης», στο “Isis & Osiris” η ουσία δεν αλλάζει. Απλώς συνδέεται με τον πάλαι ποτέ αφροκεντρισμό που διαπέρασε την jazz την ίδιαν εποχή, παρέχοντας το έναυσμα για μία σύγχρονη εκδοχή του. Έτσι κάπως οι τρεις μουσικοί, ο ντράμερ Mark Lomax, ο τενορίστας Edwin Bayard και ο κοντραμπασίστας Dean Hulett ξεκινούν να διαμορφώνουν ένα υλικό στηριγμένο σε κλασικές/ιστορικές συνταγές προσαρμοσμένες, όμως, στις σύγχρονες ηχογραφικές απαιτήσεις.
Το εισαγωγικό κομμάτι “Kemet” διαρκεί έντεκα λεπτά και είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια του άλμπουμ. Το συγκρότημα από την αρχή θέλει να δηλώσει ήχο και ταυτότητα και το πράττει τούτο μέσω μιας ρυθμολογίας που παραπέμπει (αν δεν είναι) σε νουβίτικο σκοπό. Υποβλητική εισαγωγή από τα ντραμς του Lomax, εντυπωσιακή παρέμβαση από τον Hulett σε κοντραμπάσο με δοξάρι και βαθύ/φανταχτερό σόλο από τον Bayard στο τενόρο, σ’ ένα track που σε παρασύρει σε τύπου… Tauhid καταστάσεις. Το ιντερλούδιο σε σόλο μπάσο προετοιμάζει το “Isis”, ένα 8λεπτο απίθανο κομμάτι εντελώς ταξιδευτικής αφήγησης, που σε στέλνει σε άλλους κόσμους. Ο Lomax κάνει φοβερή δουλειά στα ντραμς, τόσο με τις πολυρυθμικές πρακτικές του, όσο και με το γενικότερο feeling, βάθος κτλ. που σκορπίζει στην εγγραφή και σε συνδυασμό με το δημιουργικό ρόλο τού μπάσου οριοθετεί ένα περιβάλλον που ζέει,  πάνω στο οποίο θα έρθει να ακουμπήσει, γαλήνιο, το σαξόφωνο. Το επόμενο δίλεπτο διάλλειμα αφορά στα κρουστά, τα οποία εισαγάγουν το επίσης 8λεπτο “Osiris”. Κλασικός ήχος spiritual jazz με ανεπανάληπτα κρουστά breaks και τενόρο που τρυπάει την ψυχή. Σκέτο χάσιμο. Το επόμενο «διάλλειμα» ολοκληρώνεται σε 40 δευτερόλεπτα προετοιμάζοντας το “Chaos”. Σόλο σε υπερηχητική ταχύτητα από το τενόρο που αλωνίζει, με συνεχή υποστήριξη του ρυθμικού τμήματος, που δουλεύει σε κατάσταση παροξυσμού. Χωρίς διάλλειμα αυτή τη φορά περνάμε στην «Αγάπη», ένα 4λεπτο «κολτρεϊνικό» track με μελωδία (στο τενόρο) από… κάποιου παπά ευαγγέλιο (δεν μπορεί…), πριν την ολοκλήρωση του άλμπουμ με την «Ανάσταση», ένα έντονο track που κινείται σε καθαρές bluesy φόρμες και με το τενόρο να παίζει soli σαν σε κατάσταση πανικού.
Το “Isis & Osiris” του Mark Lomax Trio είναι ένα σπάνιας πληρότητας jazz CD. Το καλύτερο που άκουσα την τρέχουσα χρονιά, ασυζητητί.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΟΓΝΩΣΗ hardcore προγεννήτορες

Οι Απόγνωση ήταν ένα ελληνικό punk συγκρότημα που έδρασε την περίοδο 1984-1987, δίχως να καταφέρει (τότε) να αφήσει κάτι στο βινύλιο (κάποια τραγούδια τους μόνο είχαν μοιραστεί σε δυο κασέτες). Έτσι τριάντα χρόνια μετά και μέσα στο γενικότερο ξανακοίταγμα των eighties, ένα long play τους, το «Δυο Λεπτά Πριν» [Scarecrow/ B-otherSide/ Stand Against Vivisection, 2014], με δεκαπέντε συνολικώς τραγούδια τους (που πρόλαβε κιόλας να κάνει δύο κοπές – η πρώτη σε 323 αντίτυπα και η δεύτερη σε 157, όπως διάβασα στο discogs), έρχεται να μας (ξανα)γνωρίσει αυτήν την μπάντα, που συμπορεύτηκε με την punk ομήγυρη (Γενιά του Χάους, Αδιέξοδο, ANTI..., Ex Humans κ.λπ.), συμμετέχοντας στις καταστάσεις και τα γεγονότα της εποχής. Η έκδοση περιλαμβάνει, επίσης, τετρασέλιδο ένθετο με στίχους και πληροφορίες (στην ελληνική και την αγγλική) καθώς και φωτογραφίες από live του γκρουπ στο Αγρίνιο, τα Μέγαρα και τα Προπύλαια. Ακόμη, τα δεκαπέντε τραγούδια των Απόγνωση είναι παρμένα από τρεις διαφορετικές sessions – δύο στουντιακές και μία live στο Αγρίνιο, άπασες από το 1985. Οι δύο στουντιακές καταλαμβάνουν την πρώτη πλευρά, ενώ η live την δεύτερη (ακούγονται «ζωντανά» έξι από τα τραγούδια της πρώτης πλευράς). Πάμε, τώρα, και στα πιο μέσα…
Η μπάντα ανήκει στην πλέον σκληροπυρηνική κατηγορία του ελληνικού mid-eighties punk (και υπό αυτήν την έννοια οι Απόγνωση είναι ένα συγκρότημα «τομή» για τον χώρο). Το δικό τους hardcore, που δεν έχει να κάνει μόνο με τις μουσικές, αλλά και με τους στίχους, είναι τόσο και τέτοιο, που ξεχειλίζει από κάθε πλαστικό αυλάκι. Στοιχειώδης οργανική συνοδεία, στίχοι οι οποίοι λόγω της ταχύτητας που τραγουδιούνται (ιδίως στα live) δεν γίνονται συχνά αντιληπτοί στην ολότητά τους, θεματολογία που αγγίζει ακραίες αναρχoπάνκ αντιλήψεις. Υπάρχουν βεβαίως τραγούδια με σωστά κοινωνικά μηνύματα, όπως π.χ. το «Ναρκωτικά» («έμποροι του θανάτου παντού σε κυνηγάνε/ το σώμα σου ναρκωτικά γεμίζουν, οι ενέσεις στα όνειρα σε πάνε/ τα προβλήματά σου όμως δεν τα λύνουν»…) και άλλα που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική, όπως το «Ελλάδα» ας πούμε που είναι πνιγμένο στην ιδεοληπτική ξηρασία και τον αρνητισμό («κάψε την γαλανόλευκη σημαία... ξέχνα την υπηκοότητά σου, πέτα την ταυτότητα σου…  κόψε τα δεσμά με την μητέρα Ελλάδα… γαμημένη Ελλάδα»). Μέσα απ’ αυτές τις αντιθέσεις, θα πω εγώ, το συγκρότημα θα επιβιώσει για μερικά χρόνια, πριν κάποια από τα μέλη του αποφασίσουν ν’ αλλάξουν γραμμή, υπηρετώντας από άλλα μετερίζια. Ο τραγουδιστής Γιάννης (Γιάννης Βελής) και ο ντράμερ Τάκης (Τάκης Κούλης) θα ιδρύσουν τους πολύ καλούς Make Believe, τραγούδι(α) των οποίων ακούστηκαν μέχρι και στο MTV(!), ενώ ο μπασίστας Βαγγέλης (Βαγγέλης Φιλαΐτης) θα συνεχίσει στην hardcore διαδρομή, δημιουργώντας στην πορεία τους Αγανακτισμένους Πολίτες, τους Ναυτία φυσικά, για να περάσει κάποια στιγμή και από τους Εκτός Ελέγχου (όπως διαβάζω στο ένθετο).
Η υπενθύμιση λοιπόν της ύπαρξης (και) του συγκεκριμένου γκρουπ έχει (και αυτή) τη σημασία της.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

«Ποτέ δεν σε ξεχνώ», ένα... έκτακτο κείμενο

Πριν δυόμισι χρόνια είχα γράψει στο Δισκορυχείον μία ιστορία για ένα αγαπημένο κομμάτι από τα seventies, το “El Bimbo”. Τις τελευταίες ημέρες διαπίστωσα πως εκείνη η παλαιά ανάρτηση παρουσίασε (και παρουσιάζει) μιαν αυξημένη επισκεψιμότητα, πράγμα που, ομολογώ, με παραξένεψε λιγάκι. Τι είχε συμβεί; Δεν άργησα να ανακαλύψω το λόγο, ανοίγοντας ένα βράδυ την τηλεόραση. Το “El Βimbo”, που το γνωρίσαμε στη δεκαετία του ’70 στην Ελλάδα από τον Γιάννη Πάριο ως «Ποτέ δεν σε ξεχνώ» (στίχοι Πυθαγόρας), ακουγόταν (με… προσαρμοσμένα λόγια) στην τελευταία διαφήμιση του Jumbo. Την είδα μέσα σ’ ένα τέταρτο 2-3 φορές…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/52259

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ κείμενα-μεταφράσεις

Πριν μερικές ημέρες έφυγε από τη ζωή (πρέπει να ήταν γύρω στα 68) μία «μορφή» της εγχώριας μουσικής δημοσιογραφίας, ο Κώστας Θεοφιλόπουλος.
Παρένθεση. Έχω την πληροφορία από δύο διαφορετικές μεριές και μπορώ να πω πως την αναμεταδίδω με βεβαιότητα. Παρά ταύτα αν δεν είναι έτσι, αν έχω υποπέσει σ’ ένα τόσο ολέθριο και βαρύτατο λάθος, είμαι εδώ, εκτίθεμαι, και φυσικά είμαι έτοιμος να υποστώ τις οποιεσδήποτε ηθικές ή νομικές συνέπειες. Το λέω, επειδή δεν έχω προσωπική-προσωπική γνώση του γεγονότος, ούτε κατέστη δυνατόν να βρω μια σχετική ανακοίνωση στα μέσα και τον Τύπο. Τούτο, το τελευταίο, θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο, αν όχι απίθανο. Τέλος, υπάρχουν άνθρωποι που με διαβάζουν και που μπορεί να γνωρίζουν τα σχετικά ή να μπορεί να μάθουν – ένας είναι ο Μανώλης Νταλούκας. Θα παρακαλούσα, λοιπόν, επωνύμως πάντα, μα εντελώς επωνύμως, όσοι μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την είδηση, να το πράξουν. Για την είδηση ή την μη είδηση, όχι για μένα. Κλείνει η παρένθεση.
Περιοδικό Κούρος, Μάης 1971
Αν και ο όρος «μουσική δημοσιογραφία» περιορίζει αρκετά τα ενδιαφέροντα του Κώστα Θεοφιλόπουλου, έτσι όπως εκείνα καταγράφηκαν στα λιγοστά μάλλον κείμενά του, στην δεκαετία του ’70 (κυρίως), προτάσσω την συγκεκριμένη δραστηριότητα, επειδή ήταν από ’κείνες, τις λίγες, που διαμόρφωσαν τη σχέση μου με τη μουσική, και με την γραφή γύρω από τη μουσική, από πολύ νωρίς – από τα πρώτα χρόνια του ’80 όταν έπεσαν, δηλαδή, στα χέρια μου για πρώτη φορά ένα-δυο τεύχη του περιοδικού ΤΖΑΖ, εντός των οποίων έλαμπαν τα δικά του κείμενα.
Η γραφή του Κώστα Θεοφιλόπουλου ήταν μεστή, «βαριά» και απαιτητική. Προϋπέθετε και απαιτούσε την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη, και κυρίως την απαλλαγή του από διάφορες χίμαιρες, που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται, στο χώρο του rock, στην Ελλάδα του δεύτερου μισού των seventies. O λόγος του σφιχτός και με στόχευση, έβαζε διάφορα πράγματα στη θέση τους. Θυμάμαι π.χ. την κριτική του για τις… ροκ εκπομπές του Τρίτου Προγράμματος (αρχές του ’79) και θα ήθελα για αρχή να μεταφέρω ένα πρώτο απόσπασμα. Έγραφε ο Θεοφιλόπουλος (περιοδικό ΤΖΑΖ, τεύχος 6, Μάρτιος 1979):
«Από τα τέλη Δεκεμβρίου (σ.σ. του 1978) εορταστικά(;) το Τρίτο Πρόγραμμα έχει αρχίσει σποραδική αναμετάδοση εκπομπών ροκ-εν-ρολ. Φαίνεται ότι τελικά η ορμητικότητα της μουσικής μπόρεσε να ξεπεράσει τους ‘ιδεολογικούς φραγμούς’ και τα οικονομικά εμπόδια που προφασίζονταν οι διάφοροι υπεύθυνοι προγραμματισμού εδώ και ενάμισι χρόνο. Η προσωπική εμπειρία που είχα –σε δύο ξεχωριστές φάσεις– σχετικά με τη δημιουργία μιας τακτικής εκπομπής ροκ-εν-ρολ μού άφησε ουσιαστικές αμφιβολίες τόσο για τις πολυδιαφημισμένες ποιοτικές απαιτήσεις του διευθυντή του προγράμματος κ. Μ. Χατζιδάκι όσο και για τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι στενοί του συνεργάτες την προβληματική παρουσία του ροκ-εν-ρολ μέσα στο ακαδημαϊκά φορμαλιστικό σχήμα του Τρίτου. Γι’ αυτό και απέφυγα, εσκεμμένα, να παρακολουθήσω τις πρώτες εκπομπές ροκ-εν-ρολ που παρουσιάστηκαν στο διάστημα ενός μήνα (με θέματα αρκετά δύσκολα, όπως το ‘Amazing grace’ της Aretha Franklin, το ‘Blonde on Blonde’ του Bob Dylan, τους Beatles κ.ά.). Όμως στις 2 Φεβρουαρίου 1979 υπέκυψα στον πειρασμό και παρακολούθησα ένα αφιέρωμα στον Elvis Presley από τον κ. Δ. Δανίκα, κριτικό κινηματογράφου στο Ριζοσπάστη, που κράτησε 90 λεπτά. Όταν τελείωσε κατάλαβα πως κάποιος μόλις είχε κατατσαλαπατήσει τα μπλε καστόρινα παπούτσια μου. Τα εισαγωγικά σχόλια του κ. Δανίκα –σε τόνο έκθεσης ιδεών– άρχιζαν με τη συνθηματική αποκάλυψη ότι ο Elvis Presley δεν ήταν μόνο ‘αγοραίος’ (που στην ηθικοπλαστική γλώσσα της ψευτο-ιντελιγκέντσιας σημαίνει ‘κακός’), αλλά και κάτι άλλο. Για μια στιγμή αυτό το κάτι άλλο μού φάνηκε να μένει μετέωρο. Και βέβαια… μια και περίμενε τη σειρά του. Γιατί σε λίγο ακούστηκε η έκφραση-θεσμός ‘η γενιά μας’ (ποια γενιά μας ακριβώς; – ή αυτό είναι άλλο θέμα;). Μετά το δεύτερο αυτό σύνθημα κοινότητας και συνενοχής το ‘κάτι άλλο’ μπόρεσε να προσδιοριστεί: ο Elvis είναι μια μεταφορά της Αμερικής. Θαυμάσια. Μόνο που η άσκηση λύθηκε με τη βοήθεια τυφλοσούρτη και συγκεκριμένα την ανάγνωση ενός αρκετά μεγάλου κομματιού από την ‘Πρισλειάδα’ του Greil Marcus. Δυστυχώς όμως για τον κ. Δανίκα το κείμενο του Marcus δεν έχει γραφτεί για να χρησιμοποιείται σα τυφλοσούρτης. Ζητάει πολλά: κατα-νόηση και συμμετοχή». Τα ενδιαφέροντα είναι από εδώ και κάτω (με τις ανακρίβειες του Δανίκα να σπάνε κόκκαλα), αλλά δεν είναι της στιγμής…
Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος πρέπει να δημοσίευσε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κούρος (τεύχος 2, Μάης 1971). Εκεί υπάρχει και το μοναδικό βιογραφικό του που γνωρίζω, συνταγμένο, μάλλον, από τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Αντιγράφω:
«KOSTAS THEOPHILOPOULOS. 25 ετών. Κοντός. Άνεργος. Αρίστευσε στο Κολλέγιο Αθηνών (αρρένων), αλλά εγκατέλειψε την τελευταία στιγμή τις σπουδές του στο Παρίσι. (ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ). Με σκοτεινό παρελθόν και σκοτεινότερο ή φωτεινότερο μέλλον; Ο ΧΡΟΝΟΣ θα το δείξει. Κοιτάει συνεχώς το ΡΟΛΟΪ του. Μέχρι πριν από λίγο είχε να κάτση ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ στην ίδια θέση. Γράφει πάντοτε στα αγγλικά. HEY BABE!... DON’T YOU DO IT SO FAST-DON’T YOU WANT IT SO LAST. Πίσω από μια αντιπαθητική εμφάνιση κρύβεται μια χρυσή καρδιά». Ακολουθεί ένα σύντομο κείμενο του Θεοφιλόπουλου, στην αγγλική. Η περιγραφή μιας κατάστασης… χημικής υπερέντασης.
Σ’ ένα επόμενο τεύχος του Κούρου (#12, Νοέμβρης 1972), ο Θεοφιλόπουλος μεταφράζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο The Marihuana Papers/ Edited by David Solomon [New American Library, 1966] με κείμενα των Timothy Leary, Charles Baudelaire, Paul Bowles, Allen Ginsberg, Terry Southern, William S. Burroughs και άλλων. Το απόσπασμα έχει τίτλο Points of distinction between sedative and consciousness-expading drugs (δηλ. Σημεία διακρίσεως μεταξύ κατασταλτικών και φαρμάκων διευρύνσεως του πεδίου συνειδήσεως) και ανήκει στον William Burroughs. Το κείμενο είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο γιατί δεν τσουβαλιάζει όλα τα drugs μαζί, αλλά και γιατί δίνει μία πολύ σοβαρή επεξήγηση του τι σημαίνει ψυχεδελική τέχνη. Στη μουσική, στο σινεμά, στη λογοτεχνία παντού. (Για περισσότερες λεπτομέρειες εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/02/william-s-burroughs-70s.html).
Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος συμμετέχει με κείμενό του στο ένατο τεύχος του περιοδικού Σήμα (αφιέρωμα Η ΣΚΗΝΗ), που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του ’75. Το ανάγνωσμα είχε τίτλο «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας» και ήταν γραμμένο από τους Κώστα Θεοφιλόπουλο, Νώντα Βασιλάκο και Νίκο Μανουσάκη (στο Σήμα τα ονόματα των άλλων δύο έχουν μπερδευτεί αφού αναφέρονται ως… Νίκος Βασιλάκος και Νώντας Μανουσάκης – εξακριβωμένο αυτό από δυο-τρεις διαφορετικές πηγές). Πρόκειται για ένα κείμενο επηρεασμένο σ’ ένα μέρος του από την λογοτεχνία του Burroughs, ενώ σ’ ένα άλλο μοιάζει να έχει περισσότερο… πρακτικό χαρακτήρα. Ιδίως στην περίπτωση της εξιστόρησης τού… Έπους του Βόλου (ένα ντοκουμέντο της ελληνικής drug culture των seventies), της περιπέτειας δηλαδή μιας παρέας Αθηναίων να προμηθευτεί ναρκωτικά (βασικά το διεγερτικό Ritalin) από βολιώτικα φαρμακεία στις αρχές του ’73 και όλων εκείνων, τέλος πάντων, που θα ακολουθούσαν…
Τον Δεκέμβριο του 1977 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΤΖΑΖ. Από το τεύχος 3 (Ιούνιος ’78) ο Θεοφιλόπουλος «πιάνει δουλειά» όπως λέμε, ξεκινώντας μία σειρά κειμένων, που δεν άπτονταν, στενά, της jazz, κοιτάζοντας βασικά προς τη μεριά του rock. Επρόκειτο, απλώς, για τα σοβαρότερα, έως τότε, κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στον τόπο μας από έλληνα γραφιά γύρω από την pop, το rock και τα λοιπά… Ο τίτλος του πρώτου εκείνου κειμένου ήταν… Τα Ονόματα: Ποπ και Ροκ, και η αρχή του ήταν έτσι:
«Το 1956 ο Elvis Presley με μια σύνθεση του Otis Blackwell που ονομάζεται Dont be cruel καταφέρνει να χτυπήσει συγχρόνως το πρώτο νούμερο και στα τρία είδη τσαρτς που υπάρχουν – ένα για το κάντρυ, ένα για το ρυδμ εντ μπλουζ και ένα για το ποπ. Η σημασία αυτού του γεγονότος είναι κεντρική. Ένα συγκεκριμένο τραγούδι παρουσιάζεται σαν η κοινή βάση για τρία διαφορετικά μουσικά ιδιώματα που, ως τότε τουλάχιστον, είχαν το καθένα ένα ξεχωριστό κοινό. Αυτό το ενιαίο κοινό που δημιουργείται παίρνει την απόφαση να αγνοήσει τους διαχωρισμούς του παρελθόντος. Γι’ αυτό, μπορούμε να υποθέσουμε ότι από το 1959 και ύστερα, βαθμιαία, η λέξη ποπ και η λέξη ροκ χρησιμοποιούνται αδιάφορα, σα να καλύπτουν την ίδια αισθητική πραγματικότητα. Συχνά, όταν κάποιος μιλάει για ποπ, κάποιος άλλος καταλαβαίνει ότι αναφέρεται σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει ροκ, και αντίστροφα. Ποπ και ροκ παρουσιάζονται σαν αυτόματα συνώνυμα. Όμως αυτή η αυτοματισμένη συνωνυμία αφήνει μια πικρή γεύση στον μελετητή. Σκοπός μου σ’ αυτό το κείμενο είναι να δείξω τους λόγους που την προκαλούν.(…)».
Θα ακολουθούσαν άλλα κείμενα στα επόμενα τεύχη (άρθρα, μεταφράσεις και κριτικές βιβλίων) γύρω από τις early days του rock, της συσχέτισής του με το blues κ.λπ., με κορυφαίο όλων… To Τελευταίο Βαλς: Το Φορτίο και η Λύτρωση (ΤΖΑΖ #6, Μάρτιος 1979). Πρόκειται για μία διεισδυτική ανάλυση της συναυλίας των Band (The Last Waltz), του άλμπουμ που προέκυψε από ’κει και της ταινίας του Martin Scorsese – ένα κείμενο που διαβάζεται και σήμερα με το ίδιο ή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Σ’ ένα Ιδεοδρόμιο της εποχής (#31, 2/7/1979) ο Λεωνίδας Χρηστάκης γράφει για την Μαρία Μήτσορα. Σε κάποιο σημείο διαβάζουμε: «Από το 1971 την έχω συναντήσει 17 φορές στο δρόμο, πάντα συνοδευόμενη από τον Κώστα Θεοφιλόπουλο, που κι εκείνος είχε συνεργαστεί στον Κούρο με μια μετάφραση σχετική με τα ναρκωτικά του Ουίλλιαμ Μπάρροουζ (σήμερα είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού ΤΖΑΖ)…». Το πρώτο βιβλίο της Μήτσορα Άννα Να Ένα Άλλο [Άκμων, Αθήνα 10/1978] είναι αφιερωμένο στον Κώστα Θεοφιλόπουλο.
Τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είναι μία καλή εποχή για τον Θεοφιλόπουλο. Γράφει και μεταφράζει για το ΤΖΑΖ, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο, είναι ανακατεμένος στο Αμφί (όπως και η Μήτσορα εξάλλου), ετοιμάζει τον πρόλογο για το βιβλίο Έλβις: Πρισλειάδα [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, Αθήνα 1978] του Γκρέιλ Μάρκους (ένα κεφάλαιο του Mystery Train), ενώ δίνει κι ένα ωραίο κείμενο στο τραμ (#9, Μάης 1978) υπό τον τίτλο «Τσογλαναρία: Μια καινούρια τρυφερότητα». Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, τα χώνει στον Νίκο Παπαδάκι, εκδότη του περιοδικού Σήμα, γιατί αναδημοσίευσε αποσπασματικά το κείμενό του «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας» από το τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 1975) στο τεύχος 18 (Ιούλιος-Αύγουστος 1977). Γράφει χαρακτηριστικώς:
«Προχθές την Τετάρτη όμως ήμουνα συγχυσμένος. Σκεφτόμουνα αυτόν τον βλάκα τον Δασκαλάκο βλαχο-αιγαιοπελαγίτη, αβανγκαρντίστα της πιο σίγουρης αξίας που μεταξύ Ύδρας και Πανελληνίου Εκθέσεως τη βγαίνει και ως εκδότης Καλλιτεχνικού –καλλιτεχνικού με κεφαλαίο– περιοδικού. Τέχνη όχι αστεία, πολύ ψηλή στάθμη και αξιοπρέπεια, για πολύ λίγους, ας είναι και αγράμματοι. Και τώρα όμως δεν πάνε να κάνουνε ό,τι θέλουν. Τι με νοιάζει εμένα. Αλλά με νοιάζει γιατί ο χαζολεβέντης πήρε ένα κείμενό μου που με το ζόρι είχε δημοσιεύσει πριν δύο χρόνια και με το έτσι θέλω όταν είδε ότι τον βόλευε το ’κοψε, κράτησε μόνο τα αξιοπρεπή κομμάτια και το ξαναπέταξε σε μια άθλια επανέκδοση. Έτσι και να μπορούσα να βούταγα κανένα τούβλο και να του κατέβαζα τη βιτρίνα του παλιομάγαζου-καλλιτεχνικού κέντρου απ’ όπου καθησυχάζει και αυτοναρκώνεται μέσα στη σοβαροφανή ρουτίνα της Ποιότητας και του Εγκύρου».
Μία από τις τελευταίες «έντυπες» παρουσίες του Θεοφιλόπουλου, που μου έρχεται τώρα στο νου, είναι η μετάφρασή του (μαζί με τον Νίκο Σαββάτη) του βιβλίου του τρομπετίστα της jazz-avant Leo Smith Σημειώσεις για τη φύση της μουσικής [Περιοδικό ΤΖΑΖ/ Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1982]. Μετά, από ’κει και πέρα εννοώ, τον έχασα. Δεν θυμάμαι, δηλαδή, να διάβασα κάτι δικό του, αν και δεν το αποκλείω εντελώς… Μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει και κάτι άλλο, που να μην μου έρχεται τώρα στον νου ή να μην το γνωρίζω…
Μέσα στα χρόνια προσπάθησα να εντοπίσω τον Κώστα Θεοφιλόπουλο και να συζητήσω μαζί του. Δεν έγινε κατορθωτό, όχι γιατί δεν μπόρεσα να τον βρω, αλλά επειδή σεβάστηκα, εν τέλει, το γεγονός της απόσυρσής του από τον δημόσιο γραπτό λόγο και δεν ήθελα να επιχειρήσω να «σπάσω» εκείνη την απόφασή του. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω.
Α, και κάτι ακόμη, που παρ’ ολίγο να το ξεχάσω. Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, μαζί με τον Δημήτρη Πουλικάκο και τον Τάσο Φαληρέα, έγραψε τους στίχους στο τραγούδι του Εξαδάκτυλου «Τα παιδιά ειν’ εντάξει» το 1971. Το όνομά του είναι τυπωμένο στην ετικέτα του μικρού δίσκου…

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

LEON OF ATHENS του κόσμου όλου

Τέσσερα χρόνια μετά το “Futrueo León, ή Leon of Athens όπως σήμερα αποκαλείται, επανέρχεται στη δισκογραφία μ’ ένα δεύτερο άλμπουμ. Το Global κυκλοφόρησε πρώτα σε CD την προηγούμενη άνοιξη (mimosas dream records), για να τυπωθεί το καλοκαίρι και σε βινύλιο από την Inner Ear. Δέκα κομμάτια, σχεδόν όλα συνθέσεις του Λέοντα Βερέμη, και πάμε να πούμε λίγα λόγια…
Ένα αρχικό, που φαίνεται με την πρώτη κιόλας ακρόαση του “Global” και ξεχωρίζει όπως και να το κάνουμε, είναι η παραγωγή… τού Σκωτσέζου Tony Doogan (Mogwai, Belle & Sebastian κ.λπ.). Το pop επικάλυμμα δεν είναι προφανές. Έχει γίνει με οίστρο και γνώση, καθότι εδώ μπορεί να έχουμε μεν ένα πρωτογενές pop υλικό (βγάζει μάτι δηλαδή από τις μελωδίες και τους στίχους πως είναι τέτοιο), αλλά από την άλλη υπάρχουν κι ένα κάρο όργανα (ukulele, κιθάρες, κι άλλες κιθάρες, σύνθια, κι άλλα σύνθια, μπάσο, ντραμς, βιολί, πιάνο, τρομπόνι, τρομπέτα…), που θα πρέπει να τοποθετηθούν στα σωστά σημεία, ώστε το συνολικό «πράγμα» να δείξει. Και δείχνει. «Ζεστή» και προικισμένη παραγωγή, χωρίς ακρότητες, και με κατεύθυνση προς το… μεδούλι των τραγουδιών.
Η αλήθεια είναι πως ο Leon of Athens γράφει ενδιαφέροντα κομμάτια – και από πλευράς στίχων και μουσικώς. Τα (αγγλικά) λόγια του είναι απλά, αλλά ουσιαστικά, περικλείοντας κάτι από την αφέλεια (όταν…) των sixties, μεταφέροντας το «χρώμα» και την «ελπίδα» προς πάσα δυνατή κατεύθυνση. Ναι, είναι… ηλιόλουστη η pop του Leon, ακόμη και όταν είναι… συννεφιασμένη, χωρίς να είναι χαζοχαρούμενη. Έχει «αξίες» δηλαδή, οι οποίες προβάλλονται με τον πρέποντα τρόπο. Για παράδειγμα από την side A το κάπως πιο ήπιο-ακουστικό “Lifeline” είναι χάρμα, αλλά και το αμέσως επόμενο “Apartment” που κλείνει την πλευρά, παρ’ όλη την πυκνότητα που εμφανίζει στη διαδρομή (συν τα γυναικεία φωνητικά και τις πολλαπλές κιθάρες), ολοκληρώνεται μέσα σ’ ένα χαλαρό και νηφάλιο κλίμα. Από την δεύτερη πλευρά θα ξεχώριζα την μπαλάντα “Leaving home”, που συνδυάζει τον αέρα μιας σύγχρονης παραγωγής με το… χώμα της ψαγμένης pop των sixties (πολύ ωραία η μελωδία όπως και η ερμηνεία του Leon – πιθανώς το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ).
Μία γενική παρατήρηση (μετά από τις πρέπουσες επαναλήψεις). Ακούγοντας, ξανά και ξανά, τα τραγούδια του Leon μού δημιουργήθηκε στο τέλος η εντύπωση πως, ίσως, θα τους ταίριαζε περισσότερο ο ακουστικός, ή έστω ο… ημι-ακουστικός ήχος. Εξάλλου, τα περισσότερα κινούνται σε αργά και μεσαία tempi, κάτι που ευνοεί τις πιο νηφάλιες ενορχηστρωτικές γραμμές. Δεν υποδεικνύω τίποτα ούτε στον Leon, ούτε στον Doogan… Απλώς σκέφτομαι, φωναχτά, το καλύτερο…
Επαφή: www.inner-ear.gr

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

EXOTICA MUSIC

Αδιαφιλονίκητη σταθερά στη μουσική κάλυψη και ψυχαγωγία, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’50 και μετά, αποτελεί η «εύκολη μουσική» – το λεγόμενο easy listening. Έτσι, και παρόλο τον βομβαρδισμό καινούριων και παλαιότερων όρων που έρχονται και επανέρχονται στο προσκήνιο (exotica, elevator music, muzak, lounge, chill-out, μουσική για σουπερμάρκετ, downtempo, smooth κ.λπ.), η ουσία, γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί η συγκεκριμένη ηχητική επένδυση, δεν αλλάζει. Μία παράλληλη και… ανεπαίσθητη συντροφιά, πίσω από την οποία κρύβονταν, ορισμένες φορές, και πολιτικά παιγνίδια... Κυρίαρχη συνιστώσα του easy listening αποτελεί, από τα fifties ήδη, η αμερικανική exotica…
Η exotica ήταν ένα «εύκολο άκουσμα», με κάποιες κοινωνικοπολιτικές άκρες, αφού πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα ήταν εκείνα που, κυρίως, την επέβαλαν. Έτσι, οι αμερικανικές πυρηνικές δοκιμές στην ατόλη Bikini του βορείου Ειρηνικού ανάμεσα στα χρόνια 1946-1958, ο πόλεμος στην Κορέα (1950-1953) και, πίσω απ’ αυτά, τα προγράμματα της Muzak Holdings Corporation, που σχετίζονταν με την αναπτυσσόμενη πολεμική και στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ ήταν ένα πρώτο βάθρο πάνω στο οποίο πάτησε η μουσική exotica – με το όλον «κλίμα» να φουσκώνει και μέσα από την λαϊκή τέχνη της εποχής (θέατρο, κινηματογράφος, λογοτεχνία), καθώς η επίδρασή της στις μάζες υπήρξε, και εδώ, καταλυτική. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το βιβλίο «Tales of the South Pacific» (1947) του James A. Michener που έγινε αρχικά μιούζικαλ στο Broadway το 1949 από τους Richard Rodgers και Oscar Hammerstein II («South Pacific») και στη συνέχεια ταινία από τον Joshua Logan, στην μεγάλη ακμή, πια, της exotica το 1958. Ακόμη και ο Elvis Presley έπαιξε το ρόλο του στην ανάδειξη της «εξωτικής» κουλτούρας των fifties με τις επισκέψεις, τις συναυλίες και τις ταινίες του στη Χαβάη (από τον Νοέμβριο του ’57 και μετά), που έρχονταν σε συγχρονισμό με την ανάδειξη της νησιωτικής Πολιτείας ως πεντηκοστής των ΗΠΑ, τον Αύγουστο του 1959. Επίσης, ένας εκ των υστέρων αδιάψευστος μάρτυρας τού τι ακριβώς παιζόταν μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές των ΗΠΑ είναι τα εξώφυλλα των σχετικών άλμπουμ, στα οποία είναι ολοφάνερο το «άγχος» των Αμερικανών να δώσουν μιαν ειδυλλιακή εικόνα του κόσμου (εκείνου του… Pacific κόσμου), πίσω από τον οποίον διεξάγονταν, συχνά, βρώμικα παιγνίδια. Η exotica, δηλαδή, ερχόταν να καλύψει πολιτικές επιλογές και αποφάσεις που σχετίζονταν με την εδαφική και θαλάσσια κυριαρχία στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην ακμή του «ψυχρού πολέμου». Τρεις ήταν οι (βασικοί) μαέστροι πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η αμερικανική exotica στη δεκαετία του ’50. Τα ονόματά τους: Les Baxter, Martin Denny και Arthur Lyman…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/52196