Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΓΟΠΟΥΛΟΣ «έφυγε» μια ανθρώπινη πολιτική μορφή μέσα στο βούρκο των ημερών

Πέθανε την Παρασκευή το βράδυ ο Νίκος Καργόπουλος (1948-2014), ιδρυτικό στέλεχος του ΑΣΚΕ (Αγωνιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας) και πιο πριν μέλος του ΠΑΣΟΚ. Σπάνια περίπτωση συνεπούς αριστερού ιδεολόγου (με αντιχουντική δράση και μεταπολιτευτική αγωνιστικότητα), ο Καργόπουλος εμφορείτο από τις δημοκρατικές σοσιαλιστικές ιδέες και κυρίως από εκείνη της αυτοδιαχείρισης – κύριο εργαλείο στην προσπάθεια ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Μεταφέρω αυτολεξεί τη χθεσινή ανακοίνωση του κόμματός του πριν συνεχίσω:
«Ο σύντροφός μας, ο φίλος μας και πρωτεργάτης του Αγωνιστικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας Νίκος Καργόπουλος έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η ζωή του ήταν συνυφασμένη με τον ασυμβίβαστο αγώνα για μια Ελλάδα ελεύθερη, εθνικά ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη με ήθος, αξιοπρέπεια, ανιδιοτέλεια και ανθρωπιά, χαρίσματα αναγνωρισμένα απ’ όλους όσους τον γνώρισαν. Ο Νίκος είναι παράδειγμα για τους επόμενους που θα συνεχίσουν ν’ αγωνίζονται για τα ίδια ιδανικά, γι’ αυτό θα είναι πάντα δίπλα μας. Καλό ταξίδι σύντροφε και φίλε μας».
Για κάποιους από εμάς, που μεγαλώναμε (και ιδεολογικοπολιτικά) στα πρώτα χρόνια του ’80, που δεν μας ενδιέφερε να ενταχθούμε στην ΚΝΕ ή τον Ρήγα, και που αντιμετωπίζαμε το ΠΑΣΟΚ ως ένα πείραμα προς μια κάποια σοσιαλιστική μετάβαση (έτσι μας έλεγαν) η παρουσία και ο ρόλος του Καργόπουλου, όσον αφορά στη γενικότερη συγκρότησή μας, υπήρξε καθοριστικός. Όλα περιστράφηκαν γύρω από την περίφημη εισήγησή του, την αποκαλούμενη και «αντιεισήγηση Καργόπουλου», που παρουσιάστηκε στην Κεντρική Επιτροπή τού (τότε) κυβερνώντος κόμματος, το καλοκαίρι του ’83 (30-31/7). Ο Νίκος Καργόπουλος δεν ήταν κάποιο τυχαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, αλλά ο γραμματέας της παντοδύναμης Επιτροπής Οργανωτικού (ήταν υψηλά ιστάμενος δηλαδή). Οι παρατηρήσεις και οι διαπιστώσεις του στην «αντιεισήγηση», μέρος της οποίας είχε δημοσιευτεί εκείνη την εποχή στο περιοδικό Σχολιαστής, έφεραν πολλούς από εμάς «στα ίσια μας», δείχνοντάς μας, από τότε, πως το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά ένα ακόμη «πρόσωπο» στη διαχείριση της εξουσίας, ένας μηχανισμός που βρισκόταν στον αντίποδα όλων εκείνων που είχε αφεθεί να εννοηθούν στην προ του ’81 περίοδο. Έλεγε ο Καργόπουλος (Σχολιαστής, #6, 9/1983):
«Οι 18 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ μας έχουν γεμίσει βαθιά λύπη και ανησυχία. Είχαμε με πάθος πιστέψει ότι με τις εκλογές της 18.10.1981 θα μπαίναμε στον τρίτο δρόμο για το σοσιαλισμό, για μια κοινωνία που θα ’βρισκαν εφαρμογή οι ιδέες της αυτοδιαχείρησης. Προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν στην πρώτη κρίσιμη φάση να γίνουν εκείνες οι θεσμικές και δομικές αλλαγές που θα προσδιόριζαν τα επόμενα βήματα και άλματα, με το λαό πρωταγωνιστή.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντίθετα , αφού στάθηκε για ένα χρόνο περίπου αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έκανε σαφές στη συνέχεια ότι ακολουθεί το δρόμο της ενσωμάτωσης στο σύστημα. Έτσι μπήκε στο δρόμο χωρίς γυρισμό που ακολούθησαν όλες οι ‘σοσιαλιστικές’ κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης. Δρόμο, όπου οι συμβιβασμοί θα γίνονται περισσότεροι και σοβαρότεροι με αναπόφευκτη συνέπεια και την αποδυνάμωση της ίδιας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η κομματική οργάνωση είναι υποβαθμισμένη. Το λαϊκό κίνημα βρίσκεται στη μεγαλύτερη από το ’74 ύφεσή του και ούτε είναι διατεθειμένο, ούτε μπορεί να στηρίζει την αλλαγή. (…) 
Φυσικά ο λαός αναγνωρίζει τη θετική προσφορά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα με τις κυβερνήσεις της δεξιάς, που ήταν απόλυτα ευθυγραμμισμένες με την πολιτική γραμμή της Δύσης, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακολουθεί μια πιο φιλειρηνική και πιο πατριωτική εξωτερική πολιτική. Ταυτοχρόνως, σε ορισμένους τομείς της δημόσιας ζωής προχώρησε με τόλμη στον εκδημοκρατισμό (αναγνώριση Εθνικής Αντίστασης, κατάργηση γιορτών μίσους). Αυτές οι αλλαγές όμως δεν ξεφεύγουν από τα όρια του συστήματος. Έχουν γίνει και στη Δυτική Ευρώπη και μάλιστα από κυβερνήσεις μη σοσιαλιστικές και φυσικά δεν είναι ικανές να ανακόψουν την πορεία προς την ενσωμάτωση.(…)».
Ο Καργόπουλος, που διαγράφεται από το ΠΑΣΟΚ τον Αύγουστο του 1983, ιδρύει το ΑΣΚΕ τον Φλεβάρη του ’84, παραμένοντας εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του, πιστός στις ιδέες του και αδιαφορώντας για τα ποικίλα ιδεολογικά παζάρια, που είχαν ενταθεί εν τω μεταξύ μετά και από την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Με συνεχείς αυτοτελείς καθόδους στις κατά καιρούς εκλογές, το ΑΣΚΕ μπορεί να μην ξέφυγε ποτέ από το όριο των λίγων χιλιάδων ψήφων, είχε όμως σαφείς και ξεκάθαρες θέσεις σε όλα τα ζητήματα (π.χ. έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άρα και από την Οικονομική και Νομισματική), που έμπαιναν κάθε φορά στην ατζέντα – ένα γεγονός που «εμπόδιζε» κατά μίαν έννοια τη συμπόρευσή του με άλλα κόμματα, στερώντας το έτσι από ένα «καλύτερο» εκλογικό αποτέλεσμα.
Τα τελευταία χρόνια, μετά τον μεταναστευτικό πανικό που σφραγίστηκε από το «Δουβλίνο II», και που είχε ως ολέθρια συνέπεια, όσον αφορά στη χώρα μας, τη διόγκωση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής (αυτός ήταν ένας από τους βασικότερους λόγους), το ΑΣΚΕ υπό τον Καργόπουλο κινήθηκε ακόμη περισσότερο προς πατριωτικές κατευθύνσεις, διαφοροποιώντας τη θέση του από άλλα κόμματα της Αριστεράς – που παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες τους συμπλέουν, κατά βάση, με τους ακραίους νεοφιλελεύθερους και τις αγορές, όσον αφορά στη διαχείριση του μεταναστευτικού. Ας μην ανοίξουμε τώρα, πάντως, αυτή την κουβέντα, γιατί το ζήτημα εκτός από σοβαρό είναι και πολύπλοκο...
Στο βίντεο που ακολουθεί βλέπουμε και ακούμε τον Νίκο Καργόπουλο στο 5λεπτο του ΑΣΚΕ, που βιντεοσκοπήθηκε πριν από τις Ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009. Πριν το ξέσπασμα του χάους δηλαδή… Οι κρίσεις δικές σας... Εις μνήμην…

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

ΝΟΤΕΣ το πρώτο μοντέρνο ελληνικό μουσικό περιοδικό*

Για εμάς του μουσικόφιλους έχει ιδιαίτερο νόημα αυτή η ανάρτηση, επειδή θα μας συνδέσει με την αρχή της μουσικής-περιοδικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Ας πάμε λοιπόν αρκετά πίσω στο χρόνο, στο 1961, όταν ξεκινά την έκδοσή του το περιοδικό Νότες.
Πάει καιρός από τότε που είχα εντοπίσει ένα τεύχος τού συγκεκριμένου εντύπου στο Μοναστηράκι (το #5 από τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του ’61), το οποίο έπεσε ξανά μπροστά μου πριν κανα μήνα ψάχνοντας, στο σπίτι πια, για κάτι άλλο. Είπα λοιπόν να το κρατήσω σε προτεραιότητα, εξαιτίας και του χριστουγεννιάτικου εξωφύλλου του, πράγμα που σήμαινε πως θα έπρεπε να γράψω κάτι γι’ αυτό προς τις ημέρες των γιορτών. Το πράττω. Δεν χρειάζεται να πω πως στο δίκτυο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά ή πληροφορία για τις Νότες, και γι’ αυτό θα παρακαλέσω όποιον αναγνώστη μπορεί να γνωρίζει κάτι περισσότερο να το προσθέσει…
Οι Νότες κυκλοφορούν για πρώτη φορά περί το καλοκαίρι του 1961 (καιρό πριν την εφημεριδούλα του Νίκου Μαστοράκη Δισκοθήκη, που εκδόθηκε την επόμενη χρονιά) με εκδότη-διευθυντή κάποιον Ιωάννη Τσίμπο και υπεύθυνο σύνταξης έναν Νίκο Παπαδημητρίου. Να πω επίσης πως όλα τα κείμενα (του εν λόγω τεύχους) είναι ανυπόγραφα και πως δεν αναγράφονται πουθενά τα υπόλοιπα ονόματα που μπορεί να συμμετείχαν στην έκδοση. Το πρώτο, ναι το πρώτο, κείμενο του περιοδικού, κάπως σαν ειδησούλα, έχει τίτλο «Κομμουνιστικαί Αξιώσεις»(!) και σχετίζεται με τη γενικότερη αντικομμουνιστική προπαγάνδα της εποχής. Αντανακλά, δε, μιαν αντίληψη που διαμορφωνόταν, τότε, στη Δυτική Ευρώπη περί «επιστροφής της σοβιετικής τέχνης στον σταλινισμό» (βλέπε π.χ. το πρώτο τεύχος του αντικομμουνιστικού περιοδικού Σοβιετολογία του Γεωργίου Γεωργαλά, ή Γιωργαλά όπως γραφόταν τότε, από τον Ιανουάριο του 1960). Μεταφέρω ολόκληρο το αρθράκι από τις Νότες:
«Μόνον οι κομμουνισταί μουσικοί της Α. Γερμανίας έχουν το δικαίωμα να παίζουν Μπετόβεν. Αυτό τουλάχιστον βεβαιώνει η εφημερίς “Φόρουμ” της Α. Γερμανίας, συγκρίνουσα τον συνθέτην με τον Φρειδερίκον Ένγκελς και με τον Καρλ Μαρξ. Αι συναυλίαι Μπετόβεν, που δίδονται εις την Δ. Γερμανίαν και ιδίως εις το Δ. Βερολίνον, αποτελούν πραγματική πρόκλησιν, λέγει η καθημερινή αυτή εφημερίς. Ο Μπετόβεν δεν είναι πλέον Μπετόβεν, όταν μεταδίδεται δια του ραδιοφώνου από τον αμερικανικόν τομέα του Βερολίνου και κάθε καλός Γερμανός δημοκράτης οφείλει να αρνήται να ακούη ακόμη και την μουσικήν, την προερχομένην εκ της Δύσεως, συμπεραίνει η εφημερίς».
Στις αρχές του ’60, στην Ελλάδα, η έννοια «μουσική για τη νεολαία» ήταν πολύ περιορισμένη, και αφορούσε βασικά στη λεγόμενη «κλασική». Τούτο το ισχυρίζομαι διαβάζοντας όχι μόνο τις Νότες, αλλά και άλλα νεολαιίστικα έντυπα της εποχής (Σκαπάνη, Πανσπουδαστική...). Παρά ταύτα στις Νότες, που πιθανώς δανείζονταν-μετέφραζαν κείμενα από τα γαλλικά περιοδικά εκείνης της περιόδου (Jazz Magazine, La Discographie Française, Diapason…) εντοπίζονται τα πρώτα δείγματα πραγματικά νεανικής μουσικής θεματολογίας. Υπάρχει ας πούμε κείμενο για τον Johnny Hallyday, το οποίο τιτλοφορείται «Τζώννυ! Είσαι θεός ή δαίμονας; Αλλά ο Τζώννυ Χαλλιντέυ είναι μάλλον δημιούργημα της παντοδυνάμου διαφημίσεως!!». Άλλα άρθρα του τεύχους αφορούν στον Σπύρο Σαμάρα (τον συνθέτη του «Ολυμπιακού Ύμνου» και της «Ρέας»), στη μουσική πόλη Σάλτσμπουργκ, στην «Αΐντα» του Βήλαντ Βάγκνερ (σκηνοθέτης, εγγονός του Richard Wagner), στον Λιστ, στον Olivier Messiaen (ενδιαφέρον κείμενο), ενώ υπάρχουν και παρουσιάσεις δίσκων – πολλοί της κλασικής και ακόμη λόγια για το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Μάνου Χατζιδάκι, όπως και για τραγούδια από τις 45 στροφές της Brenda Lee, του Paul Anka, ή του Johnny Tillotson.
Ο Σπύρος Πιπεράκης στον Βασιλικό Ναυτικό Όμιλο. Πίσω η τότε πριγκήπισσα Σοφία.
Όμως το πραγματικά ενδιαφέρον φωτοκείμενο του συγκεκριμένου τεύχους του περιοδικού Νότες, είναι εκείνο που αφορά στον σπουδαίο έλληνα, αριστερόχειρα, ηλεκτρικό κιθαρίστα Σπύρο Πιπεράκη (1931-2011), γνωστός σε όλους πρώτα ως συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι. Γίνεται αναφορά… στις τελειότατες εγκαταστάσεις και στο πλήθος των μηχανημάτων του προσωπικού του στούντιο, ενώ τον βλέπουμε σε διάφορες πόζες να παίζει πότε για την Jayne Mansfield, πότε για τις πριγκίπισσες Σοφία (σημερινή βασίλισσα της Ισπανίας) και Ειρήνη, πότε για τον Ντίνο Ηλιόπουλο και πότε για τον Βασιλικό Ναυτικό Όμιλο. Ως γνωστόν οι γαλαζοαίματοι το 1961 αντιπροσώπευαν ακόμη την πιο «καθαρή», υποτίθεται, νεολαιίστικη εικόνα, πράγμα το οποίον το έκαναν κατάπλασμα στον κόσμο ουκ ολίγα περιοδικά της εποχής (από τις Εικόνες, έως τις Νότες).

* Μέχρι να εμφανισθεί κάποιο παλαιότερο αυτό θα είναι το πρώτο.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

MECHANIMAL electro-rock ωδές

Ξεκίνησα ν’ ακούω το «Secret Science» [Inner Ear, 2014] των Mechanimal με μια κάποια προσμονή είναι αλήθεια, και τούτο γιατί το ντεμπούτο LP τους από το 2012 (δεν ξεχνώ και το 45άρι τους στην αρχή της χρονιάς) είχε δημιουργήσει, και δικαίως, πολύ υψηλές προσδοκίες.
Οι Mechanimal του σήμερα (Freddie Faulkenberry φωνή, Κώστας Ματιάτος κιθάρες, Γιάννης Παπαϊωάννου αναλογικά και ψηφιακά πλήκτρα, φωνητικά, Αγγελική Βρεττού βίντεο) δεν είναι, επί της ουσίας, πολύ διαφορετικοί από εκείνους τους προ διετίας – θα έλεγα, μάλλον, πως δεν είναι καθόλου διαφορετικοί, κάτι που, για ορισμένους, μπορεί να εγείρει ένα ζήτημα.
Υπάρχουν ακροατές που επιθυμούν, φερ’ ειπείν, ένα συγκρότημα να προχωράει, να πηγαίνει «παρακάτω» με κάθε επόμενη δουλειά του. Είναι μια άποψη αυτή… μέσα στην ασάφειά της. Άλλοι θέλουν, όμως, ένα γκρουπ να βαθαίνει στον ήχο που έχει δημιουργήσει, μένοντας πιστό στις βασικές αισθητικές αρχές του. Ναι μεν να τροφοδοτεί με ψιλές και υψηλές παρεμβάσεις το κύριο σώμα της μουσικής του, αλλά στην πράξη να παραμένει ίδιο. Υπάρχει, πάντως, κι ένα τρίτο… Τι πρεσβεύει το ίδιο το γκρουπ. Πώς το ίδιο αντιμετωπίζει την πορεία του στο χρόνο…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/cityvibe/53988

CHRIS FORSYTH & NATE WOOLEY το τρίτο

Ο Αμερικανός Chris Forsyth είναι κιθαρίστας με ήχο ιδιότροπο, που ηχογραφεί εκτενώς την τελευταία δεκαετία. Συνήθως κινούμενος προς μια πειραματική-αυτοσχεδιαστική κατεύθυνση είναι ικανός να δημιουργεί πρωτότυπα εικονοκλαστικά περιβάλλοντα, παράγοντας «χαλιά» κιθαρισμών, με τους βόμβους να έχουν μεγάλο μερίδιο στις ηχητικές επιλογές του. Στο discogs καταγράφονται καμμιά 20αριά CD και LP του, με το πιο πρόσφατο, αυτό που έχει τίτλo “Third” [Rekem Records, 2014], να αποτελεί ελληνική παραγωγή. Αμερικανός, όμως, είναι και ο τρομπετίστας Nate Wooley, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους παίκτες της νεοϋορκέζικης σκηνής (πάντα κινούμενος εντός του improv, noise περιβάλλοντος), συνεργάτης μεταξύ άλλων και των John Zorn, Anthony Braxton, Fred Frith και Evan Parker. Άρα συζητούμε για δύο μουσικούς με ευρύ βιογραφικό, οι οποίοι, καθώς συνεργάζονται στο “Third”, το κάνουν ευρύτερο…
Third” λοιπόν, καθότι πρόκειται για την τρίτη συνεργασία των Forsyth & Wooley (είχε προηγηθεί το “The Duchess Of Oysterville” στην πορτογαλική Creative Sources το 2007 και το “The Duchess Is Dead, Long Live The Duchess” στην Chocolate Monk το 2009), ένα LP που αποτυπώνει βασικά ένα κομμάτι – το “Evening rage”, χωρισμένο σε δύο μέρη, καταλαμβάνει τις αντίστοιχες πλευρές του βινυλίου. Η ηχογράφηση είναι ζωντανή (Φιλαδέλφεια, USA, 16/3/2013)… και δεν θα είναι λάθος αν υποθέσουμε πως ό,τι φτάνει στ’ αυτιά μας προέρχεται από την τρομπέτα και την κιθάρα μόνο. Εννοώ, πως τα δύο όργανα πρέπει να ηχογραφούνται σε real time, χωρίς, κατ’ ανάγκην, σύγχρονη ή μεταγενέστερη ηλεκτρονική επεξεργασία. Εξάλλου τίποτα σχετικό δεν αναγράφεται στο οπισθόφυλλο.
Παρά ταύτα θα πω πως αυτός ο χωρισμός δεν είναι τυπικός. Το “Evening rage, Part IΙ” δεν είναι μια γραμμική συνέχεια, σώνει και καλά, του “Evening rage, Part I” – εννοώ πως καταγράφονται πλείστες όσες ανατροπές καθώς αναπτύσσονται οι μουσικές των Forsyth και Wooley, και πως, στην ουσία, η δύναμη κι η αγριότητα, με τους χαμηλούς τόνους και την επικίνδυνη ηρεμία βρίσκονται σε μια διαρκή όσο και διαλεκτική επικοινωνία. Η εισαγωγή, για παράδειγμα, του “I” είναι «ακραία». Ένα βιομηχανικό θορυβώδες παρανάλωμα, που θα μπορούσε να θυμίζει από Sonic Youth μέχρι οτιδήποτε σχετικό ή ανάλογο. Καθώς το track προχωρά ο βόμβος αναγορεύεται σε βασική ηχητική πράξη – με τους δύο improvisers να παράγουν, πράγματι, αδιανόητα ηχοχρώματα. Θέλω να πω πως αν δεν ξέρεις από πού προέρχονται όσα ακούς, θα μπορούσε να υποθέσεις πως αφορούν σ’ ένα  prepared πιάνο κι ένα σετ κρουστών (ή σε κάποιον άλλο συνδυασμό). Οι Forsyth και Wooley δεν νοιάζονται δηλαδή μόνο για την «παροχέτευση» του ήχου τους, αλλά και για το πώς θα μετατρέψουν τα όργανά τους (μια κιθάρα και μια τρομπέτα υπενθυμίζω) σε… παν-όργανα. Στο μέρος “II” τούτο είναι ακόμη πιο εμφανές με τη φαντασία των παικτών να οργιάζει και με τα δύο όργανα ν’ ακούγονται περισσότερα κοντά στη φύση τους (η κιθάρα κυρίως), με την τρομπέτα να παράγει διαρκείς… σειρήνες και βόμβους, εξωθώντας και αυτή την πλευρά στα «άκρα».

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

STEFANO LUIGI MANGIA τραγουδώντας John Cage

Ο ιταλός βοκαλίστας και συνθέτης Stefano Luigi Mangia (γενν. το 1981) ίσως είναι γνωστός σε κάποιους από τα άλμπουμ του στη βρετανική Leo – έχει κυκλοφορήσει εκεί (μαζί με άλλους) τα “Painting on Wood” (2009), “Ulysses” (2012) και “Glad to be Unhappy” (2014). Με σπουδές σε ωδεία και πανεπιστήμια, ο Mangia έχει καταφέρει στα 33 χρόνια του να βρεθεί δίπλα σε επίλεκτα στελέχη της ιταλικής improv σκηνής (Gianni Lenoci, Stefano Battaglia, Paolo Damiani…), συνεργαζόμενος ακόμη και με «αστέρες» του χώρου, όπως τους Carlos Zingaro, Karl Berger, Marcus Stockhausen ή την Joëlle Léandre. Μέρος των γενικότερων σπουδών του αποτέλεσαν βεβαίως οι ποικίλες τεχνικές των βοκαλισμών (άκου π.χ. τις φωνές των Μογγόλων που τραγουδάνε με τον λάρυγγα, όντας «μάστορες» σ’ αυτό), πράγμα το οποίον καταθέτει στο πολλάκις ενδιαφέρον John Cage/ cagExperience [Amirani, 2014].
Εδώ ο ιταλός βοκαλίστας αποδίδει, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, έργα του John Cage (1912-1992). Πιο συγκεκριμένα τα: “Aria” (1958), “Four6” (1992), “Solo for voice n.17” από τα “Songbooks I” (1970), “Solo for voice n.72” από τα “Songbooks II” (1970) και “Experiences No.2” (1948). Στα τρία απ’ αυτά (το “Four6” και τα δύο “Solo for voice”) τον Mangia συνοδεύει στα ηλεκτρονικά ο Gianni Lenoci. Το άλμπουμ συνοδεύει booklet με μεσοστιχίδες (mesostics) του Stefano Pocci και κάποια βιογραφικά των καλλιτεχνών.
Φυσικά, βλέποντας τις μεσοστιχίδες (σ’ ένα κείμενο ή σ’ ένα ποίημα, όταν μια κάθετη φράση ή λέξη τέμνει τις οριζόντιες γραμμές του κειμένου ή του ποιήματος) θυμήθηκα αμέσως το έργο του Cage Sixty-Two Mesostics Re Merce Cunningham και το απόσπασμά του που απέδωσε ο Demetrio Stratos σ’ εκείνο το LP της Cramps το 1974. Ο Mangia έχει ακούσει οπωσδήποτε Stratos, παρότι η δική του άποψη για τον βοκαλισμό δεν πάει τόσο μακριά – ή, μάλλον, έχει άλλη κατεύθυνση, για να είμαι πιο ακριβής. Η φωνή του, πάντως, είναι αρκετά «εύπλαστη», δίχως να χάνει την… ανθρώπινη χροιά της, παρά τις επιμέρους τεχνικές, τις σχετικές με το overtone singing, ή τα multiphonics.
Στο “Aria” αφιερωμένο στην Cathy Berberian, ο Cage περιγράφει ένα πρώτο επίπεδο φωνητικών timbre, το οποίον όμως ολοκληρώνει ο ερμηνευτής επιλέγοντας τις δικές του λέξεις ή μη λέξεις κατά την διάρκεια της (φωνητικής) άσκησης. Ο Mangia επιλέγει μια σειρά παραφθαρμένων λέξεων-φράσεων σε μια μη γλώσσα, «κάπως» γλώσσα ή κανονική γλώσσα (την μητρική του ας πούμε), δίχως να καταφεύγει σε αναγκαστικές ακρότητες. Το 30λεπτο “Four6”, ήταν αφιερωμένο στις Pauline Oliveros, Joan La Barbara και στους William Winant, Leonard Stein και αρχικώς αφορούσε σε τέσσερις παίκτες, ο καθένας εκ των οποίων θα επέλεγε να παράξει 12 διαφορετικούς ήχους εντός ενός κάπως εύπλαστου χρονικού πλαισίου. Οι ήχοι θα έπρεπε να είχαν σταθερό πλάτος, συγκεκριμένη αντηχητική δομή κ.λπ. Στην περίπτωσή μας το έργο αποδίδεται από δύο (και όχι από τέσσερις παίκτες). Αυτό το κάνει φαινομενικώς πιο γραμμικό, παρότι τα multiphonics του Mangia και οι επινοήσεις του Lenoci στα ηλεκτρονικά προσθέτουν «επίπεδα». Tα “Song Books (Solos for Voice 3–92)” αποτελούν μια συλλογή σύντομων στο χρόνο συνθέσεων του John Cage. Οι συγκεκριμένες, η «17» και η «72» εννοώ, αφορούν σε φωνή και ηλεκτρονικά, τα soli των οποίων σημειογραφούνται (όταν σημειογραφούνται) μ’ έναν κάπως περίπλοκο τρόπο. Σίγουρα υπεισέρχεται το προσωπικό στοιχείο, υπάρχουν όμως και «οδηγίες» που υπηρετούν το όραμα του Cage (να συνδέσει δηλαδή σ’ ένα «σώμα» δύο από τις μεγαλύτερες επιρροές του, τον Satie και τον Thoreau). Οι Ιταλοί, προφανώς έχουν διαθέσιμη την παρτιτούρα και πιθανώς ακόμη την πλήρη αποτύπωση των “Song Books” από τους Lore Lixenberg, Gregory Rose και Robert Worby στο προπέρσινο 2CD της Sub Rosa. Στο έσχατο “Experiences No.2” του 1948 για σόλο φωνή ο Cage μελοποιεί κατά βάση (για μια παραγωγή του Merce Cunningham) ένα ποίημα του E. E. Cummings (το “III”, ένα από τα “Sonnets-Unrealitiesfor Tulip and Chimneys του 1923). Ο Stefano Luigi Mangia μας χαρίζει ένα μαγικό τραγούδι. Το γεγονός ότι μετέφερε σ’ εμένα ένα κλίμα exotica, είναι μια προσωπική αίσθηση…

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

«Στις 16 Δεκεμβρίου θα γίνη έκλειψις ηλίου»

Το τραγούδι «Στις 15 Ιουλίου θα γίνη έκλειψις ηλίου» σε μουσική Γιώργου Ρωμανού και στίχους Δημήτρη Ιατρόπουλου είναι το ωραιότερο απ όσα έχει πει στην καριέρα της η Δέσποινα Γλέζου. Πρέπει, μάλιστα, να μιλάμε για την εποχή της ηχογράφησης του άλμπουμ «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» (προς τα τέλη του 1969 με αρχές του ’70)… και το λέω τούτο επειδή ο «ήχος» στο τραγούδι με την Γλέζου είναι περίπου «ίδιος» μ’ εκείνον του LP του Ρωμανού, αφού στην διεύθυνση της ορχήστρας είναι ο Αλέκος Καρακαντάς (ακούμε καθαρά την ηλεκτρική κιθάρα του, ενώ δεν αποκλείεται στο μπάσο να είναι ο Δημήτρης Κατακουζηνός και στα ντραμς ο Γιώργος Χατζηαθανασίου). Ρωμανός και Ιατρόπουλος είχαν γράψει τραγούδια και για την Μαρίνα εκείνη την εποχή («Αν τύχη να περάστε από κει», «Οι αριθμοί» από το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1970), όμως η… «Έκλειψη» ήταν και για κείνους το ωραιότερό τους. Το τραγούδι κυκλοφορεί στο 45άρι «Στις 15 Ιουλίου θα γίνη έκλειψις ηλίου/ Ο Φίλιππος, ο Αλέκος και η Λόλα» [Zodiac ZS 8190, 1970] και μάλλον ξεχνιέται πολύ γρήγορα – για ν’ αποκτήσει νέα «φήμη» τα πιο πρόσφατα χρόνια μπαίνοντας σε διάφορες συλλογές («Ελληνική Rock Σκηνή», «Ελληνικό Ροκ: Διαδρομές 70s», «Η Δέσποινα Γλέζου στη Λύρα», «50 Χρόνια Ελληνικό Ροκ» κ.λπ.), όταν και ξεθάβεται μαζί με το… άπαν της ελληνορόκ δισκογραφίας (δεν μπορώ να υπολογίσω πόσες φορές μπορεί να δόθηκε «τζάμπα» με τα περιοδικά και τις εφημερίδες). Και όμως ο πρώτος τίτλος του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν ήταν αυτός, αλλά σκέτο «Θα γίνη έκλειψις ηλίου» και με… διαφορετική ημερομηνία έκλειψης! Τι είχε συμβεί; Δεν ξέρω ακριβώς…
Το label της πρώτης-πρώτης έκδοσης του τραγουδιού. Ευχαριστώ τον Θοδωρή Κρίθαρη για το σκανάρισμα.
Γι’ αυτόν τον… άλλον τίτλο μού είχε μιλήσει κάποτε ο Θοδωρής Κρίθαρης της WipeOut Records, ο οποίος μου είχε πει πως το τραγούδι είχε δισκογραφηθεί κιόλας με τα λόγια… «Στις 16 Δεκεμβρίου/ θα γίνη έκλειψις ηλίου», ένας στίχος που, σχεδόν αμέσως αποσύρεται, για να κυκλοφορήσει τελικώς το κομμάτι ως… «Στις 15 Ιουλίου θα γίνη έκλειψις ηλίου». Έτσι το πρώτο-πρώτο 45άρι που τυπώθηκε με το τραγούδι των Ρωμανού-Ιατρόπουλου ήταν το… «Θα γίνη έκλειψις ηλίου/ Ο Φίλιππος, ο Αλέκος και η Λόλα», πάντα στην Zodiac και με τον ίδιο κωδικό ZS 8190. Μάλιστα, με αυτόν ακριβώς τον τίτλο διαφημιζόταν και σε μία promo-κάρτα της εταιρείας με την φωτογραφία της Γλέζου μπροστά και τα τέσσερα 45άρια της δισκογραφίας της στην πίσω πλευρά.
Το ότι ο τίτλος «Στις 15 Ιουλίου θα γίνη έκλειψις ηλίου» ήταν… δεύτερος (δηλαδή... τρίτος!) αποδεικνύεται και από το βιβλίο του Γιάννη Κακουλίδη Το Ελληνικό Τραγούδι [Περγαμηνή, Αθήνα 1971], μία πρώιμη… στιχουργική μελέτη του γνωστού δημοσιογράφου, συγγραφέα, διαφημιστή κ.λπ. στην οποία διαβάζουμε κάποια κείμενα (έως την σελίδα 46 του βιβλίου), αλλά βασικά διαβάζουμε ανθολογημένους στίχους διαφόρων (από την σελίδα 50 έως την 283). Το βιβλίο έχει ένα ενδιαφέρον καθότι καταγράφονται ανάμεσα σε άλλα στίχοι του Γιάννη Νεγρεπόντη από τα «Νέγρικα» του Μάνου Λοΐζου (αναφερόμαστε στο 1971, μην το ξεχνάμε αυτό, όταν τα «Νέγρικα» δεν είχαν ακόμη δισκογραφηθεί), στίχοι του Μίκη και του Γιάννη Θεοδωράκη (αναφερόμαστε στο 1971, μην το ξεχνάμε αυτό, όταν τα τραγούδια του Θεοδωράκη ήταν απαγορευμένα), στίχοι της Κωστούλας Μητροπούλου («Ο δρόμος») και του Φώντα Λάδη («Μια ξανθιά απ’ το Βισμπάντεν») και αλλά τινά. Στα… άλλα τινά το «Ρολόι» και το «Δυο μικρά γαλάζια άλογα» του Ρωμανού και βεβαίως το… «Στις 16 Δεκεμβρίου» του Δημήτρη Ιατρόπουλου. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι πολύ πιθανόν να ήταν αυτός, «Στις 16 Δεκεμβρίου» δηλαδή, για ν’ αλλάξει προς χάριν της δισκογραφίας δύο φορές – αρχικώς σε… «Θα γίνη έκλειψις ηλίου» και εν συνεχεία σε «Στις 15 Ιουλίου θα γίνη έκλειψις ηλίου». Είναι φανερό, δηλαδή, πως κάποιο… ζόρι υπήρχε με την 16η Δεκεμβρίου… δεν εξηγείται αλλιώς.
Ο αρχικός τίτλος και οι αρχικοί στίχοι του Δημήτρη Ιατρόπουλου, έτσι όπως καταγράφονται στο βιβλίο του Γιάννη Κακουλίδη από το 1971
Έψαξα, λοιπόν, να δω τι είχε συμβεί την 16 Δεκεμβρίου του… 1967, του 1968 και του 1969 μπας και κατόρθωνα να εντοπίσω τον λόγο των διαδοχικών αλλαγών τίτλου στο τραγούδι. Την εκ των υστέρων επέμβαση της λογοκρισίας δηλαδή, η οποία ενοχλήθηκε από τον… Δεκέμβρη, ενώ δεν ενοχλείτο από τον… Ιούλη. Μπορεί να μην εντόπισα κάτι «περίεργο» που να είχε συμβεί εκείνη τη μέρα, αλλά δεν ήταν και τόσο δύσκολο να σκεφθώ πως και οι «γύρω» ημερομηνίες πιθανώς να ήταν «επικίνδυνες». Και όντως… αφού την 13η Δεκέμβριου 1967 είχε συμβεί το «αντικίνημα» τού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου (η αποτυχημένη προσπάθειά του να ανατρέψει το στρατιωτικό καθεστώς) με την διαφυγή του στη Ρώμη να καθορίζει και το τέλος, επί της ουσίας, της βασιλείας στην Ελλάδα, εδραιώνοντας όμως ακόμη περισσότερο την δικτατορία. Αλλά και ο Δεκέμβριος του ’69 θα μπορούσε να ήταν «προβληματικός», αφού την 12/12 η Ελλάδα αποχωρεί, με τη θέλησή της, από το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφεύγοντας έτσι (το στρατιωτικό καθεστώς) μία φραστική καταδίκη.
Ποιος ξέρει πώς μπορεί να λειτούργησε το μυαλό του λογοκριτή, κι έκοψε έτσι «στεγνά» την «16η Δεκεμβρίου». Προσπάθησα να βρω μια λογική εξήγηση, αλλά μπορεί να είναι και κάτι άλλο που να μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή ή να μην το βάζει ο νους μου…

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

MOSTLY OTHER PEOPLE DO THE KILLING ένα παράξενο μπλε

Οι Αμερικανοί Mostly Other People Do the Killing (MOPDtK) είναι ένα από τα σημαντικότερα jazz σχήματα του καιρού μας. Το έχουμε ξαναγράψει αυτό, και πάντα θα το υπενθυμίζουμε όταν υπάρχει λόγος. Όταν κάποια καινούρια δουλειά τους έρχεται να διεκδικήσει τον χρόνο μας δηλαδή. Το συγκρότημα –για όσους, τυχόν, έχουν παρακολουθήσει τις παλαιότερες σχετικές αναρτήσεις, που δεν είναι και λίγες– έχει εύπλαστη line-up. Άλλοτε κουαρτέτο, άλλοτε σεπτέτο… και να τώρα, εδώ, ως κουιντέτο (Peter Evans τρομπέτα, Jon Irabagon άλτο & τενόρο σαξόφωνα, Ron Stabinsky πιάνο, Moppa Elliott μπάσο, Kevin Shea ντραμς) να ασκείται σε κάτι που, εκ πρώτης, μπορεί να παραξενεύει. Τι πράττουν στο Blue [Hot Cup, 2014] οι MOPDtK; Ξαναπαίζουν, πιστά, πολύ πιστά, το “Kind of Blue” (1959) του Miles Davis!
Δεν είναι ασύνηθες αυτό, το να διασκευάζεται δηλαδή (ή περίπου) ένα ολάκερο άλμπουμ από μια καινούρια μπάντα. Μέσα στο πλαίσιο των tributes, αλλά και της αδήριτης ανάγκης να επανερχόμαστε από καιρού εις καιρόν στα «θαύματα» του κλασικισμού (εδώ του «τζαζ κλασικισμού», ας τον πούμε έτσι), οι MOPDtK –μία μπάντα που δεν απέκρυψε ποτέ τη σύνδεσή της με το παρελθόν– έρχονται να ξαφνιάσουν με τούτο το αλλόκοτο από κάθε άποψη CD τους.
Πίσω από αυτήν τη συγκεκριμένη επιλογή υπάρχει, οπωσδήποτε, ένα σκεπτικό, το οποίον παραθέτει ο Moppa Elliott. Λέει ο μπασίστας των MOPDtK: «Κατά πρώτον το “Kind of blue” συγκεντρώνει πολλά από τα βασικά στοιχεία της εκπαίδευσης της τζαζ, τα οποία και ωθεί προς την πιο ακραία λογική τους. Δεύτερον, αναλύει τις σχέσεις ανάμεσα στην τζαζ και την κλασική μουσική, εξετάζοντας διάφορες εικασίες σχετικές με τα δύο στυλ. Τρίτον, φέρνει τα δομικά στοιχεία της μουσικής στο προσκήνιο και τέταρτον, επιβεβαιώνει το μεγαλείο και την αυθεντικότητα της ίδιας της τζαζ». Δεν υπάρχει λόγος να υπενθυμίσω τι σημαίνει “Kind of Blue” και τι “So what” ας πούμε – η αλφαβήτα της παντοτινής ωδειακής jazz.
Βεβαίως θα πουν ορισμένοι, και ενδεχομένως με το δίκιο τους... τι με νοιάζει εμένα μία τόσο πίστη αντιγραφή ενός κλασικού άλμπουμ, από τη στιγμή κατά την οποίαν μπορώ ν’ ακούσω το πρωτότυπο; Οι MOPDtK απαντούν εμμέσως πλην σαφώς, παραθέτοντας στο booklet τού δικού τους “Blue” ένα κείμενο, μια μικρή παράξενη ιστορία του Jorge Luis Borges, το “Pierre Menard, autor del Quijote” (μεταφρασμένο στην αγγλική βεβαίως) εκεί που ο ήρωας του μεγάλου αργεντινού συγγραφέα και ποιητή αντιγράφει (αλλά γράφει) λέξη προς λέξη ένα απόσπασμα από τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες. Αν, όμως στην λογοτεχνία η λογοκλοπή μπορεί να γίνει από τον οποιονδήποτε (ο καθείς μπορεί να αντιγράψει οτιδήποτε, βάζοντας το όνομά του από κάτω) στην περίπτωση της… μουσικοκλοπής απαιτείται κάτι περισσότερο, ή, συχνά, κάτι πολύ περισσότερο! Να έχεις το ταλέντο δηλαδή να αναπαράγεις κάτι τόσο γνωστό και κλασικό, φροντίζοντας να το μετατρέψεις σε δικό σου.
Δεν ξέρω πόσοι ακούγοντας το “Blue” μπορεί να ξεγελαστούν. Νομίζω οι περισσότεροι. Οι συντριπτικώς περισσότεροι! Αν ο Miles Davis, όπως λέει η ιστορία, κατέγραψε το “Kind of Blue” σε δύο sessions (2/3/1959 και 22/4/1959) στο τάκα-τάκα και σχεδόν χωρίς καμμία προετοιμασία, οι MOPDtK εργάστηκαν περί την μια δεκαετία, για να κατορθώσουν το ανάλογο! Τι να πει κανείς;
Είναι σίγουρο πως εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα καπρίτσιο, με κάτι που λειτουργεί ασυζητητί (και) στο επίπεδο του συμβόλου. Δεν ξέρω αν σχετίζεται με την «κρίση» στην jazz, ή με την «κρίση» γενικότερα, πάντως σίγουρα δεν αφορά με κανέναν τρόπο σε μια καλλιτεχνική «κρίση» των MOPDtK. Οι άνθρωποι είναι μουσικάρες – πράγμα το οποίον έχουν αποδείξει πάμπολλες φορές τόσο μέσω του συγκεκριμένου γκρουπ, όσο και των ποικίλων άλλων projects που οδηγούν μέσα στα χρόνια.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

θέατρο γίναμε

Να πω κάτι. Να περιαυτολογήσω. Μου είχε γίνει παλαιότερα πρόταση να γίνω μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών την οποίαν αρνήθηκα ευγενώς – και όχι επειδή εκείνο… το «Θεατρικών» και «Μουσικών» είναι χαζό, δηλαδή μισό (δεν εννοώ πως αν διάβαζα και…  «Χορού» και «Κινηματογραφικών» θα άλλαζα γνώμη). Επίσης στάλθηκε πρόσκληση στο inbox μου να παρευρεθώ στην απονομή των βραβείων της Ένωσης, που θα συνέβαινε στο Μέγαρο Μουσικής, τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου, στις 12 το μεσημέρι, την οποίαν (πρόσκληση) επίσης δεν αποδέχτηκα (εκεί που βραβεύτηκε ο Σάκης Ρουβάς κι έγινε ο σχετικός χαμός).
Μια πάγια θέση μου λέει πως στα βραβεία «βραβεύονται» κατά μίαν έννοια πρώτα οι κριτικές επιτροπές και ύστερα οι κρινόμενοι. Αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικό σ’ αυτή την ιστορία, περάν από το να ευλογούμε τα γένια μας. Αν εξαιρέσεις τα βραβεία Oscar ή τα Grammy που έχουν ένα πρακτικό νόημα (το οποίον εξαργυρώνεται στα παγκόσμια ταμεία), όλα τα υπόλοιπα βραβεία αφορούν σε δημοσιοσχεσίτικες και συντεχνιακές πρωτοβουλίες που σχετίζονται με την αυτοεπιβεβαίωση της «φάρας», και συνεπώς είναι άκυρα. «Εμείς οι κριτικοί», βραβεύουμε τους ηθοποιούς, τους τραγουδιστές, τους σκηνοθέτες κ.λπ. Προσωπικώς, και σε τέτοια ζητήματα, δεν μ’ ενδιαφέρει να αθροίζω τη γνώμη μου με τη γνώμη κανενός άλλου. Καθότι δεν είναι δυνατόν ποτέ να αποδεχθώ την βράβευση κάποιου, υπακούοντας στην αρχή της πλειοψηφίας. Δεν μπορεί να φαίνομαι πως βραβεύω κάτι, για το οποίο έχω διαφωνήσει. Ενδιαφέρομαι να απονέμω μόνος μου τα όποια φραστικά «βραβεία» γράφοντας ελεύθερα τη γνώμη μου – παλαιότερα στο Jazz & Τζαζ, τώρα στο Δισκορυχείον, ή όπου αλλού, δίχως «αστεράκια» και φιοριτούρες. Επίσης, όπως έχω γράψει κι άλλη φορά, ο ρόλος της κριτικής δεν είναι να στείλει κόσμο στα θέατρα, τα σινεμά, τις μουσικές σκηνές ή τα δισκάδικα (όπως καταντά συνήθως), αλλά να «συνομιλήσει» με τον καλλιτέχνη και το έργο του. Τέλος πάντων, ας μην τα προχωρήσουμε, τώρα, όλα αυτά…
Με ενοχλεί, επίσης, η επισημότητα και το γκλάμορους. Μέγαρα, φωταψίες, χλιδή και τα τοιαύτα… Μια γνώμη λέμε. Τη γνώμη μας και τίποτ’ άλλο. Μια προσωπική γνώμη, που κάποιοι μπορεί να τη συμμερίζονται, ενώ κάποιοι άλλοι, την ίδια ώρα, μπορεί να την πετάνε στα σκουπίδια. Και καλώς πράττουν (και οι μεν και οι δε).

Όπως έχω ξαναγράψει, ο καθένας οφείλει να σκέπτεται με το δικό του μυαλό, καθώς απονέμει τα καθημερινά δικά του «βραβεία». Στο σπίτι, στη δουλειά, στη διασκέδασή του, οπουδήποτε… Η κρίση είναι διάσταση της ανθρώπινης νόησης και είναι η ίδια στο μηχανισμό της σε όλους τους ανθρώπους (ακόμη και στους βλάκες) και διαρκώς παρούσα σε κάθε ατομική ή κοινωνική έκφραση. Από τα παπούτσια και τα παντελόνια που μας αρέσει να φοράμε, από τον τρόπο που επιλέγουμε τα τσιγάρα που θα καπνίσουμε ή τα ποτά που θα πιούμε, έως την εφημερίδα που θα διαβάσουμε, το site που θα μπούμε για να ενημερωθούμε και ό,τι άλλο. Ο,τιδήποτε άλλο. Ακόμη και το τι ομάδα είμαστε, εννοείται, ακόμη και αυτό είναι προϊόν κρίσης.
Προσωπικώς δεν με νοιάζει καθόλου να μάθω τους άλλους πώς να σκέφτονται (δεν έχω τέτοιες φιλοδοξίες, δεν είμαι δάσκαλος), ούτε θα εμφανίσω τη δική μου σκέψη, όπως και τη δική μου κρίση, ως κάτι που μπορεί να καθορίσει γεγονότα και καταστάσεις. Όποιος γουστάρει να διαβάζει, αξιολογώντας θετικώς όσα γράφω με γεια του με χαρά του (φυσικά με ικανοποιεί κάτι τέτοιο), αλλά και όποιος διαφωνεί επίσης με γεια του με χαρά του. Δεν έχουμε εμείς το αλάθητο και το κοινό το… λανθασμένο. Η διαφορά μας από το κοινό είναι μία και μόνο μία. Να μιλήσω για μένα, αν και νομίζω πως τούτο ισχύει για όλους σχεδόν τους κριτικούς. Έχω την ανάγκη να δημοσιεύω τη γνώμη μου. Έχω την ανάγκη να την διαβάζουν και άλλοι. Αυτό με διαφοροποιεί απ’ όσους κρίνουν, χωρίς την ίδιαν ανάγκη. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα.

Παρακολούθησα την συνέντευξη/συζήτηση της Χρυσούλας Διαβάτη στα Καρντάσιανς (που μας πρότεινε ο ataktos στο Cbox, από το κανάλι της Αυγής στο YouTube). Δεν ξέρω ποια ήταν η άποψη της Αυγής για όσα ακούστηκαν εκεί, αλλά το γεγονός πως δεν υπάρχει κάποια κριτική αξιολόγηση των «όσων» από το κανάλι της εφημερίδας αποτελεί παράλειψη (και με βάζει σε υποψίες). Μπορεί να είπε και μερικά σωστά πράγματα η κ. Διαβάτη στην TV, αλλά εμένα δεν με νοιάζει να επισημάνω (αυτή τη στιγμή) τα «σωστά». Μ’ ενδιαφέρει να κάνω λόγο για ’κείνα με τα οποία διαφωνώ. Ακούμε την κ. Διαβάτη να λέει:
«(…) Πρέπει να μάθουμε να διαχωρίζουμε κάποια πράγματα, που δεν τα διαχωρίζουμε πια. Έτσι ξεκίνησα εγώ την κουβέντα μου προχθές, που αρνήθηκα να βραβευτώ. Δεν πρέπει να μπαίνουν όλα μέσα σ’ ένα σακί. Και πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν μιλάω, μιλάω μόνο για το θέατρο. Άλλο το θέατρο, άλλο η τηλεόραση –όλα τα αγαπώ(…)– άλλο ο κινηματογράφος, άλλο ο χορός, άλλο το μπαλέτο, άλλο η πίστα. Αυτό ήθελα, να διαχωρίσουμε τα πράγματα. Μιλάω για το θέ-α-τρο. Το θέατρο δεν είναι απλή υπόθεση. Μην τα μπερδεύουμε. Όπως είπα… ηθοποιοί δεν είναι όλοι. Είναι δύσκολο να είσαι ηθοποιός.(…) Δεν έχω κανένα πόνο, ούτε κανένα παράπονο. Δεν είμαι απ’ αυτές που κλαίγονται. Δεν ήξερα κανέναν απ’ αυτούς (σ.σ. της κριτικής επιτροπής που βράβευσε τον Σάκη Ρουβά) εκτός από τον Λέανδρο τον Πολενάκη. Αμφιβάλλω ότι είναι πολύ σημαντικοί άνθρωποι (σ.σ. οι κριτικοί που βράβευσαν τον Ρουβά) και δεν τους έχω δει ποτέ στο θέατρο. Εμένα τουλάχιστον δεν μ’ έχει δει κανένας απ’ αυτούς. Και ξαφνικά αποφασίζουνε να με βραβεύσουνε. Μιλάω για το θέατρο και ο ηθοποιός… (…) Ήρθαμε να μιλήσουμε για το θέατρο, το οποίο, καταλαβαίνω, ότι δεν γνωρίζετε (…)».

Δεν μου αρέσει η «υψηλή» εικόνα που έχουν ορισμένοι για ’κείνο που κάνουν. Ας τους απονείμει η κοινωνία το «υψηλόν» και το «αθάνατον», εκείνοι όμως οφείλουν να είναι ταπεινοί και να μη μιλούν περιφρονητικά για το έργο ή τη δουλειά των άλλων. Τι σημαίνει «θέατρο» δηλαδή, και γιατί είναι a priori σημαντικότερο το θέατρο, από οποιοδήποτε άλλο θέαμα; Γιατί είναι σημαντικότερο δηλαδή το θέατρο, από τον κινηματογράφο, ή από μια τηλεοπτική παραγωγή; Γιατί είναι σημαντικότερο το θέατρο, από ένα βιντεοκλίπ, ή από ένα multimedia έργο; Προσωπικώς, σε τέτοια ερωτήματα δεν έχω καμμιάν απάντηση. Όλα είναι θεάματα και κάθε τι κρίνεται κατά περίπτωση.
Ο κινηματογράφος που έχει ζωή 120 χρόνια είναι μια νέα οπτική τέχνη, που επιχείρησε και κατόρθωσε να φτιάξει τη δική του γλώσσα (μοντάζ κ.λπ.), δανειζόμενος στοιχεία από το θέατρο, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και άλλες προϋπάρχουσες τέχνες. Αποτέλεσε μια οπτική εξέλιξη και επιβλήθηκε ως τέτοια με τρανταχτά αισθητικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Το ίδιο ισχύει και για ένα τηλεοπτικό σίριαλ κ.λπ. Δεν είναι δυνατόν σήμερα «θεατρικοί» ηθοποιοί να διαχωρίζουν, «φτύνοντας» ή υποτιμώντας. Σημασία έχει κάθε φορά εκείνο το οποίο βλέπουμε, και ανεξαρτήτως της θεαματικής μορφής του (δίχως τούτο να σημαίνει υποτίμηση του «σημαίνοντος») να έχει νόημα και αξία (να έχει νόημα και αξία το «σημαινόμενο» δηλαδή). Δουλειά του ηθοποιού, λοιπόν, είναι να φέρει εις πέρας το όραμα του συγγραφέα-σεναριογράφου και βεβαίως του σκηνοθέτη, υποστηρίζοντάς το δια της τέχνης του και όχι να εμφανίζεται ως προασπιστής μιας παράδοσης, υποτιμώντας νεότερα εκφραστικά μέσα. Ο Orson Welles (σκηνοθέτης ολκής ως γνωστόν και μέγας θεατράνθρωπος επίσης) σε μια συνέντευξή του στον άγγλο κριτικό Kenneth Tynan, που είχε δημοσιευτεί παλιά στο αμερικανικό Playboy (και η οποία είχε εμφανισθεί κάποια στιγμή και σε ελληνικό έντυπο) γράφει για το θέατρο ήδη από τον Μάρτιο του ’67:
«Πιστεύω ότι το θέατρο, όπως το μπαλέτο και η όπερα, είναι ξεπερασμένο, αποτελεί αναχρονισμό. Μπορεί ακόμα να μας δίνει χαρά και να μας χαρίζει ερεθίσματα. Μπορεί ακόμα να προσφέρει στον καλλιτέχνη την ευκαιρία να δουλέψει σοβαρά και να παρουσιάσει, από άποψη ποιότητας, εργασία απαράμιλλη. Δεν είναι όμως θεσμός που ανήκει στην εποχή μας και δεν είναι δυνατό να επιζήσει πολύ. Δεν είναι σωστό ότι πάντα υπήρχε θέατρο. Λίγες μόνο εποχές της ιστορίας είχαν θέατρο, όσο και να υποστηρίζουν το αντίθετο μερικοί θιασώτες της τέχνης. Και το θέατρο, όπως το ξέρουμε, βρίσκεται τώρα στα τελευταία του».

Στην Ελλάδα, λόγω αρχαιοπληξίας πρώτα-πρώτα, μιλάμε για θέατρο και γεμίζει το στόμα μας… διαμάντια. Συμπαθώ τον Σάκη Ρουβά (εννοώ πως συμπαθώ την απλή και ουχί περισπούδαστη εικόνα που βγάζει προς τα έξω) και μερικά τραγούδια του μπορεί να μου ψιλοαρέσουν κιόλας, αλλά ο καημένος νομίζει –και δεν έχει άδικο, αφού στην Ελλάδα ζει– πως για να καταξιωθεί στα μάτια κάποιων (ποιών άραγε;) θα πρέπει να δοκιμάσει και στο θέατρο. Στο αρχαίο θέατρο, την τραγωδία και τα τοιαύτα… Οποία φενάκη! Δεν του αρκούν όσα έχει καταφέρει στο τραγούδι και στο ποπ νεανικό θέαμα (αυτά που έχει καταφέρει τέλος πάντων) και θέλει να περάσει, καθώς μεγαλώνει κιόλας, κάπου αλλού – στο «πανί» ας πούμε. Αλλά επειδή το «πανί», δηλαδή το σινεμά, στην Ελλάδα της κρίσης δεν τραβάει όσο το θέατρο, ο μόνος δρόμος είναι το «σανίδι». Δεν ξέρω αν ο Ρουβάς είναι καλός ή κακός ηθοποιός. Δεν τον έχω δει ποτέ να παίζει, ούτε μ’ ενδιαφέρει να το κάνω. Έχω, όμως, τη γνώμη πως είναι παντελώς ηλίθιο να τον κρίνει κάποιος χωρίς να τον έχει δει. Ορισμένοι μού δημιουργούν την εντύπωση πως νοιάζονται περισσότερο για το σινάφι εντός του οποίου μεγαλύνονται, θυμίζοντας τις χειρότερες συντεχνίες των «κλειστών» επαγγελμάτων, προβάλλοντας, συγχρόνως, επιχειρήματα που τα έχει ξεπεράσει η πραγματικότητα από αιώνες.

Αν η κ. Διαβάτη π.χ. έχει ωραία φωνή, εγώ, που είμαι πιο πολύ της μουσικής, θα ήθελα να την ακούσω να τραγουδά. Και θα έγραφα καλά λόγια, αν αυτό που θα έφθανε στ’ αυτιά μου θα είχε νόημα και λόγο ύπαρξης. Νομίζω, δε, πως το ίδιο θα έκανε για την περίπτωσή της κάθε τραγουδιστής (και ο Σάκης Ρουβάς). Και τούτο εν αντιθέσει με ορισμένους ηθοποιούς του… θεάτρου, ακόμη και νεότερους –παίρνω αφορμή από την κ. Διαβάτη, αλλά δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν–, που έχουν σηκώσει πολύ ψηλά τον αμανέ, νομίζοντας ότι επειδή έπαιξαν έναν «Μάκβεθ» έπιασαν τον πάπα από τα @...@.
Είναι μια διαφορά αυτή, που αξίζει να την επισημαίνουμε.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

4ο ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΖΑΖ Φλώρος Φλωρίδης, Νίκος Αναδολής, Πέτρος Κλαμπάνης

(ν)τζζρρρτ… Ο ήχος είναι οικείος. Τελευταία φορά τον άκουσα προχθές το βράδυ, μετά τη βροχή. Στεκόμουν κάτω από μια κολώνα της ΔΕΗ περιμένοντας (ως συνήθως…) με μόνη συντροφιά το «τραγούδι» του μετασχηματιστή άνωθέν μου. (ν)τζζρρρτ… (ν)τζζρρρτ… Στην ηλεκτρολογία αυτή η «μουσική» λέγεται «φαινόμενο Corona». Είναι ένας ήχος της Φυσικής που σχετίζεται με τον ιονισμό του αέρα γύρω από ένα ηλεκτρισμένο σώμα, για τον οποίο, νομίζω, πως είχε γράψει κάποτε και ο David Toop. Πρέπει να τακτοποιήσω τα Wire μου…
(ν)τζζρρρτ… ξανακούω, τώρα, μέσω του πρώτου προσωπικού δίσκου του Φλώρου Φλωρίδη [Σειρά Αυτοσχεδιασμός 4, 1980]. Τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Ο free improvised ήχος στις δόξες του. Ο Φλωρίδης (μαζί με τον Σάκη Παπαδημητρίου) ανοίγει στην Ελλάδα το παιγνίδι ηχογραφώντας ένα άλμπουμ ευφυές (όπως ευφυείς ήταν ανάλογοι δίσκοι του Evan Parker από την ίδια εποχή), που πραγμάτωνε μία άλλη σχέση με το χρόνο. Παίζοντας μόνος του όλα τα όργανα (άλτο και σοπράνο σαξόφωνο, κλαρίνο, φλάουτο και μπαντούρα) και ηχογραφώντας τα χωρίς κάποια συγκεκριμένη επαλληλία, ο θεσσαλονικιός μουσικός διαβρώνει το αναμενόμενο, αφουγκραζόμενος ήχους της φύσης (ή της τεχνικής). Δεν θέλει κότσια για ν’ ακούσεις αυτή τη μουσική. Απλώς, απεμπλοκή από δεσμεύσεις…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/cityvibe/53838

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ live στα Εξάρχεια

Έχω γράψει κι άλλες φορές στο blog για τον Σωτήρη Κοματσιούλη, ένα μουσικό με την δική του ξεχωριστή πορεία/παρουσία στο ελληνικό ροκ. Τελευταία φορά πρέπει να τα είπαμε τον προηγούμενο Απρίλιο, προαναγγέλλοντας επί της ουσίας την καινούρια του δουλειά, που θα κυκλοφορήσει σε βινύλιο πριν ή μετά τις γιορτές από την Anazitisi Records.
Ο Κοματσιούλης είναι ένας μουσικός που έχει φάει το live με το κουτάλι – από τα τέλη του ’60 εκεί στη Λάρισα και τον Πλαταμώνα και αργότερα στην Αθήνα (στο ABC της Πατησίων), στα Καμένα Βούρλα, και πιο αργότερα στην Αγγλία, όταν βρέθηκε να παίζει με μέλη και συνεργάτες των 10cc (ανάμεσα σε άλλους). Στα χρόνια του ’80 δεν σταμάτησε τις εμφανίσεις, τόσο στην… ενδοχώρα (τον είχα δει στην Κυψέλη στα τέλη της δεκαετίας), όσο και στα νησιά (Ζάκυνθος, Κέρκυρα…) διασκεδάζοντας, βασικά, ξένο και ντόπιο τουρισμό (ως Steve Gemos).
Τα τελευταία 4-5 χρόνια ο Σωτήρης Κοματσιούλης έχει επανακάμψει στη σκηνή, υπενθυμίζοντας ή κάνοντας γνωστή την περίπτωσή του όχι μόνο στους παλιούς και τους ρέκτες του ελληνικού ροκ, μα και στα πιο νέο παιδιά, που ανακάλυψαν κάποια στιγμή το «Επιδρομή από τον Άρη», το «Σαν τον άνεμο» ή το «Μην κλαις κοριτσάκι»… Αν και αυτό το τελευταίο το ανακαλύψαμε όλοι μαζί από ’κείνο το LP της B-OtherSide, αφού μέχρι το 2010 παρέμενε ανέκδοτο.
Με νέο άλμπουμ στα σκαριά λοιπόν και έτοιμο απ’ ώρα σε ώρα για καθέλκυση, κι έχοντας μαζί του μια πολύ δυνατή μπάντα, τους VHS (Spy B μπάσο, τραγούδι, Chris Ζελελίδης ντραμς, Τάσος Καλοβελόνης κιθάρες, Γιάννης Σκουνάκης keyboards), ο Σωτήρης Κοματσιούλης είναι έτοιμος να αποδώσει όλα τα γνωστά τραγούδια του και φυσικά νεότερο υλικό, άγνωστο εν πολλοίς στους φίλους του ελληνικού ροκ (λέω «εν πολλοίς» επειδή κάποια tracks έχουν ανέβει ήδη στο YouTube).
Απόψε γύρω στις 22:30, στο Γκρι Καφέ, Θεμιστοκλέους 80, στα Εξάρχεια…