Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

TWINK AND THE TECHNICOLOUR DREAM

Είχα πολλά χρόνια ν’ ακούσω καινούριες ηχογραφήσεις του Twink (από το 1990 και το φοβερό “Magic Eye”, τη συνεργασία του δηλαδή με τον Bevis Frond) και μπορώ να πω πως τούτο το… ελληνικό LP, το You Reached for the Stars, ήταν ό,τι έπρεπε για να με ξανασυνδέσει με το παρελθόν και το παρόν ενός ξεχωριστού μουσικού, που έχει γράψει το δικό του συναρπαστικό κεφάλαιο στην ιστορία του british rock. Γιατί ο Twink υπήρξε ντράμερ και βασικό στέλεχος μερικών σημαντικών γκρουπ της δεκαετίας 1965-1975 (The Fairies, Tomorrow, Pretty Things, Pink Fairies…) που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του freakbeat, του ψυχεδελικού και του progressive rock μα ακόμη και του punk, έχοντας υπό το όνομά του κι ένα «διαμάντι» της εποχής, το μαγικό “Think Pink” από το 1970. Ακόμη ανατριχιάζω (κυριολεκτώ) στο άκουσμα του εισαγωγικού “The coming of the Other One” (με την προφητεία του Νοστράδαμου για τον ερχομό του… Νυαρλαθοτέπ, πίσω στο μακρινό 1999…) και του αμέσως επόμενου “Ten thousand words in a cardboard box”, καθώς… χιλιάδες πολύχρωμες σκιές χορεύουν γύρω απ’ το κεφάλι μου

Πέρυσι, ο Twink (που εν τω μεταξύ έχει ασπαστεί τον μουσουλμανισμό και λέγεται πλέον Mohammed Abdullah, παρότι εξακολουθεί να ηχογραφεί με το παρατσούκλι του – το πραγματικό όνομά του είναι John Charles Edward Alder) έδωσε καινούρια κομμάτια γραμμένα στη Ρώμη (και με mastering από το Abbey Road), τα οποία κυκλοφόρησαν αρχικώς σε CD από την Sunbeam και τώρα σε βινύλιο από την ελληνική G.O.D. Records – με το “You Reached for the StarsLP να τυπώνεται σε 500 αριθμημένα κομμάτια, αλλά και σε 50 κουτιά με t-shirt, βινύλιο και CD. Οι μουσικοί που κλήθηκαν να αποδώσουν αυτά τα καινούρια tracks ήταν οι Paolo Conti ντραμς, Fabio Porretti κιθάρες και Marco Conti μπάσο, φωνή (οι Ιταλοί Technicolour Dream δηλαδή), οι οποίοι δίπλα στον Twink αποδεικνύονται ιδανικοί διαχειριστές τόσο της σημερινής τραγουδοποιίας, όσο και της ιστορίας του.
Το άλμπουμ, που έχει και αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά σχετικά με το πέρασμα του Twink απ’ το L.A. στις αρχές των seventies, απαρτίζεται βασικά από επτά tracks (συν δύο ακουστικές versions), τα οποία κατά τον ίδιον τον Twink αποτελούν… «ένα πολύ ιδιαίτερο έργο, μια συνέχεια κατά κάποιον τρόπο του “Never Never Land”, που ηχογράφησα με τους Pink Fairies το 1971»… όπως διάβασα στο facebook. Και όντως δηλαδή, αφού ένα από τα κομμάτια τού You Reached for the Stars” είναι το ψυχεδελικό “The dream is just beginning”, που έκλεινε εκείνο το πρώτο LP των Pink Fairies. Αν και υπάρχει άλλο ένα τραγούδι στο νέο άλμπουμ που μου είναι γνωστό, το φερώνυμο (επίσης ψυχεδελικό) “You reached for the stars”, το οποίο ακουγόταν στο LP The Lost Experimentals Recordings 1970” [Get Back, 1999], το… ειδικό και το συνολικό αποτέλεσμα είναι εντελώς διαφορετικό, αφού οι Ιταλοί δίνουν άλλον αέρα στα κομμάτια.
Έτσι λοιπόν ξεκινώντας με τα τέσσερα tracks της πρώτης πλευράς (“Dead end”, “The dream is just beginning”, “Afterglow”, “Moonchild”) δεν γίνεται να μην ανακαλέσω στη μνήμη του τόσο το “Think Pink”, όσο και το “Never Never Land” (με τις απίθανες ψυχεδελικές μπαλάντες του), καθώς οι κιθάρες και το rhythm section των Ιταλών είναι όσο ντελικάτο απαιτείται κάποιες φορές, και όσο τραχύ επιβάλλεται κάποιες άλλες. Το “Dead end” που με «πήγε» (για κάποια μέτρα και σε πιο αργό τέμπο) στο θρυλικό “Children of tomorrow” των Mike Stuart Span είναι ιδανική εισαγωγή… όπως ιδανική είναι και η εκδοχή του “The dream is just beginning”, που αφήνει όλην εκείνη την folk-psych μαγεία των συγκροτημάτων του ’70. Το “Afterglow”, που ακολουθεί, δεν είναι έξω από αυτήν την ατμόσφαιρα, απλώς οι κιθάρες με το wah-wah και την κάπως σκληρότερη διαχείριση δεν απέχουν και πολύ από τον θαυμαστό ήχο των Pink Fairies, εκείνης της πρώτης περιόδου. Το “Moonchild” που κλείνει την πλευρά έχει ένα ακόμη πλεονέκτημα – έχει την κιθάρα ενός από τους μεγαλύτερους παίκτες του βρετανικού rock, του Brian Godding (Blossom Toes, Centipede, Mike Westbrook Orchestra, Magma κ.λπ.) και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Το “Inside the old ones” που ανοίγει την Side B ξεκινά με μερικά μέτρα από τις ακουστικές κιθάρες, για ν’ ακολουθήσουν οι ηλεκτρικές και τα «πειραγμένα» φωνητικά, που παραπέμπουν κατ’ ευθείαν στο “Think Pink” του ’70. Ο Twink, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά εξακολουθεί να πραγματοποιεί το ίδιο ταξίδι (από το Μαρόκο, που μένει πια, προς όλον τον… εσωτερικό του κόσμο). Στο “Lady love”, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε διάρκεια tracks του LP αφού αγγίζει τα πέντε λεπτά, οι Technicolour Dream κάνουν πολύ καλή «πίσω» δουλειά (εδώ ακούγεται και όργανο), αφήνοντας μπροστά τον Twink (με τα σχεδόν αναλλοίωτα από το χρόνο φωνητικά του). Το τελευταίο κομμάτι του LP (και πριν από τις δύο ακουστικές versions) είναι το “You reached for the stars”. Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει συνθέσει και ερμηνεύσει ο Twink, μια ψυχεδελική μπαλάντα εφάμιλλη των καλυτέρων του “Think Pink”. Η εν λόγω εκδοχή είναι εξαιρετική, με ωραία ακουστικά και ακόμη ωραιότερα ηλεκτρικά μέρη, χαμηλά-διαπεραστικά φωνητικά και μαγική-αποκαλυπτική ατμόσφαιρα. Εν ολίγοις; Τραγουδάρα. Οι δύο ακουστικές εκδοχές που κλείνουν το άλμπουμ (η μία στο “The dream is just beginning” και η άλλη στο “You reached for the stars”) δείχνουν το προφανές. Άμα έχεις υλικό που φυσάει, τούτο φαίνεται στις πρώτες και πρωτόλειες ενοργανώσεις. Μια κιθάρα και μια φωνή αποτελούν τα πιο ασφαλή δεδομένα, ώστε να πει κάποιος πόσο μετράνε εκείνα που ακούει – και τα δυο αυτά τραγούδια, είτε «ντυμένα», είτε «γυμνά», είναι μοναδικά.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

10+1 ελληνικά soundtracks

Ο Σεπτέμβριος, κατά παράδοση, είναι ο μήνας του κινηματογράφου. Κλείνουν τα θερινά σινεμά και ανοίγουν οι αίθουσες, αναπτύσσονται οι Νύχτες Πρεμιέρας, Σεπτέμβριο «πιάνει» πάντα το Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ για περισσότερο από 30 χρόνια, αυτό το μήνα, ξεκινούσε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης… Το δικό μου μέλημα μπορεί να είναι η μουσική, αλλά επειδή το να συνδέσεις τον κινηματογράφο με τη μουσική είναι ό,τι πιο απλό, είπα να καταγράψω μερικές σύντομες σκέψεις για δέκα συν μία ταινίες που έχω αγαπήσει μέσα στα χρόνια και φυσικά για τα αντίστοιχα ελληνικά soundtracks (μουσικές επενδύσεις γραμμένες από έλληνες συνθέτες).
Είναι γνωστό πως υπάρχουν μέτριες ή και κακές ταινίες με καλά soundtracks (όπως και το αντίθετο) θεώρησα σκόπιμο όμως να αποφύγω τέτοιες επιλογές, γιατί –όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης μεταφέροντας τον Roland Barthes στην ελληνική κινηματογραφική κριτική– μια καλή μουσική σε μια κακή ταινία θα ήταν, απλώς, μια κακή μουσική, επειδή το κινηματογραφικό έργο νοείται ως αδιάσπαστο «ένα». Με «καλές» ταινίες, βασικά, θ’ ασχοληθώ εδώ στις οποίες και τα soundtracks ακολουθούν τη γενικότερη γραμμή…

Η συνέχεια… http://www.lifo.gr/team/music/51432

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

P.L.J BAND τι έγινε με τον νέο Αρμαγεδδώνα;

Τι συνέβη, εν τέλει, με τη συναυλία των… P.L.J Band στο Ηρώδειο, που θα δινόταν σήμερα (16/9), και στην οποία θα ακουγόταν ο «Αρμαγεδδών» στην πλήρη(;) και ολοκληρωμένη(;) μορφή του; Διαβάζω στο Αθηνόραμα κ.ά. πως μετατέθηκε για την 5/10, αφού είχε ήδη αλλάξει και το περιεχόμενό της… Ενώ αρχικώς διαφημίστηκε ως συναυλία των Τερμιτών/ P.L.J Band και με τίτλο «Armageddon/ Η Παράσταση» (με τις συμμετοχές του Γιάννη Κότσιρα και της Εστουδιαντίνας), στη συνέχεια μετατράπηκε σε συναυλία του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (με… μεγάλα γράμματα), του Αντώνη Μιτζέλου και των Τερμιτών (με μικρότερα…), έχοντας πλέον και διαφορετικό τίτλο («Τα Τραγούδια της Γενιάς μας/ Armageddon»)… Φαίνεται πως εκείνος ο παλαιός progressive δίσκος από το 1982, που έκαναν οι P.L.J Band (οι μετέπειτα Τερμίτες) σε ετικέτα Vertigo εξακολουθεί να μην συγκινεί το… πολυπληθές κοινό, το οποίο γουστάρει προφανώς ν’ ακούει και να ξανακούει το βαρετό και κουραστικό «Πόσο σε θέλω» και όχι τις (εξ ίσου βαρετές και εν τέλει αδιάφορες) προφητείες του Ιεζεκιήλ και του Ζαχαρία. Αλλά, έτσι είναι αυτά τα πράγματα… Όσο… cult και να έγινε το “Armageddon” στα πέρατα του κόσμου, στην Ελλάδα δεν μπορεί παρά να αφορά λίγες εκατοντάδες άτομα (ούτε το 1/10 του Ηρωδείου δεν γεμίζουν). Κάποιους, εννοώ, από εκείνους που είχαν αγοράσει το LP όταν πρωτοβγήκε (παρά τα… θρυλικά «θαψίματα» των κριτικών της εποχής) και το γουστάρουν ακόμη, ή όσους (νεότερους), σήμερα, τη βρίσκουν (και καλά κάνουν) με τις «προγκρεσιβάδικες» επανεκδόσεις.
Με αφορμή λοιπόν τη συγκεκριμένη συναυλία, που μετατέθηκε, το ξαναλέω, για τις αρχές Οκτώβρη, γράφτηκαν πολλές υπερβολές στο internet σε σοβαρές και λιγότερο σοβαρές ιστοσελίδες. Στην σοβαρή naftemporiki.gr διαβάζεις π.χ. πως… «το έργο (σ.σ. ο “Αρμαγεδδών”) αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρο»(σ.σ.!!) –οι προφητείες είναι παντός καιρού, έτσι δεν είναι;–, πως... «εστιάζει στην τελική αναμέτρηση του καλού με το κακό, στον επερχόμενο ανεξέλεγκτο παγκόσμιο πόλεμο, στην απειλή του χάους και την ολοκληρωτική καταστροφή» (τρέχα γύρευε δηλαδή…), πως οι… «οι Τερμίτες (σ.σ. δηλαδή οι P.L.J Band) έκαναν έναν δίσκο, που, στο πέρασμα των χρόνων, δημιούργησε τον δικό του μύθο» (σ.σ. προσωπικώς δεν γνωρίζω κανένα «μύθο» που να δημιουργήθηκε γύρω από το “Armageddon” – εκτός και αν αναφέρεται κανείς σε κάτι μπούρδες που διαβάζαμε παλαιότερα πως ο δίσκος θεωρήθηκε… βλάσφημος, πως χτυπήθηκε από την Εκκλησία και αποσύρθηκε και άλλα τέτοια), πως το άλμπουμ… «…εκτός από τη συλλεκτική του αξία που συνεχώς αυξάνεται»[sic], εμφανίζει και... «καλλιτεχνική δυναμική που αναγνωρίζεται διεθνώς. Από τη Γερμανία μέχρι την Αυστραλία και από την Κίνα[sic] μέχρι το Μεξικό θεωρήθηκε ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του progressive και του ethnic rock[sic], αλλά και της underground[sic] σκηνής» και πως… «εδώ και τρεις δεκαετίες, διαρκώς ανεβαίνει “υπογείως” στην κορυφή πολλών έγκριτων μουσικών Top 10 του πλανήτη». Αν και δεν ξέρω ποια είναι αυτά τα «έγκριτα μουσικά Top 10 του πλανήτη» (αφήνω το underground, που, στα στομάτα και τις γραφίδες ορισμένων, έχει καταντήσει χειρότερο και από την... κοκακόλα), ξέρω, όμως, πως πριν δυο ημέρες μία EX κόπια πουλήθηκε στο eBay για 147 ευρώ… και άρα η συλλεκτική αξία του συγκεκριμένου δίσκου δεν μπορεί να «αυξάνεται συνεχώς».

από διαφημιστική καταχώρηση της εποχής (1982)
Εύχομαι να γεμίσει το Ηρώδειο με τον «Αρμαγεδδώνα» (που εν τω μεταξύ ξεχείλωσε με τα… τραγούδια της γενιάς μας, και άρα το βλέπω πιθανότερο), αν όμως δεν... τότε υπάρχει και η πλατεία Τιεν αν Μεν, ή έστω η Zócalo στο Μεξικό…

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ σε τραγούδια της Κέρκυρας

Τα 3/5 της τελευταίας line-up των Κόρε.Ύδρο. (Π.Ε. Δημητριάδης φωνή, κιθάρες κ.λπ., Μάριο Πλασκασοβίτης πιάνο, κιθάρες κ.λπ., Ντέλος Πέτρου μπάσο, ντραμς, Farfisa κ.λπ.,) μαζί με τους Νίκο Ραράκο κιθάρες και Χριστίνα Παπαλίτσα τσέλο αποτελούν σήμερα ένα καινούργιο γκρουπ που ακούει στο όνομα Τα Παιδιά της Παλαιότητας. Τώρα, αν αυτοί οι… νέοι Κερκυραίοι αποτελούν ή όχι μια μετεξέλιξη των παλαιοτέρων δεν έχει και τόσο σημασία – υπό την έννοια πως εκείνο που έχει νόημα να διακριβωθεί είναι αν τα «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» [Inner Ear, 2014] κομίζουν κάτι καινούριο, κάτι «άλλο» στο σύγχρονο ελληνικό ροκ, ή γύρω από το ροκ, τραγούδι. Εγώ θα πω πως «ναι, κομίζουν κάτι άλλο» και αυτό θα επιχειρήσω να εξηγήσω/αναπτύξω στο κείμενο που ακολουθεί. Στο ψητό λοιπόν…
Ακούμε δεκάδες ελληνικά συγκροτήματα, τα τελευταία χρόνια (να μείνω μόνο στα τελευταία) από την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, την Κρήτη, τα νησιά, τον κάμπο, τα όρη και τα βουνά της πατρίδας και «όλα» ακούγονται (όταν τραγουδούν στην αγγλική) σαν να προέρχονται από το Λονδίνο, το Καράκας ή τη Μόσχα… (δίχως να έχουν, σώνει και καλά, ρόλο «φτωχού συγγενούς»… κάθε άλλο μάλιστα). Αν, τώρα, τυγχάνει να τραγουδούν και στην ελληνική, και πάλι δεν γίνεται να καταλάβεις αν προέρχονται από την Δράμα, τη Σπάρτη ή την Καβάλα… Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι συμβαίνει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εξωτερική ομοιομορφία; (Γιατί εσωτερική ανομοιομορφία υπάρχει, κι ας είναι υποταγμένη). Τι απέγινε η… ιδιοσυστασία του μικρού τόπου, της κωμόπολης, της μικρής ή της μεγαλύτερης πόλης; Τι σημαίνει πλέον τοπική ιστορία, τοπικά ήθη κι έθιμα, τοπική εορτή και λατρεία; Όλοι… από την Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα και από την Γιοκοχάμα μέχρι την… Κωλοπετινίτσα θα πρέπει να ασχολούμαστε με το iphone 6 και τις Android Apps; Κι αν πρέπει ν’ ασχολούμαστε εν τοιαύτη περιπτώσει μπορεί να γίνουν όλα τούτα «σκέψεις», «έργα», «λόγια» ή «τραγούδια»; Από πού θ’ αντλήσει ο νέος έλληνας τραγουδοποιός –γιατί αυτός μας ενδιαφέρει εδώ– αν δεν αντλήσει απ’ ό,τι του εμπιστεύθηκαν εκείνοι που τον μεγάλωσαν, απ’ όσα ο ίδιος αντιλαμβάνεται (ή πρέπει να αντιλαμβάνεται) ως ζωτικά στοιχεία μιας ύπαρξης που δεν είναι απλώς «σημερινή», αλλά κρατάει από τα βάθη των αιώνων; Τι σημαίνει ζω «στο σήμερα», όταν αγνοώ την… μικροϊστορία του τόπου μου, όταν δεν αντιλαμβάνομαι εκείνο που ραγίζει τις καρδιές των γειτόνων μου, καθώς ανακινείται η μνήμη;

Παλαιά, πριν εκατό χρόνια ας πούμε, είχαμε το ηπειρώτικο δημοτικό, που δεν μπορούσε κανείς να το μπερδέψει με το ρουμελιώτικο ή το μωραΐτικο. Στην πορεία αυτή η βεβαιότητα, δεν μετατράπηκε απλώς σε αίσθηση… εξαφανίσθηκε εντελώς. Όλα έγιναν «ένα». Ομογενοποιήθηκαν μέσα από τον καταναλωτική λαίλαπα, το μανιπουλάρισμα και την προπαγάνδα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που καταδίκασε το μερικό προς όφελος του γενικού, ισοπεδώνοντας ιστορίες και αξίες. Λοιπόν, για να το πω με απλά λόγια. Τα Παιδιά της Παλαιότητας έκαναν έναν δίσκο, που από την αρχή έως το τέλος του… μυρίζει Κέρκυρα. Την… Θεία Κέρκυρα. Όχι την Κέρκυρα του Κάβου ή του Rothschild, αλλά την Κέρκυρα της πίστης, του Αγίου, της θρησκείας (και της θρησκοληψίας), των θαυμάτων και των ταμάτων, των άδολων ανθρώπων, των ταραγμένων καντουνιών, των… θεσπέσιων κηδειών, της μαγείας και της λατρείας. Είναι μια Κέρκυρα που υπάρχει (και σήμερα) και για την οποίαν τραγουδούν Τα Παιδιά της Παλαιότητας, προτείνοντας έναν δίσκο που ΔΕΝ θα μπορούσε να δημιουργηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό για ’μένα είναι το σημαντικότερο όλων – και είναι αυτό το οποίον προηγείται οποιασδήποτε επιμέρους κρίσης ή ανάλυσης. Έτσι, και για να μην υπάρξει παρεξήγηση, το συγκρότημα φροντίζει, από την αρχή, από το εξώφυλλο κιόλας, να διασαφηνίσει το concept του, μέσω μιας φωτογραφίας από την αυγουστιάτικη λιτανεία του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος, με τις σειρές των πιστών να περιμένουν καθιστοί στα πλακάκια της πλατείας, για να περάσει από πάνω τους… το θαύμα. Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τι ακριβώς πιστεύουμε (και αν πιστεύουμε) εμείς ή ο καλλιτέχνης, αλλά τι ακριβώς πιστεύουν οι άλλοι· καθώς οι άλλοι είναι ο κόσμος, δεν είμαστε εμείς…

Ο Π.Ε Δημητριάδης είναι ένας αποφασισμένος παρατηρητής εκείνων που συμβαίνουν, βαθιά, στις ανυπόκριτες ψυχές του λαού. Αυτές επιδιώκει να εντοπίσει και να αναδείξει. Συγκινείται από την πίστη προς το θείο, αντιλαμβάνεται και κατανοεί την ανάγκη της λατρείας και της προσευχής, αντιμετωπίζει με κατανόηση την εκκλησιαστική άγραφη παράδοση, σεβόμενος την «άλλη άποψη», την αίρεση ή την πνευματική αντιστροφή, επειδή κι εκείνες αποτελούν μια το ίδιο βαθιά πίστη προς το ίδιο (ή το αντίθετο). Ενσωματώνει, επίσης, στην στιχουργική τέχνη του τον φόβο του πιστού προς τον Σατανά, κατανοώντας, υποθέτω, την αναγκαιότητα των αγιασμών π.χ., ή των εξορκισμών. Αποδέχεται, δηλαδή, μια θρησκευτική ή θρησκοληπτική διαδικασία, όχι επειδή αναγκαστικώς ο ίδιος πιστεύει σ’ αυτήν, αλλά επειδή τούτες ακριβώς οι διαδικασίες προσφέρουν ένα άνωθεν ή χθόνιο, κατά περίπτωση, αποτύπωμα σε μια κοινωνία, που δεν αφήνει τη συνείδησή της (και όχι οπωσδήποτε το σώμα της) να ενσωματωθεί.. Έτσι, αν στο τελευταίο άλμπουμ των Κόρε. Ύδρο. εικονιζόταν στο εξώφυλλο ο Σατανάς υπό τον Σταυρό (εικόνα από το ταβάνι του Αγίου στην Κέρκυρα), σε τούτο, το πρώτο των Παιδιών της Παλαιότητας, η ξεθωριασμένη φωτογραφία της λιτανείας είναι μιαν υπενθύμιση της Καρτερίας, της Ευχής και της Ελπίδας. Πως τα πράγματα, ακόμη και αν δεν αλλάξουν (όσο θα θέλαμε) δεν πρόκειται ποτέ να μείνουν ίδια («Μαραμένα λουλουδάκια/ πέφτουν από το ταβάνι/ στο όνειρό μου τα μαζεύω/ μα δε φτάνουν για στεφάνι»).

Το «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» είναι οπωσδήποτε (και) ένα άλμπουμ που αγκαλιάζει τη Μνήμη. Την κερκυραϊκή μνήμη, έτσι όπως εκείνη συνεχίζει να επικαθορίζει τον βίο των ανθρώπων (κάποιων ανθρώπων τέλος πάντων). Ακόμη και οι «Μνήμες ’85» (της αλήστου πασοκοκρατίας) εγώ θα πω πως δεν ασκούν επί της ουσίας κριτική (ο λόγος του Δημητριάδη δεν μου μοιάζει για πολιτικός, ακόμη και όταν αναφέρεται στην… ακαδημία των ρουσφετιών), εμμένοντας στην ερωτική άλω της προσωπικότητας του Ανδρέα και στον τρόπο που… εκείνος μετέφερε το θαύμα. Αυτό είναι και το μοναδικό, γενικό, συμπέρασμα (που εμπεριέχει όλα τ’ άλλα) μετά τις απανωτές ακροάσεις των… τραγουδιών από τις κατακόμβες. Ποιο;
Μα η μεταφορά του Θαύματος στην καθημερινή ζωή, και πώς εκείνο μπορεί να διασφαλίσει μιαν εσωτερική ισορροπία κάνοντας ευτυχισμένους, έν τινι μέτρω, τους ανθρώπους.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

KEN THOMSON AND SLOW/FAST

Αν υπάρχει κι έχει νόημα ο όρος progressive-jazz στην εποχή μας, τότε η jazz του μπασοκλαρινετίστα και αλτοσαξοφωνίστα Ken Thomson είναι τέτοια. Είναι progressive δηλαδή – και όχι αναγκαστικώς με την βρετανική έννοια των seventies (περνάει κι από ’κει), αλλά μέσα από μιαν ευρύτερη αναδιάταξη και προσαρμογή εις σώμα ένα jazz, rock και σύγχρονων κλασικών στοιχείων. Το αποτέλεσμα είναι ένα CD, το Settle [NCM East], έξι συνθέσεων (όλες του Thomson) η κάθε μία εκ των οποίων ανοίγει κι ένα διαφορετικό «παράθυρο» σ’ αυτό το ευρύτατο ηχητικό πλαίσιο, που απασχολεί από καιρό. Jazz, rock και κλασική… Πόσα και πόσα δεν έχουν ειπωθεί/ηχογραφηθεί τα τελευταία 45 χρόνια μέσα και γύρω απ’ αυτό το «κεφάλαιο»… Και όμως… τέλος δεν υπάρχει. Και δεν μπορεί να υπάρξει, όταν συνθέτες και εκτελεστές με γνώσεις και φαντασία, παίρνουν τη σκυτάλη στα χέρια τους και προχωρούν σε δρόμους «άλλους»… Φυσικά σ’ αυτή την διαδρομή, στην συγκεκριμένη διαδρομή εννοώ, δεν είναι μόνος του ο Ken Thomson. Έχει δίπλα του άξιους συμπαραστάτες όπως τον τρομπετίστα Russ Johnson, τον κιθαρίστα Nir Felder, τον μπασίστα Adam Armstrong και τον ντράμερ Fred Kennedy, οι οποίοι, ως Slow/Fast (το όνομα της μπάντας), έχουν διακριτούς ρόλους στην δόμηση του “Settle”.
Εκείνο που πρέπει να πω από την αρχή είναι πως εδώ, στην περίπτωση του “Settle”, κυριαρχούν οι... συνθέσεις. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι ποσοστό αυτοσχεδιασμού χωρά στο έργο του Thomson, εκείνο όμως που γνωρίζω και ακούω είναι μια μουσική που ενώ είναι εύληπτη στο αυτί, είναι ταυτοχρόνως και «αλλιώτικη» στην διαμόρφωσή της, καθότι όλα φαίνονται «υπολογισμένα». Ηλεκτρική jazz δωματίου θα μπορούσε να είναι ένας καλός προσδιορισμός εκείνου που ακούμε, με τις τρεις λέξεις («ηλεκτρική», “jazz”, «δωματίου») να έχουν τη δική τους συμμετοχή-παρουσία στην τελική ισοζυγία. Υπάρχει λοιπόν, από την μια μεριά, η ηλεκτρική κιθάρα του Felder (από τους ανερχόμενους κιθαρίστες της σκηνής που έχει παίξει με όλη την σύγχρονη «αφρόκρεμα»), ο οποίος, είτε με το ρυθμικό παίξιμό του είτε με το lead, ενσωματώνει στις «ευγενείς» συνθέσεις του Thomson μία rock διάσταση. Όταν μάλιστα τα tempi ανεβαίνουν, τότε, και σε συνδυασμό με το ρυθμικό τμήμα, το αποτέλεσμα ξεφεύγει – εννοώ πως παρέχεται η αφορμή και στα υπόλοιπα lead όργανα (τα πνευστά) να συνδράμουν προς την κατεύθυνση μιας μουσικής απολύτως συναρπαστικής, που να μπορεί να τεντώνει τις αισθήσεις (το εισαγωγικό, 10λεπτο και φερώνυμο “Settle” είναι ένα καλό δείγμα). Σε άλλες πάλι συνθέσεις, ο Thomson εμφανίζεται να κινείται περισσότερο προς την «δωματίου» μεριά, με το μπάσο κλαρίνο να παίζει «κυκλικά» μελωδικά soli, πριν αναλάβει και πάλι η κιθάρα για να… αποπροσανατολίσει το άκουσμα. Το παίξιμο του Felder έχει, εδώ, ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ενώ βρίσκεται σχεδόν παντού, δεν κυριαρχεί. Με riffs, με ξαφνικούς αρπισμούς, με «κοντές» φράσεις, ώρες-ώρες και με κάποια Fripp-οειδή συμπεριφορά, η κιθάρα δεν παύει να είναι το όργανο που υποσκάπτει τόσο την jazz, όσο και την «δωματίου» μεριά. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που πρέπει να είναι… όπως, επί παραδείγματι, στο “Bend towards light” με το… brechtian punk των Slow/Fast να χτυπάει κόκκινο, ή στο “Spring” ας πούμε, με το ανορθόδοξο παίξιμο στο μπάσο να πυροδοτεί την γενικότερη… ανοιξιάτικη έκρηξη. 
Απαιτητικές μουσικές οπωσδήποτε, χωρίς να είναι επί τούτου «δύσκολες».
Επαφή: www.ktonline.net

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

REVERSED NATURE ελληνικό κοσμικό μάτι

Η δέκατη κυκλοφορία της ελληνικής Cosmic Eye είναι ελληνική. Μετά από εννέα… κοσμικά βινύλια από τα πέρατα της γης (Περού), έως και τη γειτονιά μας (Κροατία), ήρθε και η ώρα για μιαν ελληνική μπάντα, που αποτελεί ταυτοχρόνως και πρόταση του label όσον αφορά στο εγχώριο… διαστημικώς «χαμένο». Αν και έχουν μερικά χρόνια στο πάλκο, οι Reversed Nature (αυτό είναι το όνομά τους) είναι βασικά καινούριοι στο χώρο, αποτελούμενοι εκ των Λευτέρη Βουτσά ντραμς, Tony Cimino μπάσο, Μιχάλη Ανδρεσάκη κιθάρες και Δήμητρα Τζημούρτου φωνή. Τετράδα λοιπόν, άνευ πλήκτρων, αλλά με τη φωνή σε πρώτο ρόλο. Τέσσερα, περαιτέρω, είναι και τα κομμάτια που μας παρουσιάζει το συγκρότημα σε τούτο το παρθενικό LP του –τιτλοφορήθηκεInto the Limboκαι «κόπηκε» σε 300 αντίτυπα–, κομμάτια που εμφανίζουν και τις διαφορετικές cosmic προσεγγίσεις του, ενταγμένες όλες σ’ ένα «ενιαίο» πλάνο.
Υπάρχουν, δηλαδή, ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής των Reversed Nature, που δίνουν και μια ταυτότητα στο εγχείρημα. Το πρώτο είναι η αίσθηση του jam, που αφήνουν οι συνθέσεις τους. Κομμάτια χωρίς… αρχή και τέλος εννοώ, αλλά με ισχυρή, ισχυρότατη… μέση. Έπειτα είναι τα φωνητικά τής Τζημούρτου, τα οποία, ενίοτε, δεν είναι από εκείνα που θα περιμέναμε από ένα κλασικό cosmic σχήμα. Απεναντίας, τούτα έρχονται από «πολύ μετά», ή «απλώς μετά», κατακρατώντας στοιχεία από τα late 70s-early 80s (είναι κάπως «ξερά» και απoστασιοποιημένα, επιχειρώντας να συνδέσουν μια κάπως punky αίσθηση με την μεγαλύτερη φόρμα). Το πρώτο track του άλμπουμ, που έχει για τίτλο του τον τίτλο του LP, είναι χαρακτηριστικό αυτoύ που υποστηρίζω. Πάνω σ’ ένα βαρέων-βαρών rhythm section και με την κιθάρα να δημιουργεί μέσω των παρατεταμένων riffs ένα ακόμη πιο «υποχθόνιο» πλαίσιο, έρχεται η φωνή για να επιτείνει την αίσθηση του εξώκοσμου. Στη συνέχεια, όμως, και στην… έξοδο του Limbo, το περιβάλλον που οικοδομείται είναι ακόμη πιο τελετουργικό, με το slow-tempo να προσδίδει επιπλέον βαρύτητα και με τη φωνή, τούτη τη φορά, να ακούγεται πιο «ικετευτική» και πιο «απόκοσμη». Αν η είσοδος προσέκρουε πάνω σε μια περίπου… progressive punk άποψη, η έξοδος είναι περισσότερο αισθησιακή, με το συγκρότημα, εν τέλει, να αποδίδει εξ ίσου καλά καθ’ όλη την διάρκεια του «ταξιδιού».
Στο ίδιο μοτίβο θα συνεχίσουν οι Reserved Nature και στην δεύτερη πλευρά του άλμπουμ τους, με το μεγαλόπνοο “Mother Mary and the Chicken-Snakes” να κάνει ακόμη πιο σαφή την προσπάθειά τους να κινηθούν στο μεταίχμιο του progressive με το krautrock, και με τους κιθαριστικούς όγκους να συναγωνίζονται σε σφοδρότητα την ρυθμική ακολουθία. Κάποιοι, μάλιστα, μπορεί να μιλήσουν και για ένα είδος… stoner, αν και είναι καλύτερο, νομίζω, να συνεννοούμαστε με πιο… κλασικούς όρους. Και σ’ αυτό το track, πάντως, η φωνή συμβάλλει προς τη θετική κατεύθυνση είτε με το πιο καθαρό τραγούδι, είτε με τα φωνητικά «γεμίσματα», την ώρα κατά την οποίαν η tribal prog «αλλαγή» προς το τέλος δίνει extra πόντους στο κομμάτι – που, ως μεγάλης διάρκειας, έχει ανάγκη την «περιπέτεια». Το έσχατο “Understudio jamming session” δεν παρεκκλίνει από τη «γενικότερη θέση». Ίσα-ίσα υπογραμμίζει την αίσθηση, δηλαδή την βεβαιότητα, του jamming, που τροφοδοτεί με ακατέργαστη ύλη τούτο το αθηναϊκό συγκρότημα.
Επαφή: www.musicbazz.com

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

PHIL HAYNES/ NO FAST FOOD

Ο ντράμερ Phil Haynes δεν είναι χθεσινός. Βρίσκεται 30 χρόνια στη σκηνή και δισκογραφεί από το 1986, καθώς υπήρξε μέλος του Paul Smoker Trio (με τον Paul Smoker στην τρομπέτα και τον Ron Rohovit στο μπάσο). Μάλιστα στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, που είχε τίτλο “QB”, συμμετείχε και ο Anthony Braxton στο άλτο σαξόφωνο. Με το σχήμα αυτό ο Haynes θα πάει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ από το 1991 και μετά θα συνεχίσει τόσο με εμφανίσεις σε projects τρίτων, όσο και με τα προσωπικά του γκρουπ, με τα οποία θα γράψει μέχρι σήμερα περισσότερα από δέκα άλμπουμ. Το τελευταίο του έχει τίτλο In Concert [CornerStoreJazz, 2014] είναι διπλό και ζωντανό (ηχογραφημένο το 2012 στο Rochester της Νέας Υόρκης και στο Milheim της Pennsylvania) και περιλαμβάνει στην line-up (εκτός από τον ίδιο τον Haynes που παίζει ντραμς), τον σαξοφωνίστα (τενόρο, σοπράνο) και φλαουτίστα David Liebman και τον μπασίστα Drew Gress. Ο Liebman –για τον οποίον, ορισμένες φορές, έχεις την αίσθηση πως τον συναντάς παντού– είναι βεβαίως ο… Liebman, ένας μουσικός που ξεκινά από τις μπάντες του Miles Davis, του Elvin Jones και του John McLaughlin νωρίς στα seventies για να καταλήξει σε κάθε χώρο του improv-jazz επιστητού, ενώ και ο Gress έχει και αυτός την ιστορία του, καλώς καταγραμμένη δίπλα στους Fred Hersch, John Abercrombie, Don Byron, John Surman και πολλούς άλλους.
Στο “In Concert” οι τρεις μουσικοί, υπό το όνομα No Fast Food, προσφέρουν ένα ξεχωριστό set, το οποίον αντιλαμβανόμαστε ως τέτοιο όχι μόνο εξ αιτίας των τριών οργάνων (οι ίδιοι φαίνεται πως είναι επηρεασμένοι από τo New Elvin Jones Trio, με Elvin Jones, Joe Farrell και Jimmy Garrison), αλλά κυρίως της διάθεσής του να επεκταθούν προς πάσα αισθητική κατεύθυνση, χρησιμοποιώντας όλη την εμπειρία τους στον «συμφωνημένο», αλλά και στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Έτσι, υπάρχουν tracks που καλύπτουν όλες τις… ταχύτητες, από τους φουριόζους και «πανικόβλητους» διαξιφισμούς, μέχρι τα μεσαία tempi και τις μπαλάντες, ενώ και τα τρία όργανα, που ακούγονται και μαζί και μόνα, προσφέρουν ξεχωριστές στιγμές ομαδικής και σολιστικής δράσης, με τον Liebman να παρουσιάζει, ως συνήθως, απίστευτα πράγματα (όπως στο σχεδόν 8λεπτο “The code” που… αναπλάθει με ευρηματικότητα τα timbre του τενόρου). Βεβαίως και οι άλλοι δύο μουσικοί, το rhythm section δηλαδή, έχει ένα ρόλο εντελώς δημιουργικό προσφέροντας ακόμη και καινοφανή ηχοχρώματα, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν. Για παράδειγμα στο “Zen lieb”, το… native φλάουτο του Liebman διαχέεται πάνω από ένα… new age υπόστρωμα, ανακαλώντας στη μνήμη μου τις εγγραφές του R. Carlos Nakai – ένα έξοχο, ένα εντυπωσιακό κομμάτι. Σε γενικές γραμμές θα χαρακτήριζα το πρώτο CD περισσότερο improv και πιο κοντά στα αναμενόμενα ακουστικά πρότυπα, και το δεύτερο περισσότερο… περιπετειώδες, με ιδιαίτερη προσέγγιση στον μελωδικό τομέα (από το τενόρο βασικά, αλλά και το φλάουτο του Liebman) και με το rhythm section να κεντρίζει διαρκώς το ενδιαφέρον με τους συνεχείς ρούλους του Haynes και το πλήρες παίξιμο του Gress στο κοντραμπάσο.
Αν έβαζα βαθμολογία, το δεύτερο CD δεν θα μπορούσε να πέσει κάτω από το «άριστα»…
Επαφή: www.philhaynes.com

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

Οι παλαιότεροι, που ήταν μαθητές (ή μπορεί και φοιτητές) στα μέσα της δεκαετίας του ’70, πιθανώς να θυμούνται ακόμη ένα κόκκινο βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει στις αρχές του 1975 από τις εκδόσεις Βέργος, υπό τον τίτλο Το Κόκκινο Βιβλιαράκι των Μαθητών. Το βιβλίο αυτό γραμμένο από τους δανούς εκπαιδευτικούς Bo Dan Andersen, Søren Hansen και Jesper Jensen το 1969 (κατά την Wikipedia μόνον οι Hansen και Jensen το έγραψαν…) γνώρισε τεράστια «διανομή» στα χρόνια του ’70, προκαλώντας «θύελλα» και αντιδράσεις. Ο φιλελεύθερος τρόπος με τον οποίον ήταν γραμμένο το βιβλίο, που καταπιανόταν με ό,τι θα μπορούσε να αφορά σ’ έναν έφηβο-μαθητή (βασικά), είχε ενοχλήσει πλείστες όσες κοινωνίες, με αποτέλεσμα Το Κόκκινο Βιβλιαράκι των Μαθητών να κακοπέσει (παρά τον θόρυβο που δημιουργούσε), αφού η κυκλοφορία του φαίνεται πως απαγορεύτηκε ή εμποδίστηκε σε μια σειρά από χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία, Μεγάλη Βρετανία…). Στο Den Lille Røde Bog For Skoleelever όπως ήταν ο πρωτότυπος τίτλος του (ή The Little Red Book For Students στην αγγλική μετάφρασή του) μπορούσε κάποιος νέος να πληροφορηθεί όχι μόνον τα της σχολικής ζωής (με ποιον τρόπο μαθαίνουμε, πώς διδάσκουν οι καθηγητές, τι φοβούνται οι ίδιοι ή οι μαθητές, τον ρόλο της τιμωρίας, το νόημα των βαθμών και των διακρίσεων κι ένα σωρό άλλα), όσο κυρίως τα της εξωσχολικής (που σχεδόν πάντα είναι πιο ενδιαφέρουσα…). Υπήρχαν, έτσι, κείμενα για τον «ελεύθερο χρόνο», τις σεξουαλικές σχέσεις, τον αυνανισμό, την πορνογραφία, την ομοφυλοφιλία, την έκτρωση, τα ναρκωτικά, το αλκοόλ και άλλα διάφορα, τα οποία, φαντάζομαι, πως θα διεκδικούσαν το αμέριστο ενδιαφέρον και των (απληροφόρητων) ελλήνων μαθητών της εποχής (στη στρωτή μετάφραση και... προσαρμογή της Ελένης Βαρίκα). Προσωπικώς, είχα διαβάσει Το Κόκκινο Βιβλιαράκι των Μαθητών δέκα χρόνια μετά την πρώτη ελληνική κυκλοφορία του και θυμάμαι πως, και τότε, το είχα βρει πολύ ενδιαφέρον (είχα μάθει πράγματα δηλαδή). Και το σημειώνω τούτο, επειδή και τώρα ακόμη με εκπλήσσει με τον τρόπο που έθιγε ζητήματα «ταμπού», αδιανόητα δηλαδή για τις μαθητικές κοινότητες της εποχής. Δεν ξέρω τι επίσημες αντιδράσεις και αν… είχε προκαλέσει αυτό το πόνημα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης (αν και το πιθανότερο είναι να παρασύρθηκε από τα… βιβλία για μεγάλους), κρίνω, όμως, ως θετικό το γεγονός πως εκδόθηκε κανονικά, πως διαβάστηκε και επανεκδόθηκε στην πορεία, και πως ακόμη και σήμερα (κάποιοι, λίγοι, παλαιότεροι) φαίνεται να το θυμούνται (όπως διαπίστωσα και από μια-δυο περιπτώσεις στο διαδίκτυο). Λίγα αποσπάσματα, επειδή πριν λίγο ξεκίνησε και η σχολική χρονιά… 
Οι σεξουαλικές σχέσεις 
Τα αγόρια και τα κορίτσια έχουν σχέσεις για διάφορους λόγους:
– γιατί συμπαθιούνται μεταξύ τους και τους αρέσει να ’ρχονται σε επαφή και με το σώμα
– γιατί, και τα αγόρια και τα κορίτσια αισθάνονται, μετά από ένα ορισμένο χρόνο, την ανάγκη μιας πραγματικής σεξουαλικής ικανοποίησης
– γιατί έχουν ανάγκη από στοργή και τρυφερότητα και νομίζουν ότι θα τα βρουν στις σχέχεις
– γιατί στην παρέα τους υπάρχουν συμμαθητές τους που διαρκώς περηφανεύονται για τις κατακτήσεις τους.
Όποιοι και να ’ναι οι λόγοι για τους οποίους τ’ αγόρια και τα κορίτσια έχουν σχέσεις, εκείνο που πρέπει να ξέρουν είναι ότι αυτό έχει επιπτώσεις και για τους δυο.
Μπορεί κανείς να κοιμηθεί με μια κοπέλα ή αντίστοιχα μ’ ένα αγόρι, όντας πολύ ερωτευμένος, αλλά αυτό δεν γίνεται πάντα. Μπορεί κανείς να ’ναι ερωτευμένος με μια κοπέλα χωρίς να κοιμηθεί μ’ αυτήν. Για να μην έχουν δυσάρεστα και απρόοπτα αποτελέσματα οι σεξουαλικές σχέσεις, πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με τιμιότητα και ευθύτητα: πρέπει να έχουν τον ίδιο σκοπό και να ψάχνουν να βρουν τα ίδια πράγματα.
– Αν ζητάς λίγη τρυφερότητα και αγάπη δε θα τα βρεις σε κάποιον που ζητά μόνο και μόνο σεξουαλική ικανοποίηση.
– Αν κάποιος αναγκαστεί για οποιοδήποτε λόγο να έχει σεξουαλικές σχέσεις, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα απογοητευτεί.
– Όταν αυτό που επιδιώκεις είναι να αισθανθείς ικανοποίηση, δεν πρόκειται ποτέ να το πετύχεις με το να υποχρεώσεις –με οποιοδήποτε τρόπο– το αγόρι ή την κοπέλα να κοιμηθεί μαζί σου.
Θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα σου λένε ότι τα αισθήματα είναι πολύ επικίνδυνα κι οι σεξουαλικές σχέσεις ακόμα περισσότερο. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, στα λένε αυτά γιατί, τις περισσότερες φορές, φοβούνται οι ίδιοι τα αισθήματα και τις σχέσεις. Σχεδόν ποτέ δεν τόλμησαν ν’ αγαπήσουν πραγματικά. Εσείς πρέπει να ’χετε το κουράγιο να αποκτάτε μόνοι σας τις εμπειρίες. Μόνο έτσι θα μπορέσετε να μάθετε και, γιατί όχι, να μας διδάξετε και μας. 

Η ομοφυλοφιλία 
Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Αυτό ισχύει και όσον αφορά τον σεξουαλικό τομέα. Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχουν διαιρέσει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: Σ’ αυτούς που επιθυμούν σεξουαλικά ανθρώπους του άλλου φύλου. Σ’ αυτούς που επιθυμούν ανθρώπους του ίδιου φύλου.
Υπολογίζεται ότι 5% των ανδρών, δηλαδή ένας στους 20, είναι ομοφυλόφιλοι. Στις γυναίκες το ποσοστό είναι πιο μικρό. (σ.σ. το κείμενο, υπενθυμίζω, είναι γραμμένο το 1969)
Η αγάπη των ομοφυλόφιλων και τα αισθήματά τους μπορεί να ’ναι το ίδιο ειλικρινά με τα αισθήματα των άλλων.
Πολλοί απ’ αυτούς έχουν πολλά προβλήματα και φασαρίες λόγω της ομοφυλοφιλίας τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η χριστιανική κουλτούρα και ηθική θεωρεί τους ομοφυλόφιλους ανθρώπους άρρωστους, μη φυσιολογικούς ή και εγκληματίες. Υπάρχουν κοινωνίες με διαφορετικούς ηθικούς νόμους και διαφορετική κουλτούρα, που θεωρούν ότι η ομοφυλοφιλία είναι το ίδιο φυσιολογική όσο και η ετεροφιλία. Άλλωστε σε ορισμένες χώρες υπάρχουν οργανώσεις που αγωνίζονται για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων.

Και λίγη ψυχεδέλεια… 

LSD και μεσκαλίνη 
Οι επιπτώσεις του LSD και της μεσκαλίνης διαφέρουν φοβερά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν συστηματικά LSD επί μήνες ολόκληρους χωρίς να έχουν πάθει τίποτα.
Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις ανθρώπων που, με την πρώτη φορά που το δοκίμασαν, έπαθαν αγιάτρευτες αρρώστιες, που σκότωσαν ή αυτοκτόνησαν. Το LSD είναι ένα υγρό χωρίς χρώμα και γεύση που υπάρχει και με τη μορφή χαπιού. Η μεσκαλίνη είναι μια ουσία που εξάγεται από ένα μικρό κάκτο που υπάρχει σε αφθονία στο Μεξικό.
Το LSD και τη μεσκαλίνη τα παίρνει κανείς από το στόμα (σ.σ. το ότι ο Αλέξης Ακριθάκης ζωγράφιζε το 1967… σύριγγα με LSD δεν πρέπει να αφήνει κανέναν ασυγκίνητο…) και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να ελέγξει κανείς αν πήρε αρκετή δόση και όχι υπερβολική.
Οι δόσεις τις οποίες πουλάνε παράνομα, είναι πάντα υπερβολικά δυνατές. Ο πιο σίγουρος τρόπος, για κάποιον που θέλει σώνει και καλά να δοκιμάσει μεσκαλίνη, είναι να πιπιλήσει ένα κομμάτι απ’ αυτόν τον κάκτο που περιέχει τη μεσκαλίνη. Σ’ αυτή την περίπτωση η επίδραση έρχεται προοδευτικά και μπορεί να σταματήσει πριν είναι πια πολύ αργά.
Μια μέση δόση από LSD αρχίζει να επιδρά σ’ αυτόν που την παίρνει ύστερα από μισή ώρα. Η επήρεια διαρκεί γύρω στις 8-9 ώρες και συνήθως συνοδεύεται από δεκάξη ώρες αϋπνία. Η επίδραση της μεσκαλίνης αρχίζει ύστερα από 2-3 ώρες και διαρκεί περίπου δώδεκα ώρες. Αν η δόση είναι πολύ δυνατή, η επίδραση έρχεται γρηγορότερα και διαρκεί περισσότερο.
Το LSD και η μεσκαλίνη προκαλούν, πολλές φορές, ισχυρές κρίσεις αγωνίας και απρόβλεπτες αντιδράσεις. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο, αν κάποιος δοκιμάσει τέτοια ναρκωτικά, να βρίσκονται μαζί του άνθρωποι που να τον παρακολουθούν συνέχεια και στην ανάγκη να του δώσουν αντίδοτα.
Υπάρχουν άνθρωποι που διηγούνται, προφορικά ή γραπτά, ότι έκαναν υπέροχα «ταξίδια» με το LSD και τη μεσκαλίνη. Πιθανόν να λένε αλήθεια. Αλλ’ αυτό δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση, ότι θα συμβεί και στους άλλους που παίρνουν LSD. Όταν ακούτε για αγόρια και κορίτσια που βρέθηκαν στο ψυχιατρείο επειδή πήραν LSD ή μεσκαλίνη, είναι κι αυτό αλήθεια, αφού αυτά τα παιδιά βρίσκονται στο ψυχιατρείο.
Βιολογικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι το LSD και η μεσκαλίνη μπορούν να καταστρέψουν τα χρωματοσώματα, δηλαδή τα στοιχεία κληρονομικότητας που μεταδίδουμε στα παιδιά μας.
Αποφεύγετε σαν τον διάβολο το λιβάνι, το LSD, τη μεσκαλίνη κι όλα τα παρόμοια ναρκωτικά.