Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝΤ ΡΟΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ 50s

Όταν ένας φίλος με πληροφόρησε, πριν τις διακοπές του Αυγούστου, πως πρόκειται να προβληθεί στην ΝΕΡΙΤ, στη σειρά Τα Στέκια/ Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού, ένα επεισόδιο για την… εισβολή του rock nroll στην Αθήνα του ’56 και του ’57 (έτσι υπέθεσα ο άμοιρος) είπα κατ’ ευθείαν… ποιος ο λόγος, από τη στιγμή που υπάρχει το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου Η Αθήνα Χορεύει Ροκ Εντ Ρολ γυρισμένο το 1957, την εποχή που έβραζε το πράμα; Εννοώντας πως με βάση την ταινία τού Μάρου θα μπορούσε να ειπωθεί μια σημερινή ιστορία, που να μην ακυρώνει εκείνο που πραγματικά συνέβη και δείχνει το φιλμ του ’57 – να μην ανακατευτεί δηλαδή το rock nroll (στην Ελλάδα) με την νεανική ανυπακοή και κατ’ επέκταση με την παραβατική συμπεριφορά.
Υπάρχουν ορισμένοι, ήδη από την εποχή της ταινίας του Νίκου Νικολαΐδη Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα… (1979), που θέλουν να το παίζουν «βαριά πεπόνια», συνδέοντας το rock nroll στη χώρα μας με την βία και την εγκληματικότητα. Ευτυχώς, όμως, και για καλή μας τύχη, εδώ δεν ήταν ούτε Αμερική, ούτε Βρετανία, με αποτέλεσμα ο ελληνικός τεντυμποϊσμός των late fifties (που δεν είχε ουδεμία σχέση με τον εγγλέζικο ή τον αμερικανικό) να διατηρεί από ελάχιστη έως ανύπαρκτη (και άρα αμελητέα) σχέση με το rock nroll. Και βεβαίως δεν αρκούν τα αρθρίδια των συντηρητικότερων φυλλάδων της εποχής, ούτε φυσικά οι κραυγές της Εκκλησίας για να περιγράψουν την ροκεντρολάδικη επικινδυνότητα, όταν ακόμη και η κεχαριτωμένη Θεία από το Σικάγο (Γεωργία Βασιλειάδου), στην φερώνυμη ταινία του Αλέκου Σακελάριου από το 1957, κερνά ένα… rock nroll τον μέλλοντα γαμπρό τής ανιψιάς της πολιτικό μηχανικό Τάκη Ζέριγκα (ο Θεόδωρος Δημήτριεφ, που αργότερα τραγούδησε στο «Άξιον Εστί» των Θεοδωράκη-Ελύτη). Θέλω να πω –και τούτο φαίνεται ακόμη περισσότερο στην ταινία του Μάρου– πως το rock nroll, όταν εισήλθε στην Ελλάδα, έγινε μέσα σε λίγους μήνες mainstream, περνώντας τόσο στον εμπορικό κινηματογράφο όσο και στο θέατρο («τα φινάλε των επιθεωρήσεων στηρίζονται πάνω σε πόδια που χορεύουν ροκ εντ ρολ» ακούμε να λέει ο αφηγητής Σταύρος Ξενίδης στην ταινία του Μάρου), ενώ το στήριξαν με δηλώσεις τους διάφοροι επιφανείς της εποχής, όπως ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Φωκίων Δημητριάδης, μα ακόμη και ο Σπύρος Μελάς (αν και με μια κάπως διφορούμενη δήλωση). Ακόμη και στο εξώφυλλο των συντηρητικών Εικόνων της Ελένης Βλάχου βρήκε χώρο για να τρυπώσει το rock nroll («η αθηναϊκή νεολαία χορεύει τώρα ροκ ν’ ρολλ» διαβάζουμε στο τεύχος 70, της 25/2/1957), για να μην παραλείψουμε και τα πρώτα ελληνικά rock nroll τραγούδια που παρουσίασε το συγκρότημα του Γιώργου Μουζάκη στον Καρυστινό (με τον Γεράσιμο Λαβράνο στο πιάνο), ένα τουλάχιστον εκ των οποίων πέρασε και στην δισκογραφία – και αναφέρομαι στο «Ροκ εν ρολλ» με το Τρίο Μπελ-Κάντο και την ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη στο τεσσαράκι της Columbia με τα στοιχεία SEGG 2531. (Ως γνωστόν το rock nroll είχε να κάνει με το ρεπερτόριο των ορχηστρών και ουχί με των, ανύπαρκτων ακόμη τότε, νεανικών συγκροτημάτων).
Έχοντας όλα τούτα κατά νου έπεσα από τα σύννεφα όταν στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας του Νίκου Τριανταφυλλίδη Η Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ –προβλήθηκε από την ΝΕΡΙΤ την 7/8/2014, αλλά εγώ την είδα χθες στο δίκτυο–, ακούω τον ιστορικό Κώστα Κατσάπη (Πάντειος) να μιλάει για «ηθικό πανικό» και τον καθηγητή Κοινωνικής Ψυχολογίας Νικόλαο Χρηστάκη (Πανεπιστήμιο Αθηνών) να είναι επί της ουσίας εκτός θέματος μιλώντας μας για το rock nroll στην Αμερική και όχι στην Ελλάδα. (Αναφέρεται σ’ εκείνους που δεν ταυτίζονταν με τα υπάρχοντα μοντέλα επιτυχίας κ.λπ. – «επιτυχία» στην Ελλάδα του ’50, δεν είμαστε καλά…). Οι πανεπιστημιακοί όταν ασχολούνται με το rock είναι γεγονός πως λένε ό,τι τους κατέβει.
Έχοντας λοιπόν μια πρώτη γεύση από το επεισόδιο Η Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ είπα πως θα δω άλλη μια «σούπα» γαρνιρισμένη με τους γνωστούς ελληνικούς μύθους, δίχως να μπορώ να προβλέψω, πάντως, και την πλήρη λοξοδρόμησή της μετά το τριακοστό λεπτό. Κάπως έτσι και τα άσχετα με το θέμα μας περιστατικά, που διηγούνται ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο μακαρίτης Οδυσσέας Χατζόπουλος, έρχονται απλώς να επιβεβαιώσουν τον κανόνα. Να λέμε ό,τι θέμε και τούτο να το αποκαλούμε rock
Κολλημένος με την Εκκλησία, τους παπάδες (μέχρι κι ένας αρχιμανδρίτης από τα Βίλλια έσκασε μύτη, που δεν μας είπε απολύτως τίποτα!), την μαύρη κριτική στην Αριστερά, τις υποτιθέμενες ακρότητες και παραβατικότητες ο Κατσάπης, και σε πλήρη αντιδιαστολή μ’ εκείνο που συνέβαινε στα κλαμπ και τα μαγαζιά, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, παραπλανά κατά βάσιν τους θεατές της εκπομπής εμμένοντας στο ανύπαρκτο μέρος, αγνοώντας συγχρόνως ή υποτιμώντας το όλον. Εμφανίζει δηλαδή το rock nroll σαν να ήταν υπό διωγμό, όταν μέσω αυτού ξεσάλωνε ολόκληρη η Αθήνα! Τούτο, πράγματι, μου κάνει τεράστια εντύπωση και για έναν ακόμη λόγο. Στο βιβλίο του Ήχοι και Απόηχοι/ Κοινωνική Ιστορία του Ροκ Εν Ρολ Φαινομένου στην Ελλάδα 1956-1967 [ΙΑΕΝ/ΙΝΕ, Αθήνα 2007] ο Κατσάπης γράφει πολύ σωστά πως… «δίχως ίχνος υπερβολής, στα τέλη του 1956 το ροκ εν ρολ (σ.σ. στην Αθήνα) είχε μεταβληθεί σε απόλυτη μόδα και βρισκόταν παντού» και λίγο πιο κάτω πως… «σε αυτήν την πρώτη περίοδο, το ροκ εν ρολ στην Ελλάδα υπήρξε περισσότερο μία μόδα, που ακολουθούσε την παράδοση των προηγουμένων μουσικών, οι οποίες κατά καιρούς είχαν κυριαρχήσει στις αθηναϊκές νύχτες, παρά μία μουσική που απευθυνόταν αποκλειστικά στους τηνέιτζερ. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει η παρουσία του σε ένα πλήθος κοσμικών ή εμπορικών εκδηλώσεων…». Τι μεσολάβησε από τότε και δεν λέγεται, σήμερα, η αλήθεια; Μήπως η τρόικα και τα μνημόνια; Δεν κάνω πλάκα. Μήπως μια γλειψιματική ταύτιση με τους σύγχρονους (ευρωπαίους) διαφωτιστές, και τα σαμαροβενιζελικά υποκατάστατά τους, που θέλουν να μας εκσυγχρονίσουν με τη βίτσα βάζοντάς μας στον ίσιο δρόμο, έχοντας ως ένα από τα πιο βασικά μελήματά τους την κατασυκοφάντηση της Αριστεράς; Λέω, μήπως…
Με τα μέλη των Last Drive να λένε ακατανόητα πράγματα (στην κυριολεξία) και με το φιλμικό μέρος να αποτελείται από νεανικές ταινίες των early sixties (Τα Παλιόπαιδα του Νέστορα Μάτσα, Αμαρτωλά Χέρια του Δημήτρη Γαλάτη, Αυτό το Κάτι Άλλο του Γρηγόρη Γρηγορίου κ.λπ.), που δεν είχαν καμμία σχέση με την εισβολή του rock nroll, δεν είναι ν’ απορεί κανείς γιατί απουσιάζει από τα «καρέ» της ταινίας του Τριανταφυλλίδη η Θεία από το Σικάγο – μία πρωτότυπη ελληνική… rock nroll ταινία των fifties την οποίαν απόλαυσε όλος ο κόσμος. Θα χάλαγε η σούπα. Θα αποδεικνυόταν δηλαδή πως το rock nroll στην Αθήνα του ’57 υπήρχε σε πάμπολλα σπίτια στα οποία ζούσαν παιδιά-έφηβοι, και που το χόρευαν (τα παιδιά-έφηβοι) ξετρελαμένα δίχως να οδηγούνται σώνει και καλά σε παραβατικές συμπεριφορές (όπως θα ήθελε ο Κατσάπης, ο Τριανταφυλλίδης και πριν απ’ αυτούς ο αμερικανόπληκτος Νικολαΐδης). Χρειάζεται να επισημάνω το γεγονός ή όχι –ερωτώ– πως ο Κατσάπης στο βιβλίο του γράφει ότι… «η πρώτη κινηματογραφική ταινία στην οποία είναι εμφανής ο απόηχος του ροκ εν ρολ στην Ελλάδα είναι η ταινία Η θεία από το Σικάγο που προβλήθηκε το 1957 (σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, με πρωταγωνιστές τους Ορέστη Μακρή και Γεωργία Βασιλειάδου)»; Και όμως στο ντοκιμαντέρ του Τριανταφυλλίδη δεν υπάρχει ουδεμία αναφορά σ’ αυτήν την ακρογωνιαία για το θέμα μας ταινία, επειδή δεν συνάδει, προφανώς, με την αποφορά και την παραβατικότητα που έχει σφηνωθεί στα κεφάλια ορισμένων. Αυτός ο μύθος του «καταραμένου» είναι η μεγαλύτερη ηλιθιότητα που ακούγεται στην Ελλάδα εν σχέσει με το rock τα τελευταία 40 χρόνια.
Ο Κατσάπης βρίσκει ξανά την ευκαιρία να χύσει κατράμι στην Αριστερά της εποχής, όταν το rock nroll το είχε αποκηρύξει η Αριστερά τόσο στην Μεγάλη Βρετανία (Ewan MacColl), όσο και στην Αμερική (Irwin Silber, Pete Seeger), αφού έπρεπε να ’ρθει ο Bob Dylan βασικά, καμμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, για να αποδείξει πως μπορεί να γραφτεί προοδευτικό τραγούδι που να συνοδεύεται από ηλεκτρικές κιθάρες. Κάποιοι, μάλιστα, όπως ο MacColl, ούτε και τότε πείστηκαν. Γενικώς, τόσο στην Αγγλία, όσο κυρίως στην Αμερική εκείνο που ήταν κατά βάθος επικίνδυνο δεν ήταν το rock nroll, αλλά η folk, που εκρατείτο υπό των κομμουνιστών – mine enemy, the folksinger ανέκραζε ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Kenneth B. Keating τον Σεπτέμβριο του ’63 (δες το ξεχωριστό κεφάλαιο στο βιβλίο “The American Folk Scene: Dimensions of the folksong revival” των εκδόσεων Dell από τον Ιούλιο του ’67, ανάμεσα σε άλλα διάφορα). Έτσι, είναι παντελώς ανεδαφικό (εγώ θα πω και ύποπτο, αν δεν είναι ανόητο) όταν η Αριστερά στην Αγγλία και την Αμερική αντιμετώπιζε το rock nroll από θέσεις αρνητικές έως καχύποπτες (και ως προϊόν του αμερικανικού ιμπεριαλισμού αν μιλάμε για την Αγγλία), να κάνει κάποιος κριτική στην ελληνική Αριστερά της εποχής (εν σχέσει με το rock nroll), που μόλις είχε βγει από τις (αμερικανικές) ναπάλμ του Γράμμου. Σε τελευταία ανάλυση τι θέλει να μας πει ο Τριανταφυλλίδης όταν φιλμάρει άρθρο της Αυγής στο οποίο διαβάζουμε για τον… «τεντυμποϋσμό», που «απειλεί την νεολαία μας»; Έπρεπε η Αριστερά να ήταν υπέρ εκείνων που έκλεβαν αυτοκίνητα π.χ.; Δεν είμαστε καλά. Και το λέω τούτο παραβλέποντας το γεγονός πως η σχέση τους με το rock nroll παραμένει για μένα επί της ουσίας ανύπαρκτη. Τούτο το υποστηρίζει κάποια στιγμή στην ταινία της ΝΕΡΙΤ και ο Νίκος Μαστοράκης, πως οι τεντυμπόυδες δηλαδή δεν είχαν ουδεμία σχέση «μ’ εκείνους που πήγαιναν στα κλαμπάκια και χόρευαν ροκ εν ρoλ» – πράγμα που το βρίσκω πολύ σωστό. Το αν ο Πουλικάκος ήταν αστός/ροκεντρολάς, αλλά πέταγε και γιαούρτια (όπως είπε και ο Πολύτιμος στην εκπομπή), αυτή ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Τούτον εδώ τον ροκεντρολά τον «κόβω» περισσότερο να τρώει μόνος του μια... τσανάκα γιαούρτι, παρά να την πετάει...
Ο ελληνικός τεντυμποϊσμός κατασκευάστηκε και μεγεθύνθηκε από τον Τύπο (το λέει και ο Κατσάπης στο βιβλίο του αυτό και μπράβο του δηλαδή) για ευνόητους λόγους θα πω εγώ. Για να προκαλέσει βασικά μία νομοθετική ρύθμιση (Νόμος 4000), η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια ποικιλία παραβατικών συμπεριφορών, που θα στόχευαν βασικά όχι στο κυνήγι των... ροκεντρολάδων (θα έκανε ποτέ ο Καραμανλής τέτοιο χουνέρι στους Αμερικάνους; – έλα Παναγία μου!), αλλά στο αγωνιστικό φρόνημα της Νεολαίας της ΕΔΑ (η οποία ήταν ήδη από το 1958 αξιωματική αντιπολίτευση). Η ΕΔΑ μπορεί να ψήφισε το Νόμο 4000, επειδή πήρε διαβεβαιώσεις πως δεν θα αφορούσε σε πολιτικής φύσεως... παραβατικότητες, αλλά επί της ουσίας έσκαψε το λάκκο της με τα ίδια της τα χέρια, αφού το συγκεκριμένο νομοθέτημα χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές εναντίον της στο μέλλον.
Στην Ελλάδα το rock nroll στηρίχθηκε από την αμερικανόδουλη Δεξιά, ως πρόδηλο αμερικανικό προϊόν (με ποιανού άδεια… κατασκήνωσαν οι ναύτες του Έκτου Στόλου στο Ζάππειον τον Οκτώβριο του ’56;), ενώ του δόθηκαν άπασες οι δυνατότητες ώστε να αναπτυχθεί μέσα από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τα κλαμπ, και τα έντυπα της εποχής. Έτσι, εκείνο που ακούγεται στην εκπομπή του Τριανταφυλλίδη (πάλι από τον Κατσάπη) πως η Δεξιά κυνήγησε το rock nroll είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Το τι προέβαλλε η Εκκλησία και το τι έγραφαν οι φασιστοφυλλάδες δεν είχε καμμία αξία – για να μην πω πως με την αρνητική «κριτική» τους βοηθούσαν, απλώς, στην εδραίωση του φαινομένου. Τούτο αποδεικνύεται εξάλλου και από την ταινία του Μάρου. Ο ευφυής και πρωτοπόρος ντοκιμαντερίστας, το 1957, δεν κωλώνει να εμφανίσει τα κατάπτυστα δημοσιεύματα ως ατού, κατ’ ουσίαν της πάνδημης προβολής του rock nroll, βάζοντας τον Ξενίδη να λέει το σαφές πως… «τα πρακτορεία ειδήσεων όλου του κόσμου τηλεγραφούν τις απίθανες ειδήσεις τους…» («Που αλλού; Εις την Αγγλία/ Διεγερτικά για τα πάρτυ ροκ εντ ρολ», «Ειδικές αίθουσες-κελλιά για τους πιστούς του ‘ροκ’» και άλλα τέτοια). Κι ενώ στην ταινία του Μάρου αυτές οι αηδίες χρησιμοποιούνται «σωστά» ως μέρος της προσπάθειας για να φανεί το περιβάλλον μέσα από το οποίον εδραιώθηκε το rock nroll, στην ταινία του Τριανταφυλλίδη, 57χρόνια μετά, (οι ίδιες αηδίες) επέχουν ρόλο… διαφωτιστικής προπαγάνδας! Το rock nroll ήταν επικίνδυνο, το λέγαν κι οι παπάδες! Πάμε μίλια πίσω, και όχι μπροστά…
Από κείνο το σημείο και μετά (το τριακοστό λεπτό της ταινίας) η μπάλα χάνεται. Για τα υπόλοιπα 19 λεπτά το «θέμα» μεταφέρεται στα μέσα των sixties και από ’κει στον Νίκο Νικολαΐδη με την… Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ στην Ελλάδα των mid-fifties να μένει, απλώς, στα χαρτιά. Ολέθριο αφηγηματικό-σεναριακό λάθος (μάλλον ο Κατσάπης πήρε στον λαιμό του τον Τριανταφυλλίδη, αν κρίνω και από τα χρονικά όρια του βιβλίου του Ήχοι και Απόηχοι) που παραμένει ως τέτοιο (ολέθριο) παρ’ όλη την προσπάθεια να εντοπιστεί κάποια σύνδεση ανάμεσα στις δύο εποχές. Δεν θ’ ασχοληθώ. Τα έχουμε πει εξάλλου – και θα τα ξαναπούμε και στο μέλλον με άλλες πιο σοβαρές αφορμές. Όπως δεν θ’ ασχοληθώ και με τις διάφορες ανακρίβειες (το rock nroll προηγήθηκε του Jazz Club της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης επί της Ηρώδου Αττικού 25, κ. Πολύτιμε, και όχι το αντίθετο) ή τις υπερβολές που ακούστηκαν (μόνον οι Juniors και οι MGC έπαιζαν rock στην Ελλάδα των sixties κατά τον Αλέκο Καρακαντά – αχ κατακαημένε Μάικ Ροζάκη)…
Όταν η βάση είναι σαθρή δεν έχει κανένα νόημα ν’ ασχολείσαι με το εποικοδόμημα.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

LISA HILTON καλειδοσκόπιο

Τα τελευταία χρόνια πληροφορήθηκα για την συνθέτιδα και πιανίστα της jazz Lisa Hilton. Το λέω γιατί η Hilton βρίσκεται στη σκηνή σχεδόν 20 χρόνια, έχοντας ηχογραφήσει 18 προσωπικά CD. Ανακαλώ, μάλιστα, με αφορμή την πιο πρόσφατη δουλειά της που έχει τίτλοKaleidoscope [Ruby Slippers Productions, 2014] και που είναι, για ακόμη μια φορά, τυπωμένη σε δική της ανεξάρτητη παραγωγή, το προηγούμενο άλμπουμ της “Getaway” (2013), ένα σπάνιας ομορφιάς έργο για το οποίον είχα γράψει πέρυσι τα καλύτερα («ένα πολύ σημαντικό piano-trio άλμπουμ, που ρέει με την αίσθηση του soundtrack») κι εδώ στο δισκορυχείον.
Η Hilton φαίνεται λοιπόν πως θα συνεχίζει να μας εκπλήσσει, αφού κάθε νέα δουλειά της, όπως διαπιστώνω τον τελευταίο καιρό, έρχεται άλλοτε να προσθέσει και άλλοτε να... αφαιρέσει τινές διαστάσεις, προτείνοντας πάντα κάτι νέο. Στο “Kaleidoscope” ας πούμε το νέο, ή καλύτερα το ένα από τα «νέα», ακούει στο όνομα του τενορίστα J.D. Allen, ενός παίκτη με βαθειά και «σκληρά» φυσήματα, που προσφέρει ξεχωριστές bop αισθήσεις στα κομμάτια που ακούγεται (το επισημαίνω επειδή στο “Getaway” η Hilton εμφανιζόταν σε σχήμα τρίο με τους Larry Grenadier και Nasheet Waits σε μπάσο και ντραμς αντιστοίχως). Η line-up του “Kaleidoscope” λοιπόν είναι Lisa Hilton πιάνο, Larry Grenadier μπάσο, Marcus Gilmore ντραμς, J.D. Allen τενόρο… και δεν χρειάζεται να γράψω για το τι ακριβώς σημαίνουν αυτά τα ονόματα που παρατάσσονται δίπλα της σ’ αυτήν την νεοϋορκέζικη εγγραφή. Πρόκειται απλώς για τρεις σημαντικές προσωπικότητες της σύγχρονης jazz, αν σκεφθούμε πως ο Grenadier είναι κολλητός του Brad Mehldau, πως ο Gilmore έχει παίξει με Chick Corea, Vijay Iyer κ.ά. και πως ο Allen έχει σταθεί δίπλα στους Lester Bowie, Betty Carter, Ron Carter, Jack DeJohnette, David Murray, Wallace Roney και πάει λέγοντας.
Και στο παρόν CD μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης/τεχνοτροπίας της Lisa Hilton είναι όσο πρέπει εμφανή. Κατ’ αρχάς το ιμπρεσιονιστικό περιβάλλον που οικοδομεί η συνθέτιδα. Έπειτα η διάχυσή της σ’ ένα μεγάλο κομμάτι τής τζαζ ιστορίας, που μπορεί να ξεκινά από το bebop, να περνά από την (groovy) soul-jazz των late 50s/early 60s, για να καταλήξει, μέσω του Monk, στον μινιμαλισμό και την πρωτοπορία (γιατί όχι και στην pop, όπως διαπιστώνεται στην πορεία). Έπειτα, αυτή η τάση της Hilton να συνθέτει συχνά έχοντας στο νου της το τραγούδι. Φωνή δεν υπάρχει στο “Kaleidoscope”, αλλά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως μελωδίες όπως εκείνη του “Whispered confessions” ή του “Stepping into paradise” δεν θα μπορούσε να τραγουδηθούν. Ακούγοντας, έτσι, και με κάποια σειρά τα tracks του CD είναι εύκολο να διαπιστωθεί αυτό το «ξερό», βαθύ groove στο “Simmer”, που παραπέμπει στον καλύτερο Hancock των sixties, είναι εύκολο να δει κανείς την άψογη δουλειά στις διασκευές (τόσο στο κλασικό “When I fall in love”, όσο και στο “One and only” της Adele), ή να επιβεβαιώσει τις διαφορετικές επιδράσεις στο “Bach/ Basie/ Bird boogie blues bop”. Γενικώς, κάθε track του “Kaleidoscope” είναι και μια διαφυγή προς κάτι άλλο – ένα γεγονός που φανερώνει, από την μια μεριά, την συνθετική μαεστρία της Hilton και από την άλλη την συμβολή στο οριστικό αποτέλεσμα μιας ομάδας άψογων οργανοπαικτών.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΟΠΟΥΛΟΣ οι Αρηανοί

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΦΛΕΡ
2. ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ (ΦΡΑΝΣΟΥΑΖ)
Κι ωστόσο ο Κ. έφυγε. Πήγε στην Κρήτη. Μόνος του. Χωρίς σλήπινγκ-μπαγκ. Με το καράβι και το λεωφορείο. Στον ήλιο και τη θάλασσα. Στην άμμο, στα βράχια, στις σπηλιές, στα Μάταλα. Γυναίκες, τσαντήρια, χίππηδες πορείες στα λαγκάδια μέχρι να βγει κανείς απέναντι σε κόλπους ερημικούς κι ανθρώπους γυμνούς στον ήλιο.
Όταν γύρισε, (μετά από δύο ημέρες), είχε πίσω του την εξής θλιβερή ιστορία:
Στο καράβι, (τηλεοράσεις, καφέδες, χαρτιά, σκουπίδια), περπατούσε με την καθαρή άσπρη φανέλλα του και το καινούργιο του παντελόνι, και κοιτούσε γύρω του. Δεν ανακάλυψε τίποτα. Ένοιωθε άβολα και εκτός περιβάλλοντος δεν ήξερε και τι γύρευε κει πέρα. Ένοιωσε μόνος του (βέβαια ήτανε μόνος του). Κάπου τον πήγαιναν μακρυά απ’ το σπίτι του –αυτό ήξερε– και για ποιο λόγο; Αλλά και ποιο σπίτι του; (…)
Στα Μάταλα τον πήγαν κάτι Γερμανοί με τ’ αυτοκίνητό τους. Στο δρόμο έμαθε τα ονόματα των δέντρων στα γερμανικά, καθώς και ότι η επιφάνεια της θάλασσας στην Κρήτη ανεβαίνει διαρκώς. Έμαθε ακόμη ότι ορισμένα φαγητά στην Ελλάδα δεν τα τρώνε ο καθένας σε ξεχωριστό πιάτο, αλλά όλοι μαζί από το ίδιο.
Ύστερα τον άφησαν κάπου στο δρόμο. Ύστερα πέρασ’ ένα φορτηγό. Πάλι αμπέλια και λαγκάδια, ώσπου στα Μάταλα, στην κεντρική, ας πούμε, πλατεία του χωριού, πηδάει κάτω απ’ την καρότσα, με τη βαλίτσα στο χέρι, δίπλα στο περίπτερο, κι ήταν εκεί μία Ολλανδέζα. Ύστερα η Ολλανδέζα έφυγε.
Ο Κ. έμεινε. Άλλωστε μόλις είχε φτάσει.
Βρήκε δωμάτιο.
Αργότερα βρήκε και τη Φρανσουάζ. Αντάλλαξαν απόψεις: Ο Μάης του ’68 πέρασε, χίππηδες δεν υπάρχουν πια, (αν και υπήρχαν εκεί γύρω κάτι με γένεια), τα Μάταλα δεν είν’ όπως και πρώτα, στις σπηλιές δεν μένει πια κανείς, γίνανε όλοι μάνατζερ ή γυρίσανε σπίτια τους (ε, βέβαια γυρίσανε, σκέφτηκ’ ο Κ.).(...)
Ήταν ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Λαζόπουλου Οι Αρηανοί [Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα α.χ., μάλλον πρόκειται για έκδοση του 1976]. Περιέχονται τα διηγήματα: Αλέξανδρος Κόφλερ ο Γκρίζος Άνθρωπος, Λούις ο Μαρκήσιος του Λερουά, Καθημερινότητες (Μαρία), Κοντά στη Φύση (Φρανσουάζ) και Οι Αρηανοί. Το εξώφυλλο, όπως και όλο το βιβλίο (που είναι τυπωμένο σε υποκίτρινες, θαλασσιές και άσπρες σελίδες) είναι στολισμένο με σκίτσα του Ηλία Πολίτη.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

COPERNICUS άμεση αιωνιότητα

Πριν λίγο καιρό (12/3/2014) στην ανάρτηση «COPERNICUS rock και ποίηση… κβαντική και αντιιμπεριαλιστική» είχα αναφερθεί στο CD “L'Étérnité Immédiate” σημειώνοντας τα εξής: «Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας (00s) ο Copernicus είχε έτοιμο ένα project, το οποίον τιτλοφορούσε ‘Άμεση Αιωνιότητα’. Το project αυτό ηχογραφήθηκε στην αγγλική (το 2001 και το 2003), στην ισπανική (ως “La Eternidad Inmediata” το 2001 και το 2003), στην γερμανική (ως “Die Sofortige Ewigkeit” το 2003) και στην γαλλική (ως “L'Étérnité Immédiate” το 2003). Η ιστορία, γενικώς, έχει ως εξής: Το 2001 στην πόλη Guayaquil του Ισημερινού ηχογραφείται η ‘Άμεση Αιωνιότητα’ με την βοήθεια τεσσάρων εντόπιων μουσικών στην ισπανική και την αγγλική γλώσσα. Το ισπανόφωνο άλμπουμ κυκλοφορεί στην Νότια Αμερική, με την μπάντα να πραγματοποιεί 25 συναυλίες στον Ισημερινό, το 2003, πριν μπει ξανά στο στούντιο. Εκεί, ηχογραφείται εκ νέου το έργο στην ισπανική, με τον Copernicus να τοποθετεί πάνω στην ήδη υπάρχουσα μουσική τη γαλλική μετάφραση των στίχων του, έχοντας έτσι και μία γαλλική version της ‘Άμεσης Αιωνιότητας’».
Εδώ, τώρα, έχουμε μία ανέκδοτη version του έργου –“Immediate Eternity II” [Nevermore, Inc./ MoonJune, 2014]– γραμμένη και αυτή στην Guayaquil (πρόκειται για την αγγλόφωνη του 2003, για την οποία γίνεται λόγος παραπάνω) ακριβώς από τους ίδιους μουσικούς (César Aragundi κιθάρα, Newton Velasquez πλήκτρα, Freddy Auz μπάσο, Juan Carlos Zúñiga López ντραμς), με μία διαφορά όμως. Όπως αναφέρει ο Copernicus στις σημειώσεις του άλμπουμ… η παρούσα ηχογράφηση είναι ίσως η ωριμότερη όλων, αφού συνέβη σε καλύτερο στούντιο και μάλιστα μετά από 25 συναυλίες που έδωσε το γκρουπ στον Ισημερινό… πράγμα που σημαίνει (λέω εγώ) πως το «δέσιμο» και το «δόσιμο» θα είναι επί του προκειμένου το πυκνότερο όλων (και όντως). Να τονίσω λοιπόν ξανά πως το συγκεκριμένο project είναι ένα από τα πιο ροκάδικα και ταυτοχρόνως πιο διεισδυτικά του Copernicus (με τους πολιτικο-κοινωνικο-φιλοσοφικούς στίχους να γεμίζουν κάθε μικρό ή μεγαλύτερο οργανικό κενό) και με τους… ινδιάνους μουσικούς να τα δίνουν όλα, βγάζοντας φοβερό «αίσθημα» με τα παιξίματα και τις επινοήσεις τους. Άλμπουμ για prog fans είναι το “Immediate Eternity II για να γίνω απολύτως σαφής.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

η γελοιότητα με τα εισιτήρια

Ζούμε και κινούμαστε στην μεγάλη πόλη που λέγεται Αθήνα, και απαιτούμε να μεταφερόμαστε με τις δημόσιες συγκοινωνίες φθηνά, με ασφάλεια και με αξιοπρέπεια. Δεν ισχύει τίποτα από τα τρία. Και εξηγούμαι.
Είναι γελοίο να κορδώνεται ο υπουργός Χρυσοχοΐδης για την μείωση, τάχα, των τιμών των εισιτηρίων (εκτός και αν του σφύριξαν έτσι να πει, αφού συνήθως δεν προλαβαίνει να διαβάζει όσα υπογράφει ή ψηφίζει). Οι κάρτες για όλα τα μέσα από 45 ευρώ το μήνα, πάνε στα 30… μας λένε, ενώ καταργείται, ταυτοχρόνως η λαϊκή κάρτα των 20 ευρώ, που αφορούσε σε λεωφορεία, τρόλεϊ και τραμ. Επίσης, θα υπάρχει ένα εισιτήριο των 1,20 ευρώ (το παλιό 1,40) που θα ισχύει για 70 λεπτά της ώρας (αντί για 90). Αυτά είναι τα βασικά, και είναι για… γέλια.
Από την στιγμή κατά την οποίαν δεν υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία από τον ΟΑΣΑ, που να μας πληροφορούν πόσες χιλιάδες κάρτες των 20 και των 45 ευρώ αγοράζονταν από τους επιβάτες κάθε μήνα, πόσες μετακινήσεις γίνονται με το λεωφορείο και πόσες με το μετρό (οι πρώτες μπορεί να είναι ακόμη και διπλάσιες από τις δεύτερες), εγώ θα υποστηρίξω (γιατί δεν εμπιστεύομαι κανέναν υπουργό) πως δεν υπάρχει ουδεμία μείωση, παρά μόνον αύξηση, καθαρή αύξηση, και μάλιστα υπέρογκη (εννοώ διψήφια). Και κάθε αύξηση (οσηδήποτε-οπουδήποτε) μια τέτοιαν εποχή ισοδυναμεί με επέλαση επί της ψυχικής μας αντοχής (αφήνω την τρύπια τσέπη μας).
Η κοινή λογική λέει πως η πλειονότητα των αγοραστών καρτών (φτωχαδάκια, άνεργοι, αλλοδαποί…) χρησιμοποιούσε την φθηνή κάρτα επιχειρώντας να βολευτεί μ’ αυτήν. (Έκανα και… ρεπορτάζ ρωτώντας φίλους, γνωστούς, γείτονες μετανάστες κ.λπ., το οποίον και επιβεβαίωσε το προφανές). Πώς αναγκάζεις λοιπόν τους περισσότερους να πληρώσουν 50% παραπάνω(!) και τούτο να το πλασάρεις σαν μείωση; Πρέπει να είσαι το λιγότερο θρασύς. Και γιατί, αφού θέλεις να ασκήσεις… φιλολαϊκή πολιτική (ώπα της) δεν προσφέρεις ούτε μία πραγματική μείωση στο ίδιο, το τονίζω «στο ίδιο», προϊόν; Όταν υπάρχει το εισιτήριο του 1,40, που διαρκεί 90 λεπτά, μείωση σημαίνει να το πας στο 1,20 και να διαρκεί πάλι 90 λεπτά. Όταν κόβεις 20 λεπτά διάρκεια είσαι θεομπαίχτης. Και τούτο γιατί οι καθυστερήσεις των μέσων μεταφοράς είναι πλέον… μνημονιακή υποχρέωση. Εκεί που έκανες μια ψιλοδουλειά σε 60 λεπτά πήγαινε-έλα, τώρα θέλεις 70 και 80. Τα έχουν υπολογίσει όλα. Σου λέει, μέσα σε 70 λεπτά προλαβαίνεις-δεν-προλαβαίνεις να ρίξεις ένα κατούρημα στο Σύνταγμα ερχόμενος από την Κυψέλη και να επιστρέψεις, οπότε ή θα αναγκαστείς ν’ αγοράσεις κι άλλο εισιτήριο ή θα κινδυνεύεις να πιαστείς με ληγμένο χαρτάκι από την… εξουσία. Προβλέπω, λοιπόν πως τα σχετικά επεισόδια θα αυξηθούν, δεδομένου του διαρκούς στριμώγματος του κόσμου (αφού το διαθέσιμο εισόδημα συνεχίζει να μειούται) και πολύ φοβάμαι πως μπορεί να ξαναζήσουμε θλιβερές καταστάσεις, όπως με το παιδί πέρυσι στο Περιστέρι, που στερήθηκε τη γλυκιά ζωή του δι’ ασήμαντον αφορμήν.

Υπάρχουν ελεγκτές, πολλοί, που συμπεριφέρονται σαν κάτι γιδοξούρια λοχίες στο στρατό, διεκδικώντας πλέον την πρωτιά, στην μήνιν και στο σιχτίρισμα της κοινωνίας, από τους ματατζήδες. Και εις ανώτερα! Τους βλέπεις, ας πούμε, επειδή τους παρατηρώ το σημειώνω, να στέκονται σαν κύριοι στις στάσεις δίχως τα διακριτικά τους, να επιβιβάζονται στο λεωφορείο, να μην τους παίρνει κανείς χαμπάρι, να κάθονται στις θέσεις πάλι σαν κύριοι, και ξαφνικά –μετά από μια-δυο στάσεις– να σηκώνονται, να εμφανίζουν τις ταυτότητές τους, αρχίζοντας να κόβουν πρόστιμα (όχι σαν… κύριοι, αλλά σαν τους χαρατζήδες επί Τουρκοκρατίας). Τι θέλουν να παραστήσουν με όλο αυτό το θέατρο; Να τους πούμε και «πονηρούς»; Να τους δώσουμε και κανένα… BAFTA; Δηλαδή, πρέπει να είσαι ξεδιάντροπος (και κάτι από τραμπαρίφας) για να ενεργείς μ’ αυτόν τον τρόπο. Μας θεωρούν, ως επιβάτες, εν δυνάμει κλέφτες και απατεώνες, επιχειρώντας να μας «πιάσουν» με… παρακρατικές μεθόδους. Σαν τους χαφιέδες κινούνται ανάμεσά μας, και ξαφνικά αποκαλύπτονται. Πότε στο διάολο γινόντουσαν αυτά τα πράγματα; Θυμάμαι τους ελεγκτές στην δεκαετία του ’70 και του ’80 να φορούν ξεχωριστές γκρι στολές, με κασκέτο, να επιβιβάζονται πάντα στις στάσεις και όχι στα φανάρια (όπως συχνά πράττουν τούτοι εδώ οι νέοι… μασκοφόροι, που ψοφάνε για αίμα) να είναι χαλαροί και άνετοι. Ήσουν μέσα στο λεωφορείο και έβλεπες τον ελεγκτή στη στάση… ok… Ούτε έκλειναν οι πόρτες, για να μην αποδράσει ο… εγκληματίας, ούτε τίποτα. Κι εν πάση περιπτώσει ο ελεγκτής, τις πιο πολλές φορές, σε ανάγκαζε να αγοράσεις εισιτήριο και να το ακυρώσεις (οι περισσότεροι απ’ όσους «συλλαμβάνονταν» είχαν πάνω τους το αντίτιμο), αφού τα 60πλάσια πρόστιμα ήταν μόνο για τα χαρτιά, ενώ σ’ «έκοβε» κιόλας (με το «κόψιμο» της παλαιάς κοινωνικής ματιάς, που πλέον αγνοείται από τους μπαστουνόβλαχους) και αναλόγως σε αντιμετώπιζε. Φαίνεται ο αναιδής τζαμπατζής, που έχει iPhone π.χ. αλλά όχι το 1,20 και που θέλει να βγει κι από πάνω, όπως φαίνεται και ο φουκαράς που είναι ταπί ή ο ξεχασιάρης.
Αγόραζα κάρτα, από πάντα, 11 μήνες το χρόνο (πλην Αυγούστου) και πλέον δεν ξέρω τι θα κάνω. Κάρτα των 20 ευρώ εννοώ και όχι των 45, επειδή, ανάμεσα σε άλλα, δεν πολυγουστάρω να κυκλοφορώ σαν… τυφλοπόντικας. Προτιμώ δηλαδή τις υπέργειες και ανθρώπινες ταχύτητες των τρόλεϊ, εκεί όπου μπορείς να διαβάσεις και 4-5 κεφάλαια από το Η Γιαγιά μου η Αθήνα του Ταχτσή σε μια διαδρομή Παγκράτι-Κυψέλη ας πούμε, ή να κάθεσαι «ανάποδα» ρε παιδί μου παρατηρώντας, χαλαρά, τις φάτσες των ανθρώπων, παρά τις… ταχύτητες φωτός του μετρό, όπου δεν προλαβαίνεις ούτε τ’ όνομά σου να πεις. Έτσι, προχθές, όταν υπήρξε λόγος για να κατεβώ στο κέντρο, αγόρασα εισιτήριο (αφού δεν είχα κάρτα του Αυγούστου) το έβαλα στην κωλότσεπη για να μη ζαρώσει από τον ιδρώτα, και περίμενα το λεωφορείο… που κάποια στιγμή, και μετά από τα σχετικά …σταυρίδια, δέησε κι έφθασε. Μπήκα, ξέχασα να ακυρώσω και κάθισα. Είχα άλλα στο μυαλό μου, σκεφτόμουν ένα χαράτσι 2300 ευρά που πρέπει να καλύψω μέχρι αύριο, κι επειδή το να ακυρώνω εισιτήρια, ως κίνηση, δεν μου λέει τίποτα (δεν είναι αυτοματοποιημένη εντός μου δηλαδή, αφού κυκλοφορώ με κάρτα), μου διέφυγε. Το αποτέλεσμα ήταν να θυμηθώ τι έπρεπε να κάνω μόνο μετά από τρεις στάσεις, όταν μπήκε στο λεωφορείο μια επιβάτισσα «χτυπώντας» το εισιτήριό της μπροστά στα μάτια μου. «Ωχ Παναΐα μου» είπα –και όχι… ουάου– «ξεχάστηκα, που να πάρει…», σπεύδοντας κι εγώ να ακυρώσω.
Αν πριν την επιβάτισσα έμπαινε ελεγκτής, ούτε κι εγώ ξέρω που θα καταλήγαμε… Το πιθανότερο είναι πως θα μας γράφανε οι εφημερίδες…

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ fthia blues

Ο Παύλος Καραπιπέρης είναι ο τραγουδιστής/ κιθαρίστας κ.λπ. των Small Blues Trap, ενός από τα καλύτερα ελληνικά blues συγκροτήματα της τελευταίας δεκαετίας. Οι ηχογραφήσεις του, ομαδικές (με το συγκρότημα) ή προσωπικές (στις οποίες συμμετέχουν και μέλη του γκρουπ), έχουν πάντα ενδιαφέρον (δηλαδή μεγάλο ενδιαφέρον), γιατί κατορθώνουν να συνδυάσουν στοιχεία αρχέγονου blues (του Mississippi ας πούμε ή του νεο-ορλεανικού) με rock και folk καταστάσεις, δημιουργώντας ένα κάπως σκοτεινό, μυστικιστικό κλίμα. Υπό αυτήν την έννοια οι Small Blues Trap και ξεχωριστά ο Καραπιπέρης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του σύγχρονου blues researching και αν η αξία τους/του δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί όσο και όπως πρέπει στο εξωτερικό (στην Ελλάδα είναι πλέον αρκετά γνωστοί στο κύκλωμα) είναι γιατί λίγοι θα σκύψουν να δουν τι (σχετικό) συμβαίνει σε μια μικρή χώρα του ευρωπαϊκού νότου, χιλιάδες μίλια μακριά από την πηγή των γεγονότων (ας το πούμε φυσικό, ως ένα βαθμό). Παρά ταύτα οι άνθρωποι αυτοί, που έχουν ως έδρα τους την Μαλεσίνα της Φθιώτιδας, συνεχίζουν να πράττουν εκείνο που θέλουν και γουστάρουν, όντας απερίσπαστοι στο έργο τους και ανεπηρέαστοι από τις πάσης φύσεως Σειρήνες.
Το One Sin in Seven Parts [Shelter Home Studio, 2014] είναι το τρίτο προσωπικό άλμπουμ του Παύλου Καραπιπέρη (είχαν προηγηθεί τα “Fifteen Raindrops in an Ocean of Blues Tales” το 2009 και Somethin' Like Blues or Haunted Ballads” το 2012), αλλά δυστυχώς δεν είναι τυπωμένο (ακόμη) σε CD ή LP. Πρόκειται για ένα (άψογο από πάσης απόψεως) CD-R, για το οποίον ελπίζω να περάσει κάποια στιγμή και στο… επόμενο στάδιο. Και τούτο γιατί πρόκειται για ένα συναρπαστικό άλμπουμ blues ταξιδιού, προσεγμένο μέχρι κεραίας στην ενοργάνωσή του (ακούγονται, εκτός από τις πάσης φύσεως κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς, σαντούρι, άλτο σαξόφωνο, πολίτικη λύρα, φυσαρμόνικα, όργανο και μπαγλαμάς), κάτι που του παρέχει, εξάλλου, και την συγκεκριμένη, ξεχωριστή χροιά. Εννοώ πως τα «άλλα» όργανα είναι ενταγμένα με πολύ ωραίο τρόπο στο συνολικό άκουσμα, δίχως να τα παίρνεις και τόοσο πολύ χαμπάρι. Γιατί αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Να μπορείς να εντάξεις δηλαδή ένα σαντούρι ή έναν μπαγλαμά σε μια blues ηχογράφηση, δίχως να την μετατρέπεις σε… νησιώτικη, λαϊκή ή… ρεμπετο-μπλουζική. 
Επτά κομμάτια λοιπόν, με κάπως προγραμματικούς τίτλους (“Welcome boy”, “In the world of madness”, “Your ticket to adventure”, “A callindown the riverside”, “A secret place”, “Dig in your soul”, “The dreamlands door”), που αφηγούνται μιαν ιστορία σε χρόνο λίγο πάνω από την μισή ώρα. Επτά τραγούδια, που δεν είναι επτά αλλά περισσότερα αφού υπάρχουν tracks με εκτεταμένες εισαγωγές και «αλλαγές», και τα οποία διαχέονται κατά μίαν έννοια το ένα μέσα στο άλλο. Οι παίκτες που συμμετέχουν (Παναγιώτης Δάρας, Λευτέρης Μπέσιος, Στάθης Ευαγγελίου, Σωτήρης Κουρούτης, Τέρης Μαρτίνος, Γιάννης Καραστάθης, Παύλος Καραπιπέρης), τα όργανα που ακούγονται και κυρίως ο τρόπος που «δένονται» μεταξύ τους, οι «αλλαγές» στα “In the world of madness” και “A secret place” (στην καλύτερη παράδοση του βρετανικού ψυχεδελικού blues των late sixties), η ψυχεδελική και κάπως freaky-noisy διαχείριση στο “A callindown the riverside”, το όργανο έτσι όπως «ζωγραφίζει» στην αρχή του “Dig in your soul” καθώς και η εξέλιξή του με τα γεμίσματα της φυσαρμόνικας, το έσχατο “ The dreamlands door”, που ανακάλεσε στη μνήμη μου την πενιά του Roy Buchanan, όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως με οδηγούν στο εξής ερώτημα: πού πρέπει να αποταθεί ο Παύλος Καραπιπέρης, για να δει την δουλειά του να κυκλοφορεί όπως πρέπει;

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

BAŞAK YAVUZ ένα παράξενο CD

Ηχογραφημένο στην Αμερική κατά την διάρκεια των φοιτητικών χρόνων της στο Manhattan School of Music, το things…” [Z Müzik Yapım, 2012] της τουρκάλας ερμηνεύτριας και τραγουδοποιού Başak Yavuz είναι ένα σχεδόν 70λεπτο CD, στο οποίον ανασκαλεύονται εντελώς διαφορετικές, τραγουδιστικές, αισθητικές περιοχές – με άξονα πάντα την jazz, την παράδοση και τον αυτοσχεδιασμό. Μαρτυρά, δε, προς αυτό όχι μόνον το ρεπερτόριο, που αποτελείται από τρία στάνταρντ (“A timeless placeJimmy Rowles/ Norma Winstone, “He was too good to meRichard Rodgers/ Lorenz Hart, “How deep is the oceanIrving Berlin) και εννέα συνθέσεις της Yavuz, αλλά και η πληθώρα των μουσικών –δέκα οκτώ ζωή να ’χουν– με μερικά πολύ γνωστά ονόματα ανάμεσά τους (David Liebman, Matt Holman, Peter Eldridge…), που χειρίζονται από πιάνο και σαξόφωνο, μέχρι kora, βιμπράφωνο και pandeiro.
Με ηχητικές-μελωδικές μνήμες από την πατρίδα της (“Bu aralar”), τις οποίες διαδέχονται tracks με δυτικοαφρικανικές ρυθμικές αναφορές (“Sen ve ben”) και στοιχεία φωνητικού πειραματισμού πάνω σε jazz-rock/avant ενορχηστρώσεις (“Hezarfen”, “My moment”), η Başak Yavuz κατορθώνει να δημιουργήσει και να προτείνει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές –ιδίως στις μεγαλύτερης διάρκειας συνθέσεις της– δίνοντας, ταυτοχρόνως, και αποκαλυπτικές διασκευές (όπως στο “A timeless place” π.χ. που αρχικώς εμφανίζεται ως μελωδία της… Ανατολίας, πριν μεταμορφωθεί σ’ ένα δυναμικό σύγχρονο blues, ή στο “He was too good to me” με τους απίθανους φωνητικούς ακροβατισμούς και το scat singing). Γενικώς, υπάρχει διασκορπισμένη πολλή «άλλη άποψη» στα κομμάτια του “things…” (με τον Liebman να πρωτοστατεί, όσον αφορά στα soli), πράγμα που μετατρέπει την ακρόαση του εκτεταμένου στο χρόνο CD –γιατί όχι;– σε μία ενδιαφέρουσα διαδικασία.
Επαφή: www.basakyavuz.com

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

δύο κανάλια τον Αύγουστο

Τον Αύγουστο, στις διακοπές, ακούω ραδιόφωνο. Μόνο ραδιόφωνο. Όση ώρα είμαι στο πατρικό μου, και όχι σε κάποια παραλία ή καφενείο, κάτι παίζει. Συνήθως συντονίζομαι στις γνωστές κρατικές και… προκρατικές συχνότητες, αν και μερικές φορές «πιάνω» και άλλους σταθμούς στους οποίους μπορεί ν’ ακούσω κάτι διαφορετικό ή μη προφανές (ας πούμε ένα ιταλικό τραγούδι με τον Vasco Rossi ή την Irene Grandi). Ραδιόφωνο δεν ακούω άλλο μήνα του χρόνου. Δεν ακούω, μάλιστα, ούτε στο αυτοκίνητο (κανένα μήνα του χρόνου), αφού το ψάξιμο και κυρίως ο χαώδης λόγος με αποσυντονίζουν κι εκνευρίζομαι. Αυτός είναι ο κανόνας, γιατί εξαιρέσεις υπάρχουν. Όταν κάποιος φίλος με πληροφορήσει για μιαν εκπομπή του σ’ ένα κανάλι το σημειώνω και την/τον ακούω (κυρίως on line). Γιατί, αν δεν το σημειώσω… πάει… έφυγε… Το ραδιόφωνο δηλαδή, αυτό το μαγικό πράγμα με το οποίο μεγάλωσα, κατέληξε να είναι το τελευταίο μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσής μου· και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Θυμάμαι πως κάποτε, στα χρόνια του ’80, εγκατέλειπα παρέες για ν’ ακούσω αγαπημένες ραδιοφωνικές εκπομπές, ενώ ακόμη παλαιότερα, στα seventies, οι πειρατικοί σταθμοί των μεσαίων ήταν ένα παράλληλο σχολείο, στο οποίο τυγχάνω μαθητής ακόμη. Εννοώ πως εκείνα τα προγράμματα τα αναπαράγω ακόμη και σήμερα για πάρτη μου, και τα απολαμβάνω (στο YouTube ας πούμε) όχι με νοσταλγία και συγκίνηση αλλά επειδή με «εκφράζουν». Τα κανάλια που άκουσα αυτό το καλοκαίρι ήταν κυρίως το Πρώτο Πρόγραμμα της ΝΕΡΙΤ (είπα… να το πάρει το ποτάμι) και βεβαίως η ΕΡΑ (ertopen κλπ.), δηλαδή το ραδιόφωνο των απολυμένων της πάλαι ποτέ ΕΡΤ. Ας το σημειώσω από την αρχή λοιπόν και χωρίς περιστροφές. Και τα δύο κανάλια (τον Αύγουστο) με απογοήτευσαν. Κοινώς, ήταν για κλάματα.
Ο σταθμός της ΝΕΡΙΤ έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού ελληνικού κρατικού (και όχι δημοσίου) ραδιοφώνου (δεν περιμέναμε, φυσικά, να μας το πει αυτό η EBU…). Και αναφέρομαι στις εκνευριστικές ειδήσεις (προσέξτε, μάγκες μου, μην κόψει η σούπα) κεντραρισμένες στο κυβερνητικό «έργο» (ή μάλλον πάρεργο) που σου δίνουν την εντύπωση ότι αφορούν σε ηλιθίους, στην απουσία σοβαρού αντιπολιτευτικού λόγου (ούτε για τα μάτια του κόσμου), στην εμμονή σε «νέα» αρνητικού περιεχομένου (εγκλήματα κ.λπ.) –δεν εννοώ το έγκλημα που διαπράττεται στην Γάζα και που αντιμετωπιζόταν κάπως… απ’ έξω-απ’ έξω–, και ακόμη στην εκνευριστική αναπαραγωγή όλων τούτων ανά ημίωρο (κάτι που εφαρμόζεται όχι μόνον από κρατικούς, αλλά και από ιδιωτικούς, αθηναϊκούς σταθμούς). Αλλά και στο ψυχαγωγικό κομμάτι το πράγμα δεν ήταν καλύτερο – μάλλον ήταν πολύ χειρότερο. Υπήρχαν ελάχιστες στιγμές (κυρίως τα βράδια) που είχαν κάτι να προτείνουν –μην φανταστείτε τίποτα παράξενα πράγματα, τραγούδια του... γάμου από την Χώρα των Βάσκων π.χ., ή ψαράδικα τραγούδια της Ισλανδίας– και βεβαίως πολύ ελληνικό ρεπερτόριο, όπως και ελάχιστο και βεβαίως ανεπαρκέστατο ξένο (βαρέθηκα να μετράω πόσες φορές άκουσα, μέσα σε 20 μέρες, το “On the beach” του Chris Rea). Εν αντιθέσει, όμως, με τους… απολυμένους οι… επαναπροσληφθέντες έχουν κάπως εκσυγχρονίσει τις επιλογές τους (μπορείς ν’ ακούσεις, ας πούμε, μέχρι και… Ευσταθία), δίχως να λησμονούνται τα «κιλά» από Χατζιδάκι, κάτι ελάχιστο από Θεοδωράκη, καθώς και όλα τα υπόλοιπα (και πιο καινούρια) έντεχνα. Δεν χρειάζεται να πω πως ένα κρατικό (ελληνικό) ραδιόφωνο οφείλει να προβάλλει το άπαν της ελληνικής μουσικής (παλαιότερης και καινούριας) δίχως αποκλεισμούς και προκαταλήψεις. Το πολλάκις εκνευριστικό πρόγραμμα του Δεκαπενταύγουστου με τις πανηγυρτζίδικες επιλογές ήταν, μάλιστα, το κερασάκι στην τούρτα. Ορισμένοι αδαείς νομίζουν πως αν αναπαράγουν κάτι από την μουσική αθλιότητα των τουριστοπανηγυριών του ελληνικού καλοκαιριού θα μας κάνουν να ευθυμήσουμε. Μα καλά, τόσο βλάκες είναι; Κακές ήταν επίσης και οι πρωινές «ενημερωτικές» εκπομπές με τις εκφωνήτριες, που δημοσιογραφούν επιπλέον και σε… αντικαθεστωτικές φυλλάδες (συνάδει; – συνάδει…), να εμφανίζονται απροετοίμαστες (με κομπιάσματα και χάσματα στο λόγο τους) εμμένοντας σε (ξενέρωτες) αυτοσχέδιες εξυπνάδες, ξερογλείφοντας στα μικρόφωνα. Α παράτα μας κυρά μου… Για ακόμη μια φορά τζάμπα πληρώνουμε, αυτό είναι το πιο σίγουρο.
Αλλά και η παλαιά ΕΡΑ δεν είναι καλύτερη. Μπορεί να ξαφνιάζει ευχαρίστως (ναι!) εκείνο το περί… φασιστικής κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου που ακούγεται τακτικώς (και ως «ουρά) στα δελτία ειδήσεων, όπως και ο εν γένει αντιμνημονιακός σοβαρός (όταν είναι σοβαρός) λόγος, όμως το πράγμα μπάζει – κι ας είναι εν μέρει αιτιολογημένο. Θέλω να πω πως το σπικάζ π.χ. στην ΕΡΑ είναι χειρότερο από εκείνο της ΝΕΡΙΤ. Φίλτατοι θέλει προσοχή. Όσο και αν ένα κανάλι προβάλλει τον δικό του… αντι-σαμαροβενιζελικό αγώνα δεν πρέπει να χαλαρώνουν ορισμένα από τα απαράβατα ραδιοφωνικά στάνταρντ. Αλλά, εδώ, θα μου πεις πως βραδύγλωσσους σπίκερ (κυριολεκτώ) έχει και η ΝΕΡΙΤ, οπότε… κλαφ’ τα Χαράλαμπε. Και πρέπει να ήταν στην ΕΡΑ και όχι στην ΝΕΡΙΤ ένα μεσημέρι (δεν κρατούσα, όπως αντιλαμβάνεστε, λεπτομερείς σημειώσεις αφού σε διακοπές βρισκόμουν), όταν ακούστηκε πως το Woodstock συνέβη… 40 χρόνια πριν –κάθε Αύγουστο όσοι δεν έχουν τι να κάνουν θυμούνται το Woodstock, τον Presley, και την Ικαρία...–, δηλαδή το καλοκαίρι του ’74 (ε ρε βρεγμένη σανίδα που ήθελε η απολυμένη, γιατί γυναίκα ήταν).
Τώρα, από ενημερωτικής πλευράς (και πάντα συγκριτικώς), τα πράγματα ήταν καλύτερα στην ΕΡΑ, αφού υπήρχαν εκπομπές που μπορούσες ν’ ακούσεις έναν λόγο που να μην σε υποτιμά (θυμάμαι μία συζήτηση με Γιάννη Βαρουφάκη, Αντώνη Παπαγιαννίδη και κάποιον τρίτο ένα μεσημέρι), ενώ και στον ψυχαγωγικό τομέα άνθρωποι όπως ο Θόδωρος Σαραντής μπορούν (ακόμη) να κρατήσουν το ενδιαφέρον τόσο με τις επιλογές τους όσο και μ’ εκείνα που λένε. Γενικότερα, όμως, το μουσικό οπλοστάσιο της ΕΡΑ ήταν ακόμη πιο προφανές από εκείνο της ΝΕΡΙΤ και ώρες-ώρες εκνευριστικά… εμμονικό. Χατζιδάκις και ξανά μανά Χατζιδάκις (έχω την βεβαιότητα πως η «απο-χατζιδακικοποίηση» του ραδιοφώνου καθίσταται πλέον επιτακτική) και από κοντά Μάλαμας, Θ. Παπακωνσταντίνου, Θαλασσινός, Πορτοκάλογλου, Τσακνής, Αρβανιτάκη, Δεληβοριάς, Μαχαιρίτσας κ.λπ. Η playlist τού Μελωδία δηλαδή. Χάθηκε ένας Τόλης ρε παιδιά («δεν μου κάνει αίσθηση καμμία…»), ένας Κωστής Χρήστου («τι παράπονα είχε κι έφυγες από μένα…») ή έστω ένας Αντώνης Ρεπάνης («τα βράδια που περάσαμε μαζί, δεν είχανε του έρωτα το χρώμα…»). Τι διάολο έγιναν οι 100 χιλιάδες δίσκοι της ΕΡΑ –απορώ– για τους οποίους ακούμε και ξανακούμε στη σχετική διαφήμιση; Πήγαν παρακαταθήκη στη ΝΕΡΙΤ και ξέμεινε η ΕΡΤ με τα λιμά (τα CD των εφημερίδων);
Κάποτε ο Πανούσης τραγουδούσε… «όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο κι Αλεξίου»… Αν εξαιρέσεις την Αλεξίου, την οποίαν άπαντες θα την θυμηθούν (θέλουν δεν θέλουν) στην αυγουστιάτικη πανσέληνο, από Πάριο και Νταλάρα φαίνεται πως κλείνει σιγά-σιγά το μαγαζί. Κρίμα, γιατί αντί να μας τα πρήζουν με τον Χαρούλη, που όταν ανακαλεί στην μνήμη μου τον Ξυλούρη δεν αντέχεται με τίποτα, ένας αγωνιστικός Νταλάρας θα ήταν ό,τι πρέπει. Ιδίως αυτό το καλοκαίρι… Του ’76... 

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

ROTEM SIVAN ένα ταλέντο της τζαζ κιθάρας

Ο Rotem Sivan (γεννημένος στην Χάιφα του Ισραήλ, αλλά εγκατεστημένος στην Νέα Υόρκη) είναι ένα από τα ανερχόμενα ονόματα της τζαζ κιθάρας. Τούτο διαπίστωσα ρίχνοντας μια ματιά στο δίκτυο και διαβάζοντας όσα έχουν γραφεί για ’κείνον στο All About Jazz, στο Jazzman και αλλού, ή όσα έχουν ειπωθεί από συναδέλφους του (τον κιθαρίστα Peter Bernstein π.χ. ή τον ντράμερ Ari Hoenig). Αποτέλεσμα αυτών ήταν να ρίξω το “For Emotional Use Only” [Fresh Sound New Talent Records, 2014]
στο player με μια κάποια προσμονή – ν’ ακούσω, δηλαδή, κάτι ξεχωριστό από ένα τζαζ σχήμα, εν πάση περιπτώσει, που δεν μπορείς να το πεις… καθημερινό. Εννοώ πως τα jazz trios με κιθάρα, μπάσο, ντραμς, δεν είναι και τόσο συνήθη όσο τα ανάλογα trios με πιάνο, μπάσο, ντραμς… κι οι λόγοι είναι πολλοί. Λόγοι που άπτονται της… ιδιοσυστασίας των οργάνων (πιάνο, κιθάρα), του πώς διαχύθηκαν αυτά μέσα στην τζαζ ιστορία και δισκογραφία κ.λπ. Έτσι, ενώ εσχάτως (τα τελευταία 10-15 χρόνια εννοώ) παρατηρείται ένας καταιγισμός piano trios, τα guitar trios είναι σίγουρα πιο δυσεύρετα. Κιθαριστικό τρίο είναι λοιπόν το Rotem Sivan Trio αποτελούμενο εκ των Haggai Cohen Milo μπάσο, Mark McLean ντραμς και Rotem Sivan κιθάρα, με το “For Emotional Use Only” να αποτελεί το δεύτερο CD τού ισραηλινού παίκτη (είχε προηγηθεί το “Enchanted Sun” πέρυσι στην SteepleChase με διαφορετικό, όμως, rhythm section).
Το άλμπουμ ανοίγει με απρόσμενο τρόπο. Για δύο σχεδόν λεπτά ακούμε τον Cohen Milo να μελωδεί (à la Charlie Haden) στο “Intro to spirals” σε σόλο μπάσο. Μια εντυπωσιακή εισαγωγή, που δίνει την σκυτάλη στο περίπου 6λεπτο “Spirals”, που και αυτό είναι ένα εντελώς παράξενο στην δομή του track, στηριγμένο σε μιαν… ακανόνιστη ρυθμολογία (31/16!), με φοβερή δουλειά στα ντραμς από τον McLean, στο μπάσο φυσικά, και οπωσδήποτε στην κιθάρα, εκεί όπου ο Sivan επιχειρεί πάνω σ’ αυτό το ρυθμό, και σ’ ένα μάλλον γρήγορο τέμπο, να παρουσιάσει ολοκληρωμένες μελωδίες. Το “A dream is a wish your heart makes” είναι τραγούδι των Mack David, Al Hoffman και Jerry Livingston και ακούστηκε για πρώτη φορά στην Cinderella (1950) του Walt Disney. Πρόκειται για ένα στάνταρντ δηλαδή, το οποίον οι Rotem Sivan Trio το μετατρέπουν σε… cool blues, με κιθαριστική φρασιολογία που παραπέμπει στα fifties και σε μουσικούς όπως ο Johnny Smith. Το φερώνυμο “For emotional use only” διατηρεί και αυτό την cool αίσθηση καθώς εξελίσσεται μέσα σ’ ένα… αισθητικό περιβάλλον, εν αντιθέσει, ας πούμε, με το “Sefis blues”, τα bop χαρακτηριστικά του οποίου τού παρέχουν μία πιο δυναμική εκφραστική. Η δεύτερη διασκευή του άλμπουμ αφορά στο “Useless landscape” του A.C. Jobim. Το τραγούδι στα πορτουγκέζικα είχε τίτλο “Inútil paisagem” κι είχε ακουστεί για πρώτη φορά (νομίζω) στο ιστορικό άλμπουμ της Wanda Sá “Wanda Vagamente” το 1964. Φυσικά έγινε στάνταρντ με δεκάδες εκτελέσεις (είτε ως instro, είτε ως τραγούδια στην αγγλική ή την πορτουγκέζικη). Η εκδοχή των Rotem Sivan Trio έχει την χάρη των συνθέσεων του Jobim, παρότι η ρυθμική ακολουθία δίνει την δυνατότητα στον Sivan να συνοδεύσει με περισσότερη σπιρτάδα. Πολύ ωραία, και μάλλον απρόσμενη διασκευή, την οποίαν προτιμώ ασυζητητί από εκείνη (την τραγουδιστική) των Esperanza Spalding και Gretchen Parlato, που άκουσα στο YouTube και η οποία παραείναι smooth (σχεδόν σε παίρνει ο ύπνος…). Το 9λεπτο “Pass it on” έχει και αυτό κάπως παράξενη δομή και παρότι είναι blues δεν έχει σχέση με οτιδήποτε άλλο στο CD – ίσως γιατί, εδώ, ο Monk είναι μια προφανής επιρροή. Πρόκειται, δε, για την ωραιότερη σύνθεση του άλμπουμ με τον… υπερηχητικό Rotem Sivan να παίζει ενίοτε soli σε κατάσταση… εκτός εαυτού. Το έσχατο “Blossom” είναι ένα ακόμη… απροσάρμοστο track, που φανερώνει το ταλέντο, την διάθεση και τον τρόπο του trio, και καθενός μέλους ξεχωριστά, να υπερβούν προφανείς και προβλέψιμες συνταγές. Εδώ, κατά βάση, έχουμε ένα afro track, με την κιθάρα να παίζει το ρόλο της kora(!) και το όλον πράγμα να παραπέμπει σε μαλινέζικη μουσική.
Θα περιμένω, εναγωνίως όπως λέμε, την εξέλιξη αυτού του trio