Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

ο WADADA LEO SMITH στην TUM

Σε δημιουργική έξαρση βρίσκεται τα τελευταία χρόνια ο τρομπετίστας της jazz-avant Wadada Leo Smith, κυκλοφορώντας το ένα άλμπουμ μετά το άλλο. Για τρία απ’ αυτά (τα άλμπουμ) που εμφανίστηκαν στην φινλανδική TUM Records το 2011, το ’12 και το ’13 θα γράψω στη συνέχεια. Ξεκινώ από το πιο πρόσφατο…
Το Occupy the World [TUM, 2013] είναι ένα διπλό CD, που γίνεται σε συνεργασία με την ορχήστρα TUMO , μία big band βασικά αποτελούμενη από κορυφαία (φινλανδικά) ονόματα. Να μερικοί από τους 21 συνολικώς συμμετέχοντες: Verneri Pohjola τρομπέτα, ηλεκτρονικά, Juhani Aaltonen φλάουτα, Fredrik Ljungqvist σαξόφωνα, κλαρινέτα, Kalle Kalima ηλεκτρικές κιθάρες, John Lindberg κοντραμπάσο και διάφοροι άλλοι. Ας πω λοιπόν από την αρχή πως (και) αυτό το άλμπουμ του αμερικανού συνθέτη-ακτιβιστή –ο πλήρης τίτλος του οποίου θα μπορούσε να είναι… “Occupy the world for life, liberty and justice” (ο τίτλος του τελευταίου track δηλαδή)– είναι ένα «στρατευμένο» δημιούργημα, όχι πολύ διαφορετικό (ηχητικώς) από ένα προηγούμενο, για το οποίον είχα γράψει κι εδώ στο δισκορυχείον (στο προπέρσινο “Ten Freedom Summers” αναφέρομαι).
Το πρώτο CD προτείνει τρεις συνθέσεις. Την 17λεπτη “Queen Hatshepsut”, την 16λεπτη “The bell-2” και την 21λεπτη “Mount Kilimanjaro”. Όπως αντιλαμβανόμαστε οι διάρκειες είναι μεγάλες, πράγμα που σημαίνει ποικιλία ηχητικών καταστάσεων, γραμμένα μέρη και αυτοσχεδιαστικά, αλλαγές ρυθμών και tempi, έντονα-δυναμικά passages, όπως και άλλα «χαμηλά», στιγμές με εμφανή ελεγειακά στοιχεία (κάπως σαν επικήδειοι), αλλά και «επαναστατικά» ξεσπάσματα, που επαναφέρουν στα πρέποντα επίπεδα τις… λεηλατημένες ισορροπίες. Η Φαραώ Χατσεψούτ συνδέθηκε με την ειρηνική ανάπτυξη της Αιγύπτου τον 15ον αι. π.Χ., έχοντας μάλλον θετικό πρόσημο στην Ιστορία (όπως λέγεται). Προφανώς, ο Smith επικαλείται από την μια μεριά μιαν αφροκεντρική ρίζα της μουσικής του, ενώ από την άλλη υπογραμμίζει την ανάγκη για μια δημιουργική κινητικότητα προς όφελος των πολλών. Μουσικώς, τούτα αναπαρίστανται μέσω, κυρίως, των ομαδικών αυτοσχεδιασμών, που βγάζουν κατά τόπους απροσμέτρητη δύναμη. Tο “The bell-2” αποτελεί μία ας την πω συνέχεια ενός ιστορικού κομματιού του Leo Smith, του “The bell”, που είχε δισκογραφηθεί κατά πρώτον από τον Anthony Braxton στο LP του “3 Compositions for New Jazz” [Delmark] το 1968. Το γεγονός πως το “2” έχει περί τα έξι λεπτά μεγαλύτερη διάρκεια από το “1” οφείλεται σε ένα συνθετικό «άπλωμα», που καθοδηγείται από ποικίλες ρυθμικές ενότητες, με τα ηλεκτρονικά και το improv κλείσιμο να προσδίδουν στο κομμάτι μία ξεχωριστή ταυτότητα. Αλλά και το “Mount Kilimnajaro” σχετίζεται με το παρελθόν, αφού αποτελεί, κατά μίαν έννοια, συνέχεια του “Africana world” από το CD τού Leo Smith Lake Biwa” [Tzadik, 2004]. Το κομμάτι δεν έχει τυχαίως υπότιτλο “Love and compassion for John Lindberg”. Ο κοντραμπασίστας Lindberg είναι από τους παλαιότερους (τωρινούς) συνεργάτες του σημαντικού τρομπετίστα, κι αυτή η σύνθεση είναι ειδικά γραμμένη για το κοντραμπάσο του (το κοντραμπάσο του Lindberg εννοώ, που παίρνει εδώ φωτιά) και βεβαίως την Ορχήστρα.
Στο δεύτερο δισκάκι καταγράφονται δύο συνθέσεις, η 25λεπτη “Crossing on a southern road” και η 33λεπτη “Occupy the world for life, liberty and justice”. Η πρώτη είναι αφιερωμένη στον σαξοφωνίστα Marion Brown (1931-2010) παλαιό φίλο και συνεργάτη του Leo Smith. Εδώ γίνονται κάπως πιο φανερές οι ενορχηστρωτικές αντιλήψεις του αφροαμερικανού συνθέτη, κυρίως όσον αφορά στην παρουσία των ηχητικών «όγκων» μέσα από τα διάφορα οργανικά επίπεδα. Έχουμε, έτσι, ένα «πίσω» section, το οποίον αποτελούν τα strings, η άρπα, οι κιθάρες και τα κρουστά, το «μεσαίο» (πιάνο, ακορντεόν, διάφορα πνευστά), κι ένα που τίθεται «μπροστά» (ρόλος, στον οποίον ανταποκρίνεται η τρομπέτα). Δεν χρειάζεται να σημειώσω πως τα sections αυτά δεν είναι «καθαρά», και πως εμπλέκεται το ένα «μέσα» στο άλλο. Η σύνθεση “Occupy the world for life, liberty and justice” απασχολούσε τον Wadada Leo Smith από καιρό, όπως ο ίδιος αναφέρει στο ένθετο του άλμπουμ της TUM, – και όλο και κάτι προσέθετε ή αφαιρούσε, κάθε φορά που καταπιανόταν μ’ αυτήν. Αφιερωμένη στο νεοϋορκέζικο κίνημα Occupy Wall Street, που στόχο έχει την εξάλειψη των ανισοτήτων στην κοινωνία (το λέω κάπως «χοντρά») μέσα από ποικίλες καθημερινές δράσεις, η εν λόγω σύνθεση είναι κάτι σαν την «κιβωτό της διαθήκης» του μουσικού τρόπου τού Leo Smith, αφού η διαρρύθμισή της (τα «μέρη», ο τρόπος άρθρωσης των μελωδιών, οι ρυθμικές εναλλαγές, οι ενορχηστρώσεις, τα παραγόμενα ηχοχρώματα, που… ακούγονται κάπως σαν τομή ανάμεσα στην avant και την improv-jazz) συνοψίζει με τη μία το corpus του αφροαμερικανού συνθέτη, band leader και τρομπετίστα.
Το επόμενο CD έχει τίτλο Ancestors (2012) και υπογράφεται από τους Wadada Leo Smith & Louis Moholo-Moholo. Ο Louis Moholo-Moholo είναι βεβαίως ο γνωστός μας νοτιοαφρικανός ντράμερ και περκασιονίστας Louis Moholo (Chris McGregors Brotherhood of Breath, Assagai, Spirits Rejoice κ.λπ., κ.λπ.), ο οποίος τα τελευταία, μάλλον, χρόνια… διπλασίασε το επώνυμό του. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας (Smith/ Moholo-Moholo) μπορεί να είναι το πρώτο (μάλλον) που βλέπει το φως της δισκογραφίας, όμως οι δύο μουσικοί γνωρίζονται από τις αρχές των seventies, όταν οι Creative Construction Company (το free form γκρουπ των Anthony Braxton, Leo Smith κ.ά.) βρέθηκαν στο Λονδίνο για συναυλίες, ερχόμενοι σ’ επαφή με την αυτό-εξόριστη νοτιοαφρικανική jazz κοινότητα. Στο παρόν, οι Smith και Moholo-Moholo παρουσιάζουν πέντε δικές τους συνθέσεις που διαρκούν περί την μία ώρα, και για τις οποίες δύσκολα μπορεί να πει κανείς πως απουσιάζει κάτι (η πληρότητά τους δηλαδή είναι προφανής). Και τούτο λόγω της πολυρυθμικής πρακτικής του αφρικανού, ο οποίος εκμεταλλευόμενος ποικίλες μικροτεχνικές (ακόμη και την παύση) κατορθώνει να δημιουργήσει ένα αυτοδύναμο ρυθμικό background, πάνω στο οποίον η τρομπέτα του Leo Smith έρχεται να προσθέσει τα δικά της ηχοχρώματα. Τα κομμάτια είναι αφιερωμένα σε συγκεκριμένα πρόσωπα «αναφορές» των δύο μουσικών (James Baldwin, Jackson Pollock, Siholaro – ο πατέρας του Moholo-Moholo) ή καταστάσεις που σχετίζονται με την… πνευματική επικοινωνία και διακρίνονται, φυσικά, για την αυτοσχεδιαστική ανάπτυξη και εξέλιξή τους. Ειδικώς στο τελευταίο και φερώνυμο με τον τίτλο του άλμπουμ αυτή ακριβώς η αυτοσχεδιαστική δεξιότητα αποκτά χαρακτηριστικά απόλυτης «ελευθερίας».
Το γκρουπ Wadada Leo Smiths Mbira αποτελείται από τους Wadada Leo Smith, Min Xiao-Fen και Pheeroan akLaff. Με τον ντράμερ akLaff ο Smith συνεργάζεται από το 1976 και τους New Dalta Ahkri, ενώ με την Κινέζα Xiao-Fen που χειρίζεται pipa (το κινέζικο λαούτο, που παίζεται όρθιο) γνωρίστηκε τα πιο πρόσφατα χρόνια. Η στούντιο ηχογράφηση, που μας απασχολεί εδώ, προέρχεται από το 2007 (Kirkkonummi Φινλανδίας), για να κυκλοφορήσει σε CD ως “Dark Lady of the Sonnets” από την TUM το 2011. “Dark lady of the sonnets” ήταν ο τίτλος ενός ποιήματος που είχε γράψει ο LeRoi Jones (Amiri Baraka) το 1962 αφιερωμένο στην Billie Holiday (υπάρχει στο βιβλίο του Black Music του 1968). Προφανώς και το συγκεκριμένο κομμάτι είναι αφιερωμένο στην Billie Holiday, με την ισχυρή παρουσία της Xiao-Fen να τραγουδά στίχους γραμμένους από τον Smith, παίζοντας pipa. Το κομμάτι που έχει διάρκεια περί τα 11 λεπτά ξεκινά ως… φωνητική ελεγεία με «σιωπηλή» ηχητική συνοδεία, για να εξελιχθεί από τη μέση και μετά, με τρόπο δυναμικό, μέσα σ’ ένα «ελεύθερο» πλαίσιο. Γενικώς, το CD εμφανίζει πλείστα όσα improv χαρακτηριστικά, με τα κομμάτια να διακρίνονται για τον ομαδικό, αυτοσχεδιαστικό τους χαρακτήρα. Έτσι, και παρ’ όλη την «πνευματικότητα» που μπορεί να επιφέρει στο jazz setting ένα παραδοσιακό όργανο όπως η pipa, τα κομμάτια του άλμπουμ στηρίζονται στην συναισθηματική και παικτική «ένταση», που επιβάλλεται μέσω της πολυρυθμίας του akLaff, αλλά και του τρόπου που την εισπράττουν οι Smith και Xiao-Fen.
Επαφή: www.tumrecords.com

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Μνημοσύνην καλέω…

Δεν μου αρέσει να «θάβω» κατά το κοινώς λεγόμενον – και δεν «θάβω». Επιχειρώ, πάντα, να κάνω κριτική και να πω τη γνώμη μου τεκμηριώνοντάς την, δίχως να σκέφθομαι ποιος λέει ή γράφει τι. Δεν έχω να χωρίσω τίποτα και με κανέναν, αλλά δεν πρόκειται και να λουφάξω όταν διαβάζω, ακούω ή μαθαίνω για κάτι που μ’ ενοχλεί, έχοντας διαφορετική άποψη για ’κείνο (και κρίνω πως πρέπει να την δημοσιοποιήσω). Έτσι, πριν μερικούς μήνες (16/12/2013), δεν είχα πρόβλημα να κάνω κριτική στο κείμενο του Κώστα Γ. Καρδερίνη Θεσσαλονικέων Ροκ, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Θεσσαλονικέων Πόλις (#22, Σεπτέμβριος 2013) –να γράψω που διαφωνούσα δηλαδή, εν σχέσει με τα διάφορα που διάβαζα–, όπως και τώρα δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα να πω τον καλό μου λόγο για τον συγκεκριμένο συντάκτη και για την συνέντευξη που έδωσε σ’ εκείνον ο Μπάμπης Αργυρίου (Lazy Dog, RollinUnder, mic.gr κ.λπ.) για λογαριασμό του ιδίου περιοδικού (#24, Μάρτιος 2014). Πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα κουβέντα· μία κουβέντα, δηλαδή, που έγινε με όρεξη και γνώση και που αξίζει να διαβαστεί από ανθρώπους οι οποίοι κατέχουν (και αυτοί) το αντικείμενο. Το λέω τούτο, επειδή ο χαρακτηρισμός «ενδιαφέρουσα» δεν μπορεί να είναι καθολικός. Κάποιος που ασχολείται με το… ψάρεμα ή το κυνήγι π.χ. δεν θα εύρισκε την συνέντευξη το ίδιο ενδιαφέρουσα με τους αναγνώστες του δισκορυχείου ας πούμε – και είναι λογικό αυτό.
Ο Αργυρίου καλείται να απαντήσει σε ερωτήσεις του τύπου «Πώς προέκυψε το συγκρότημα Life in Cage, «Γιατί έπρεπε να κάνετε οπωσδήποτε τη Lazy Dog; Γιατί εσύ;», «Η κασέτα-συλλογή Give Bees a Chance συνόδευσε το RollinUnder φανζίν ή το ανάποδο;», «Γιατί τα περισσότερα γκρουπ των κασετο-συλλογών δε δισκογράφησαν ποτέ;», «Υπήρχε τότε ‘αντίπαλο δέος’ δισκογραφική;», «Το τελευταίο τεύχος του RollinUnder γιατί δεν τυπώθηκε ποτέ;», «Η κυκλοφορία με κωδικό LZD 038 γιατί λείπει; Που χάθηκε;», «Ποιοι είναι οι φίλοι που αφιερώνεις το βιβλίο σου ‘Έχω Όλους τους Δίσκους τους’;» (σ.σ. ο Αργυρίου γράφει στις πρώτες σελίδες πως το βιβλίο του είναι αφιερωμένο… «στους φίλους που έχασα στη διαδρομή»). Να και η απάντηση, σ’ αυτήν την τελευταία ερώτηση… «Πέθαναν μέσα στην τελευταία δεκαετία, πριν φτάσουν στα πενήντα, οι δύο από παθολογικά αίτια, ο τρίτος αυτοκτόνησε: Λεωνίδας Βελδεμίρης (υπεύθυνος μαζί με τον Μπάμπη Χαλάτση της συλλογής Straight to Hellas), Χρυσαφάκης Αναγνωστάκος (εγκυκλοπαιδιστής της γκαραζο-πανκ μουσικής), Νίκος Psycho Νικητίδης (βούδδας με πολλά δέλτα)».
Όταν διάβασα το συγκεκριμένο σημείο της συνέντευξης του Αργυρίου στον Καρδερίνη… έκλεισα τα μάτια μου. Τους δύο από τους τρεις αυτούς ανθρώπους τους ήξερα, μου ήταν οικεία τα επώνυμά τους – περισσότερο του Αναγνωστάκου και λιγότερο του Βελδεμίρη, για τον εντοπισμό του οποίου στο βάθος της… μνήμης μου θα έπρεπε να κάνω, πρωτίστως, μία μικρή «ανασκαφή». Να επιβεβαιώσω δηλαδή ότι το όνομά του όντως κάτι μου έλεγε και δεν ήταν, απλώς, η… ιδέα μου.
Έψαξα λοιπόν σ’ ένα καταχωνιασμένο ντοσιέ με γράμματα, εννοώ επιστολές, από την δεκαετία του ’80, κι εκεί εντόπισα δύο τέτοιες (επιστολές) που μου είχε στείλει ο Βελδεμίρης το δεύτερο μισό του ’88. Αναζητούσα ένα συγκεκριμένο τεύχος του fanzine Psychagogos (το #5, 9/1987), εξαιτίας ενός άρθρου για τους Pink Fairies (εκείνη την εποχή πρέπει να είχα μόνο το LP τους “What a Bunch of Sweeties” του 1972, ίσως δε και το “Live At The Roundhouse 1975» του 1982) και γι’ αυτό το λόγο είχα στείλει κάποιο γράμμα στο RollinUnder, προσδοκώντας… εξωτερική βοήθεια. Και όντως. O Βελδεμίρης (άνθρωπος με χιούμορ) μού είχε απαντήσει, φωτοτυπώντας το συγκεκριμένο άρθρο και ζητώντας μου, συγχρόνως, να του γράψω (σε κασέτα) κάτι από Pink Fairies… Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ –κρίνοντας και από την επόμενη επιστολή του που είχα λάβει–, θα πρέπει να του έστειλα την κασέτα μήνες αργότερα… Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί καθυστέρησα… συνήθως σ’ αυτά είμαι τυπικός. Μάλλον θα είχα μπλέξει με τα διαβάσματα στο Πολυτεχνείο (ήταν εξεταστική περίοδος), ενώ αργότερα θα την κοπάνησα για το νησί και το πράγμα ξεχάστηκε. Παρά ταύτα, και όπως φαίνεται, ποτέ δεν έσβησε από τη μνήμη μου εκείνη η επαφή με τον Λεωνίδα Βελδεμίρη…
Με τον Χρυσαφάκη Αναγνωστάκο ήμασταν μαζί στο fanzine Scream, που εξέδιδε στην Πάτρα ο Σπύρος Κασκαβέλης. Στο τεύχος 20 (Νοέμβριος 2001) εγώ έγραφα για τον Richard Brautigan και τους Mad River και ο Αναγνωστάκος κρατούσε την στήλη της δισκοκριτικής. Garage punk και… Άγιος ο Θεός. Με βαθιές γνώσεις γύρω από την σύγχρονη σκηνή –γνώσεις που είχαν… σφυρηλατηθεί με προσωπικό κάματο και πρωτογενείς επαφές με τους μουσικούς και τα συγκροτήματα– ο Αναγνωστάκος τα έδινε όλα για τους Flash Junkies, τους Rookies, τους Hoodwinks, τους Grains, τους E-Types, τους Gallows, τους Tony Borlotti E I Suoi Flauers, τις συλλογές “Gotta do the rockin’” και άλλα διάφορα. Τα ίδια και καλύτερα στα Scream #25, #26, #27 και #28 που έχω στην κατοχή μου, με τις γκαραζο-κριτικές να φανερώνουν την μοναδική αυταπάρνησή του στο είδος. Ή όπως έγραφε στο Scream #25, τον Νοέμβριο του 2004: «(…) Με οικογένεια πλέον (και με τέσσερα μέλη παρακαλώ), αγχωμένος, δίχως σταθερή δουλειά και εισόδημα, με προδομένες φιλίες, οικονομικά στριμώγματα, σοβαροφάνεια λόγω ηλικίας και θέσης, και κάποια κιλά παραπάνω… συνεχίζω να πετάω!(…)».
Συλλυπούμαι, έστω και με καθυστέρηση, έστω και μετά από χρόνια, τους συγγενείς και τους φίλους του Λεωνίδα και του Χρυσαφάκη. Να έχουν καλή υγεία και να μνημονεύουν, πάντα, τους ανθρώπους τους.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

δύο... progressive βίντεο

To progressive rock, το είδος εκείνο δηλαδή που συνδύασε στοιχεία του rock του ’60, με την jazz, το blues, το folk, την avant-garde, τα ηλεκτρονικά, την λεγόμενη κλασική κ.λπ., έδινε κι έπαιρνε στην Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Εκατοντάδες συγκροτήματα πειραματίστηκαν μέσα στη συγκεκριμένη φάση προσφέροντας, ενίοτε, συναρπαστικούς δίσκους (αξίζει, ίσως, κάποια στιγμή να κάνω μια λίστα με τους δέκα ή είκοσι ωραιότερους… κατά το δισκορυχείον), μεταφέροντας το… προοδευτικό μήνυμα σε κάθε γωνιά της Ευρώπης (και της Ασίας, και της Αμερικής, και της Ωκεανίας, και της Αφρικής). Μάλιστα, αν το δούμε το πράγμα στην ολότητά του, progressive rock δεν σταμάτησε να ηχογραφείται (έστω και σε… μικροποσότητες) ακόμη και στην δεκαετία του ’80, ακόμη και στα late 80s (προσφάτως έπεσε στα χέρια μου το εξαιρετικό prog-folk LP Odyssee Celtique” των Γάλλων Orvez από το 1988!), γεγονός που δείχνει πως το… πράγμα, από την πρώτη στιγμή, είχε έλθει για να μείνει. Δύο από τα καλύτερα βρετανικά progressive συγκροτήματα ήταν οι Stone the Crows και οι Warm Dust. Επειδή είδα προσφάτως στο YouTube δύο βίντεο με ηχογραφήσεις των συγκεκριμένων γκρουπ που μου άρεσαν πολύ, είπα να τα μεταφέρω στο δισκορυχείον (τα βίντεο) προσθέτοντας και λίγα λόγια...
Στο πρώτο οι Stone the Crows –δηλαδή οι Maggie Bell φωνή, Les Harvey κιθάρα, Jim Dewar μπάσο, John McGinnis όργανο, Collin Allen ντραμς–, αποδίδουν την σύνθεση του Percy MayfieldDanger zone”. Πρόκειται για το τελευταίο κομμάτι του δεύτερου (και καλύτερου) άλμπουμ τους “Ode to John Law” [Polydor Super 2425 042], που κυκλοφόρησε το 1970. Να σημειώσω μόνον πως δύο χρόνια αργότερα (1972) ο κιθαρίστας Les Harvey (αδελφός του Alex Harvey) πέθανε από ηλεκτροπληξία πάνω στη σκηνή, σ’ ένα live στο Swansea της Ουαλίας, όταν έπιασε μικρόφωνο από το οποίο περνούσε ρεύμα χωρίς να ήταν γειωμένο. Ήταν μόλις 27 ετών.
Οι Warm Dust υπήρξαν από τα λιγότερο προβεβλημένα γκρουπ του βρετανικού progressive rock. Αδίκως, γιατί ήταν ένα πραγματικά προοδευτικό συγκρότημα, όχι μόνον ως προς την μουσική δηλαδή, αλλά συχνά και ως προς του στίχους – αναφέρομαι κυρίως στο αντιπολεμικό LP τους “Peace for Our Time” [Trend TNLS 6001] από το 1970. Μέλη των Warm Dust ήταν οι Dransfield Walker φωνή, κρουστά, Paul Carrack όργανο, Dave Pepper ντραμς, Terry Comer μπάσο, John Surgey τενόρο και Alan Soloman βαρύτονο… και με αυτήν ακριβώς την σύνθεση ηχογραφούν το πρώτο άλμπουμ τους, που ήταν διπλό και είχε τίτλο “And it Came to Pass” [Trend TNLS 700, 1970]. Έσχατο, επίσης, track του συγκεκριμένου 2LP ήταν το “Indian Rope Man” του Richie Havens, που το βλέπουμε/ακούμε και στο YouTube (μάλιστα, όπως διαβάζουμε στο βίντεο, ντράμερ την εποχή της μαγνητοσκόπησης ήταν ο John Bedson και όχι ο Dave Pepper). Να συμπληρώσω, περαιτέρω, πως ο Paul Carrack κάνει έκτοτε μεγάλη καριέρα, «μέσα» και κυρίως «έξω» από τα συγκροτήματα (Ace, Roxy Music…), η οποία φθάνει μέχρι τις μέρες μας.
Και κάτι ακόμη. Η… γενιά μου πληροφορήθηκε για τα περισσότερα από τα επισκιασμένα βρετανικά prog-rock συγκροτήματα μέσω του βιβλίου του Ντίνου Δηματάτη Άγνωστοι του Ροκ/ 2000 Names [Rotonda], που είχε τυπωθεί στην Θεσσαλονίκη το 1982. Τόσο νωρίς...

WOLFY FUNK PROJECT ελληνικό funk

Πολλές και διαφορετικές αναφορές, απ’ όλο το σώμα του funk, του jazz-funk και του afro-funk (ή του afrobeat αν θέλετε) συνωθούνται στο πρώτο κομμάτι, το “From scratch”, των Wolfy Funk Project (WFP). Ο λόγος βεβαίως για το παρθενικό 45άρι From scratch/ From scratch (Billa Qause remix)” [Under a Groove/ Anazitisi Records, 2014] ενός «φάνκικου» δικού μας γκρουπ που υφίσταται από το 2007, και το οποίον σήμερα απαρτίζεται από τους Σταμάτη Λεκάτη hammond, Κώστα Στάμου μπάσο, άλτο σαξόφωνο, Νίκο Μαρτζιώκα κρουστά και Άγγελο Διαμαντόπουλο ντραμς. Μάλιστα, στην συγκεκριμένη ηχογράφηση ακούγονται περαιτέρω ηλεκτρικό πιάνο, τενόρο, τρομπέτα, τρομπόνι, ενώ συμμετέχει και DJ στα σκρατς, πράγμα που δείχνει πως οι WFP έχουν μία πολύ συγκεκριμένη «εικόνα» για το πώς πρέπει να ηχούν, εκμεταλλευόμενοι πνευστό και ρυθμικό τμήμα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Το “From scratch” ξεκινά με λίγες νότες από το μπάσο, για να μπουν σιγά-σιγά τα κρουστά και στην πορεία όλα τα υπόλοιπα όργανα, με τα πνευστά να παρεμβαίνουν στην αρχή με μιαν afrobeat φράση, πριν η σύνθεση εξελιχθεί σ’ ένα πιο καθαρόαιμο jazz-funk, με τονισμένη την παρουσία του hammond (και με τα πνευστά να δίνουν πάντοτε πόντους στο ρυθμικό τμήμα, όταν δεν αποδίδουν, φυσικά, τις σύντομες μελωδικές γραμμές). Στην δεύτερη πλευρά το ίδιο κομμάτι σε DJ-ική εκδοχή από τον Billa Qause, πλημμυρισμένο στα «κόλπα» (και αναλόγως και στα φωνητικά), ακούγεται ακόμη περισσότερο funky, με την μπασογραμμή σε ρόλο… βομβαρδιστικού και τα σκρατς κάπως σαν ένα διαρκές κρουστό υπόστρωμα. Αναμένοντας το LP… μετά από τούτες τις 300 κόπιες σε κόκκινο βινύλιο.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ ήταν οι μέρες του 1967

«Ο ποιητής Γιώργης Σαραντής γεννήθηκε στην Αθήνα στις 24/12/1920. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε σαν οικονομικός σύμβουλος επιχειρήσεων. Πήρε μέρος στην Αντίσταση και εξορίστηκε δύο φορές. Συνεργάστηκε σε περιοδικά νέων στην περίοδο της γερμανικής κατοχής και κυκλοφόρησε τις παρακάτω ποιητικές συλλογές: Ήλιοι στο γέρμα (1948), Λαύριο (1950), Πολιτεία χωρίς όνομα (1954), Οι δρόμοι που αγαπήσαμε (1958), Ποιήματα εκλογή Α (1963), Ποιος ήτανε ο Αλέξανδρος (1971), Ποιήματα εκλογή Β (1972). Μετάφρασε ποιήματα των Μαγιακόβσκυ, Έλιοτ, Ελυάρ, Χιμένεθ, Χικμέτ, Νερούδα, Μπρεχτ κ.ά. Από τη μεταφραστική του εργασία κυκλοφόρησαν σε βιβλία η ‘Έρημη χώρα’ του Έλιοτ σε δύο εκδόσεις 1958 και 1964, ‘Το φλάουτο των σπονδύλων’ του Μαγιακόβσκυ (1957) και ο ‘Σεπτέμβρης’ του Μίλεφ (1974). Ασχολήθηκε με την κριτική και δοκιμιογραφία από τις στήλες περιοδικών και εφημερίδων. Εξέδωσε το 1972 το θεατρικό έργο ‘Το εμβατήριο του Ρακόσκυ’ και έχει έτοιμα για έκδοση 4 θεατρικά έργα. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, πολωνικά, ρουμανικά κ.λπ. Είναι αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών».
Το βιογραφικό του ποιητή Γιώργη Σαραντή, που μόλις διαβάσατε, παρατίθεται στο βιβλίο Αντιστασιακή Ποίηση (1967-1974) [Μπουκουμάνης, Αθήναι 1975] να προσθέσω, μόνον, πως ο Σαραντής πέθανε τρία χρόνια αργότερα (την 20/2/1978 κατά την Βικιπαίδεια). Από το συγκεκριμένο βιβλίο, λοιπόν, επιλέγω/αντιγράφω το παρακάτω ποίημά του…
ΗΤΑΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1967 

Καρδιά μου γέρικο σκυλί δεμένο στην απόφαση
κυνηγημένο αγρίμι μου σ’ όλα τα δάση

Είμαι μια πόρτα που θα την παραβιάσουν
από στιγμή σε στιγμή
μια βρύση που έμεινε ανοιχτή στο σπίτι του κρεμασμένου
τ’ όραμα που προδόθηκε
το αίμα που ατιμάστηκε
το πρόσωπο που το φάγανε οι ομίχλες

Από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω
«Μπήκαν ληστές στον ύπνο μου»
και καίνε τα όνειρά μου
Η ξενιτιά με θέριεψε η πατρίδα με μικραίνει
ό,τι κι αν πω είναι σιωπή

Άνοιγε μια πόρτα κι έβγαινε νεκρός
άνοιγε ένα παράθυρο κι έφευγε ο δολοφόνος
με πυροβολούσαν στον ύπνο μου
και ξύπναγα ματωμένος

Χρειάστηκε μια ολόκληρη αθωότητα
για να κυλήσω την πέτρα του μνημείου
που την είπαν πέτρα σκανδάλου
άρπαξα το σώμα του νεκρού και χάθηκα στη νύχτα
Κι ένα κοπάδι ξετρελαμένα πουλιά
φτεροκοπούσαν αλύπητα στο στήθος των προδομένων

– Ξένοι στην αγωνία μας
ξένοι στη μοναξιά μας
ξένοι στην ίδια μας ζωή
και στην πατρίδα ξένοι –

Αργότερα διαδώσανε πως ο νεκρός αναστήθηκε
κανείς δεν τους πίστεψε
η δυσωδία ήταν αφόρητη

Ένιωθα σαν εφευρέτης μιας φοβερής μηχανής
μια περιπέτεια με την ψυχή μας ξεκίνησε
και τίποτα πια δε μπορεί να τη σταματήσει
ήταν οι βρώμικες μέρες του 1967
κι η άλλη μέρα περίμενε
ένα θηρίο ελπίδας

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

I CAMALEONTI αιωνιότητα

Οι Camaleonti είναι ένα ιταλικό συγκρότημα που σχηματίστηκε πριν 51 χρόνια παραμένοντας εν δράσει μέχρι τις μέρες μας – δεν είναι δηλαδή μόνον οι Rolling Stones, που σπάνε τα κοντέρ. Οι παλαιότεροι γνωρίζουν τους Camaleonti επειδή το τραγούδι τους “Applausi” ακούστηκε πολύ και στην Ελλάδα το 1968, ενώ διασκευάστηκε κιόλας στη γλώσσα μας, ως «Με ξέχασες» (1969) με στίχους του Λευτέρη Κογκαλίδη, από τους Up Tight. Οι Camaleonti δεν ήταν το συγκρότημα του ενός τραγουδιού, και όσοι έχουν ακούσει τα LP τους “Io Per Lei” [CBS, 1968] και “Vita D'Uomo (In Cerca Della Verità)” [CBS, 1969] θα συμφωνήσουν μαζί μου. Ίσως η ωραιότερη μελωδία που τραγούδησαν ποτέ οι Camaleonti (ωραιότερη και από εκείνη του “Applausi”) να ήταν το τραγούδι των Claudio Cavallaro (σύνθεση) & Giancarlo Bigazzi (στίχοι) Eternità” –ο Cavallaro είχε γράψει και την μουσική στο “Applausi”–, που ακούστηκε στο φεστιβάλ του Sanremo το 1970. Το τραγούδι που είχε αποδοθεί κατά τα συνηθισμένα της εποχής… εις διπλούν, από τους Camaleonti και την Ornella Vanoni, δεν είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο, αφού είχε έλθει… μόλις τέταρτο σε ψήφους! Παρά ταύτα έκανε μεγάλη εντύπωση, για να κυκλοφορήσει αμέσως σε τρεις (και μία) τουλάχιστον εκτελέσεις, τις οποίες και αναφέρω:
1. I Camaleonti “Eternità/ Bella che balli” [CBS 4793, 1970]
2. Ornela Vanoni “Eternità/ Sto con lui” [Ariston AR/0353, 1970]
3. I Combos “Eternità/ Romantico blues” [Combo HP 8064, 1970]
4. Balletto di Bronzo – Il Re del Castello [LP, Raro! NL 74650, 1990 - το Eternità” αποδίδεται στην ισπανική και μάλλον δεν κυκλοφόρησε στην εποχή του]
Και βεβαίως, στην ημετέρα, δεν έχασε την ευκαιρία και ο Θανάσης Τσόγκας να βάλει ελληνικούς στίχους στο “Eternità”, δημιουργώντας την δεύτερη πλευρά του single των Nuovo Cinquetti (και του Λάκη Τζορντανέλλι) «Υπερήφανη Μαίρη/ Δεν σε ξεχνώ» [Pan-Vox 6228, 1970], που πέρασε μάλλον απαρατήρητη (η πλευρά με το “Eternità” εννοώ, όχι η… «Μαίρη»).
Ακούμε το “Eternità” από το Sanremo 1970 και τους Antonio Cripezzi φωνή, Livio Macchia κιθάρα, Gerardo Manzoli μπάσο και Paolo de Ceglie ντραμς (τους Camaleonti δηλαδή) και στη συνέχεια το ίδιο τραγούδι από ένα πρόσφατο talent show της Rai 1 (Ti lascio una canzone) έτσι όπως το απέδωσαν οι συμπαθέστατες και εκφραστικότατες, αλλά φωνητικώς κάπως άγαρμπες (κοινώς… γκαρίζουν) 13χρονες δίδυμες Chiara και Martina Scarpari λαμβάνοντας έκτο βραβείο.
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

AXIS αἱ γενεαὶ πᾶσαι

Ηχογραφημένο περί το 1973 στην γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία του Παρισιού από τους Έλληνες Axis, το Pa vu ga di” (ήτοι οι τέσσερις πρώτοι φθόγγοι της βυζαντινής μουσικής) είναι ένα από τα κομμάτια που ξεχωρίζουν στην (γαλλική) δισκογραφία τού συγκροτήματος. Κατά βάσιν πρόκειται για το εγκώμιο της Μεγάλης Παρασκευής «Α γενεα πσαι», το οποίον «πειραγμένο» προς το τέλος από τους Ντέμη Βισβίκη πλήκτρα και Γιώργο Χατζηαθανασίου ντραμς (που επιμελήθηκαν και την ενοργάνωση) αποκτά άλλη… prog-rock αξία.
Αν και δεν είμαι απολύτως σίγουρος, έχω την εντύπωση πως το “Pa vu ga di” πρέπει να ήταν απότοκο των μουσικών ιδεών του (μπασίστα) Δημήτρη Κατακουζηνού (πρωταρχικό μέλος των Axis), ο οποίος δεν συμμετείχε στην ηχογράφηση του LP Axis” [FR. Riviera XCED 421 088, 1973] – εκεί όπου ακούγεται και το εν λόγω κομμάτι. Ήταν ο Κατακουζηνός δηλαδή που έφερε και επέβαλε το χορωδιακό πνεύμα στις ηχογραφήσεις του γκρουπ (και όχι μόνον στο “Pa vu ga di”), αφού ο ίδιος στα νεανικά χρόνια του είχε υπάρξει μέλος της Χορωδίας των Ανακτόρων (παλαιά συνέντευξη στο Ποπ & Ροκ), ηχογραφώντας κιόλας στην πορεία (late 70s) έργο με 40μελή χορωδία, πλαισιωμένη από σαντούρι, λαούτο, νταούλι, έγχορδα, πολυφωνικό synthesizer κ.λπ. Λεπτομέρειες άλλη φορά… 
(Στο βίντεο που ακολουθεί μετά το 12:30)

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

η jazz του καιρού μας

Καινούριες τζαζ κυκλοφορίες από την Αμερική, που δείχνουν, όπως πάντα εξάλλου, την… πληθωρικότητα του πράγματος.
THE CLAYTON-HAMILTON JAZZ ORCHESTRA: The L.A. Treasures Project [Capri, 2014]
Η ηχητική μαγεία που μπορεί να προσφέρει μία μεγάλη ορχήστρα είναι κάτι που δεν συζητείται. Όσο και αν τα μικρότερα combos μοιάζει-και-είναι συναυλιακώς πιο «εύκολα» (είναι άλλο να συγκεντρωθούν, να προβάρουν και να παίξουν τρία-τέσσερα άτομα και άλλο δεκαεννέα), πάντα μια καλοκουρδισμένη big band, σ’ ένα live, θα κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις· βασικά λόγω του όγκου της –όσοι έχουν ακούσει «ζωντανά» μια τέτοια ορχήστρα αντιλαμβάνονται τι γράφω– και βεβαίως της ενορχηστρωτικής καθαρότητας, που, από μόνης της, είναι μια «επιστήμη». Αυτά τα… απολαυστικά μεγέθη ισχύουν και για την περίπτωση της Clayton-Hamilton Jazz Orchestra (CHJO) –την «οδηγούν» τα αδέλφια John (κοντραμπάσο με δοξάρι) και Jeff Clayton (ξύλινα πνευστά), καθώς και ο γνωστός μας ντράμερ Jeff Hamilton («γνωστός μας», επειδή έχω αναφερθεί και σε άλλες δουλειές του στο δισκορυχείον)– η οποία ηχογραφείται, εδώ, «ζωντανά» φυσικά, στο Alvas Showroom του San Pedro της California την 15/9/2013. Το swinging, σταθερό και αξεπέραστο χάρισμα κάθε μεγάλης ορχήστρας, δηλώνει και στην περίπτωση της CHJO διαρκώς «παρόν». Και πώς θα μπορούσε  να μην συνέβαινε αυτό, θα μου πείτε, από την στιγμή που η ορχήστρα καλείται να αποδώσει συνθέσεις των Larry Fotin/ Don George/ Duke Ellington, Sammy Cahn/ Jule Styne, Percy Mayfield, μα ακόμη των Charles Mingus (“Goodbye pork pie hat”) και Eddie Cooley/ Otis Blackwell (“Fever”), όπως και originals των Jeff Hamilton και John Clayton; Περαιτέρω, το ρεπερτόριό της είναι μοιρασμένο ανάμεσα στα instrumentals (πέντε) και τα τραγούδια (οκτώ), με τα τελευταία να τα αποδίδουν δύο θρυλικές μορφές του jazz παρελθόντος, ο 86χρονος Ernie Andrews και η 62χρονη Barbara Morrison, ερμηνευτές, αμφότεροι, με τεράστια ιστορία. Το αποτέλεσμα όλων αυτών δεν χρειάζεται να πω πως είναι συναρπαστικό. Και μόνον το έσχατο track ν’ ακούσει κάποιος, που έχει τίτλο “Jazz party” και είναι σύνθεση του John Clayton, είναι αρκετό για ν’ αντιληφθεί τον στόχο της CHJO, που δεν είναι άλλος από τον χορό και την διασκέδαση μέσω μιας ανεξάντλητης παραστατικής αφήγησης, ικανής να συνδέει, μονίμως, το παρόν με την μνήμη.
Επαφή: www.caprirecords.com
ANDREW HADRO: For Us, The Living [Tone Rogue Records, 2014]
For Us, The Living”… η κατάληξη(;) ενός ιστορικού λόγου, που εκφώνησε ο Πρόεδρος Abraham Lincoln τον Νοέμβριο του 1863 στο Εθνικό Στρατιωτικό Νεκροταφείο, στο Gettysburg της Pennsylvania –λίγους μήνες μετά την φερώνυμη μάχη (Battle of Gettysburg) που έγειρε την έκβαση του Αμερικανικού Εμφυλίου– και … “For Us, The Living” ο τίτλος τού παρθενικού άλμπουμ του βαρυτονίστα (και φλαουτίστα) Andrew Hadro, ενός μουσικού που καταγράφει το δικό του προσωπικό παίξιμο, κινούμενος στην μεγάλη βαρυτονική παράδοση (Gerry Mulligan, Hamiet Bluiett, John Surman και τα τοιαύτα). Επέλεξα ν’ ακούσω, αρχικώς, τις έξι συνθέσεις του Hadro και στην συνέχεια τις τέσσερις versions (έτσι, χωρίς προφανή λόγο). Εκείνο που διαπιστώνεται από τις πρώτες είναι πως ο, γεννηθείς στην Πόλη του Μεξικού, σαξοφωνίστας είναι ένας πολύ ενδιαφέρων συνθέτης, με στόφα μελωδού και με ιδιαίτερο λυρικό παίξιμο τόσο στο βαρύτονο όσο και στο φλάουτο. Κομμάτια όπως, ας πούμε, το “Forever, all ways” αναδεικνύουν τις ποιότητες του Hadro, ο οποίος έχει δουλέψει με την Duke Ellington Orchestra, την Bjorkestra, τους James Moody, Tony Malaby, Chico Hamilton, Junior Mance κ.ά. Tempi όλων των ειδών, αλλά πιο πολύ αργά και μεσαία, ολοκληρωμένες φράσεις, πλήρης εκμετάλλευση του ρυθμικού τμήματος (Daniel Foose κοντραμπάσο, Matt Wilson ντραμς, κρουστά), ωραίες αναφορές latin αποχρώσεων κυρίως στα παιξίματα της Carmen Staff στο πιάνο. Με την φερώνυμη σύνθεση (“For us, The living”) να κυριαρχεί όντας στη μέση του άλμπουμ, το υλικό που παρουσιάζει ο Hadro αφορά σε μία σημερινή, σύγχρονη jazz, χωρίς έκδηλα στοιχεία φθηνού εντυπωσιασμού, εμπνευσμένη όμως και καλοπαιγμένη. Το ίδιο, δε, θα ισχυριζόταν κανείς και για το σετ των διασκευών, που περιλαμβάνει κομμάτια των Julian Shore, Maria Schneider, Ryan Anselmi και James Davis. Συνθέτες σημερινοί και κυρίως νέοι στην ηλικία (ok, η Schneider δεν είναι και τόσο νέα πια, όντας στα 54 της – είναι όμως αποκαλυπτικός ο τρόπος που εμπνέει τον συνθέτη στο εσωτερικόSea of tranquility”), με τους οποίους ο Hadro φαίνεται πως διατηρεί μια καλλιτεχνική σχέση, διαμορφώνοντας μαζί τους (και με άλλους) την jazz της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα.
Επαφή: www.andrewhadro.com
THE PETE McGUINNESS JAZZ ORCHESTRA: Strength in Numbers [Summit, 2014]
Δεν πάει πολύς καιρός (23/11/2013) από τότε που έγραψα πρώτη φορά για τον Pete McGuiness, έναν σύγχρονο bandleader, συνθέτη, ενορχηστρωτή, τρομπονίστα και τραγουδιστή, με έργο που απλώνεται σε όλα τα προαναφερόμενα πεδία. Μάλιστα, για το προηγούμενο άλμπουμ του, το “Voice Like a Horn” [Summit, 2013], είχα σημειώσει ανάμεσα σε άλλα πως ο McGuinnessέχει έναν μοναδικό τρόπο να «σουινγκάρει», εκμεταλλευόμενος την φωνή του, και βασικά τις εντυπωσιακές δυνατότητές του στο scat, άρα και στον αρμονικό φωνητικό σχεδιασμό των διασκευών του. Όλα τούτα, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο, εμφανίζονται και στο πιο πρόσφατο CD του που έχει τίτλο “Strength in Numbers”, και το οποίον εμφανίζει τον καλό μουσικό ως διευθυντή μιας ορχήστρας (πέντε σαξοφωνίστες, τέσσερις τρομπονίστες, τέσσερις τρομπετίστες, πιάνο, μπάσο, ντραμς) που φέρει τ’ όνομά του. Με λιγότερες versions και με περισσότερα originals, ο McGuinness είναι ολοφάνερο πως… αναφέρεται πρωτίστως στον Bob Brookmeyer (1929-2011), έναν συνθέτη, ενορχηστρωτή και τρομπονίστα της jazz, που τον έχει ως «εικόνα» (θα έλεγα και με τις τρεις ιδιότητες του). Και δεν είναι μόνον το “The send-off” (κομμάτι αφιερωμένο στον Brookmeyer), είναι κυρίως το γεγονός πως ο McGuinness έχοντας μαθητεύσει δίπλα στον διάσημο τρομπονίστα (είχαν συνεργαστεί στο BMI Jazz Composers Workshop την τριετία 1988-1990), επιχειρεί να μεταφέρει τα ενορχηστρωτικά διδάγματα εκείνου στο δικό του έργο (κυρίως τον τρόπο που χρησιμοποιούσε ο Brookmeyer ποικίλες σειρές σύντομων φράσεων στις μεγάλης κλίμακας συνθέσεις του, προσφέροντάς τους έναν δυναμικό swing «αέρα»). Στις πολύ ωραίες στιγμές του άλμπουμ συγκαταλέγεται, επίσης, η απόδοση ενός γνωστού τραγουδιού του Michel Legrand από την ταινία The Happy Ending (1969) του Richard Brooks. Το “What are you doing the rest of your life?” ευτυχεί από πάσης απόψεως και βεβαίως λόγω των φωνητικών του McGuinness, ο οποίος αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο σπουδαίος τραγουδιστής είναι (το ότι θα μπορούσε να κάνει καριέρα και μόνο με την φωνή του είναι το πιο σίγουρο απ’ όλα). Τέλος, ειδικής μνείας χρήζει και η εκτέλεση του κλασικού “Beautiful dreamer” (σύνθεση: Stephen Foster), με τον σοπρανίστα Dave Pietro και τον πιανίστα Mike Holober να κρατούν τα σολιστικά ηνία, και βεβαίως με την ενορχήστρωση του Pete McGuinness να προσφέρει απροσδόκητα, αλλά σε κάθε περίπτωση ευφρόσυνα, samba vibes.
Επαφή: www.summitrecords.com