Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

VAULT OF BLOSSOMED ROPES ένα ελληνικό σπουδαίο γκρουπ-άλμπουμ

Οι Vault of Blossomed Ropes (VoBR) είναι ένα σύγχρονο ελληνικό progressive-ambient-pagan γκρουπ, αποτελούμενο από μουσικούς, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο, με τη δική τους ιστορία στο χώρο. Να τους αναφέρουμε: Γιώργος Βαρουτάς κιθάρες, πιάνο, Άννα Λινάρδου φωνή, λούπες, Νίκος Φωκάς σύνθια, εφφέ, programming, κιθάρες, samples, Στέλιος Ρωμαλιάδης mellotron, φλάουτο, Στρατής Σγουρέλλης μπάσο και Steve Jansen ντραμς, κρουστά, samples (πρώην μέλος των Japan του David Sylvian). Φυσικά, η παρουσία του Jansen δίνει κάποια απ’ ευθείας credits στο γκρουπ, τα οποία μένει, βεβαίως, να… αποδειχθούν άμα τη ακροάσει. Ας πω λοιπόν από την πρώτη κιόλας «ανάγνωση» του άψογου (όπως πάντα) CD-R της Triple Bath, πως οι VoBR έγραψαν ένα εξαιρετικό άλμπουμ, ικανό να σε συνεπάρει από την αρχή.
Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο “Ordo ab chao” διαρκεί περί τα 8 λεπτά, προβάλλοντας μία πρώτη… φιλοσοφική να την πω κατεύθυνση του γκρουπ, έτσι όπως εκείνη αναδύεται μέσω του ποιήματος «Οι Αθάνατοι» (Οκτάνα) του Ανδρέα Εμπειρίκου (διαβάζει ο ίδιος ο ποιητής από παλαιότερο CD). Το ποίημα:
«Πίσω και γύρω από τους αθανάτους των ερήμων και των περιβολιών, τα θνητά φυτά και οι άνθρωποι ζουν και υπάρχουν. Ο ουρανός είναι απύθμενος και η θάλασσα πανδέγμων. Οι άνθρωποι όπως και τα φυτά ζουν την ζωήν των. Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα φαίνονται αλλοπρόσαλλα, όμως μια πλέον προσεκτική θεώρησις του συνόλου καταδεικνύει στα έκθαμβα μάτια των παρατηρητών ότι παντού υπάρχει μία καταπληκτική συνέπεια, μία δομή, μία αρχιτεκτονική – όχι όμως της επιστήμης, ή της τέχνης μα της φύσεως μη καταλήγουσα εις καμμίαν οριστική μορφήν όπως εις τας λιθοδομάς, ή τα άλλα κτίσματα, μα που αποτελεί την κατά ποικίλα διαστήματα προσωρινήν όψιν μιας αείποτε εξελισσομένης εντελεχείας, μιας αείποτε πολλαπλασιαζομένης διαρθρώσεως και επικοινωνίας, ενός αείποτε τελουμένου μυστηρίου, που άλλοι το ονομάζουν Κόσμον, άλλοι Χάος, ή Αρμονίαν και άλλοι Θεού σοφίαν.
Μέσα εις αυτήν την απέραντον μεγαλοσύνην και τα μικρά και τα παραμικρά έχουν την πλήρη σημασίαν των και την ανυπολόγιστον βαρύτητά των. Και εντός της αδιαπτώτου παρουσίας του αναμφισβητήτου αυτού συνόλου των μικρών και τεραστίων, των ορατών και αοράτων, των λογικών και παραλόγων, οπίσω και γύρω από τους αθανάτους, που φύονται και εις τους κρημνούς και ζουν και εις τας ερήμους, τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς οι άνθρωποι, όλοι μαζί, παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα ακμάζομεν»
.
Το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου που αποτελεί έναν ύμνο προς την αδιάλειπτη και προαιώνια φυσική δημιουργία, αλλά ταυτοχρόνως και μιαν υπενθύμιση της νομοτελειακής θνητότητάς της, εμπνέει τους VoBR στη δημιουργία ενός ακαταμάχητου άλμπουμ, που εξελίσσεται με την… βραδύτητα και τη σιγουριά του «τελειωμένου». 
Η άκρως εντυπωσιακή συνθετική γραμμή που διαπερνά όλα τα κομμάτια, οι αργοί και «σίγουροι» ρυθμοί που αντανακλούν το μεγαλείο της φυσικής εξέλιξης (χαρακτηριστικό ενός συγκροτήματος, που είναι απαλλαγμένο απ’ οτιδήποτε δεν προσθέτει στο όραμά του), η ενσωμάτωση στο κυρίως ηχητικό σώμα kraut σπαραγμάτων, ambient και healing στοιχείων (προσθέστε ακόμη και το… απαιτητικό native american new age) και γενικώς η βεβαιότητα πως το σημερινό progressive rock (εγχώριο ή αλλοδαπό) δεν μπορεί να είναι κάτι «άλλο» από εκείνο που εμφανίζουν οι Vault of Blossomed Ropes στο 7λεπτο “Celestial Mercury”… όλα τούτα με οδηγούν να συμπεράνω πως στην περίπτωσή τους… μάλλον έχουμε να κάνουμε με THN περίπτωση.
Τάχιστα και σε βινύλιο, αν δεν έχει ήδη συμβεί…

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

15 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Την 14/9/2012 στην ανάρτηση με τίτλο «βιβλία για τη μουσική στη γλώσσα μας» αναφέρθηκα επιγραμματικώς σε 33 τίτλους ελληνικών μουσικών βιβλίων, τα οποία άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο είχαν πράγματα να πουν.
Στην παρούσα ανάρτηση δεν… εξειδικεύω απλώς τη λίστα, αλλά γράφω και τα σχετικά επεξηγηματικά κείμενα, ώστε να είναι πιο «κατανοητές» οι επιλογές…

Στην Ελλάδα κυκλοφορούν (ή έχουν κυκλοφορήσει) εκατοντάδες βιβλία για τη μουσική. Πολλά απ’ αυτά είναι γραμμένα από έλληνες μελετητές, ερευνητές κ.λπ., ενώ άλλα αποτελούν μεταφράσεις ξένων συγγραμμάτων. Επί του παρόντος επέλεξα να παρουσιάσω δεκαπέντε μόλις «μουσικά βιβλία», που τυπώθηκαν στη χώρα μας από πολύ παλαιά έως πρόσφατα, επιχειρώντας το δύσκολο. Να καλύψω τους περισσότερους χώρους, με τις λιγότερες δυνατές επιλογές. Από την κλασική, την pop, το rock, την jazz, το blues, το punk, το hip-hop, την avant-garde και την ηλεκτρονική μουσική, μέχρι το δημοτικό, το ρεμπέτικο ή και το «έντεχνο» τραγούδι… Τα περισσότερα βιβλία με λίγο ψάξιμο εντοπίζονται (κάποια, εξάλλου, είναι πρόσφατα). Όλα, δε, έχουν κάτι σημαντικό να πουν. Ορισμένα, όμως, έχουν να πουν πολλά σημαντικά… τόσο πολλά, ώστε να ξεπερνούν τα όρια ενός απλού μουσικού συγγράμματος…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/55618

HYPERCOLOR / RUDRESH MAHANTHAPPA δύο σημαντικά άλμπουμ

HYPERCOLOR: Hypercolor [Tzadik, 2014]
Το βασικό rock trio, με τις όποιες επιμέρους αισθητικές διαφοροποιήσεις του, θα είναι πάντα ζωντανό, έτοιμο να ανακαλύψει ή και να ξανα-ανακαλύψει νέους ή ξεχασμένους δρόμους. Τούτο φανερώνεται εκ νέου καθώς φθάνουν στ’ αυτιά μας οι ήχοι των Hypercolor, ενός νεοϋορκέζικου στη βάση του γκρουπ, αποτελούμενο από σπουδαίες μονάδες. Ήτοι, τον κιθαρίστα Eyal Maoz, για τον οποίον έχω γράψει και παλαιότερα (3/1/2010) με αφορμή το άλμπουμ του “Hope and Destruction” [Tzadik, 2009], τον μπασίστα James Ilgenfritz (έχει παίξει με Anthony Braxton, John Zorn, Elliott Sharp και πολλούς άλλους) και τον ντράμερ Lukas Ligeti (γιός του György Ligeti και συνεργάτης των Henry Kaiser, Raoul Björkenheim, Gary Lucas, Jim ORourke, John Zorn κ.ά.).
Στο πρώτο αυτό φερώνυμο άλμπουμ τους οι Hypercolor στρέφονται γύρω από δύο βασικούς άξονες… και άλλους πολλούς, αλλά λιγότερο βασικούς. Έχουμε δηλαδή, κυρίως, ένα κλασικό trio που ροκάρει σ’ ένα στυλ no wave (άκου τους Material). Αυτό είναι φανερό τόσο από τα σκληρά κιθαριστικά rock passages, όσο και από τα «βαθιά» φάνκικα παιξίματα του μπάσου και των ντραμς, που μετατρέπουν τις ποικίλες ethnic αναφορές (klezmer, afro κ.λπ.) σε καταιγιστικές ρυθμικές ακολουθίες. Φυσικά, μέσα σε όλα τούτα δεν γίνεται να μην ανιχνεύεται η jazz και βεβαίως το αυτοσχεδιαστικό πνεύμα, που παρέχει στην ηχογράφηση το διαρκές αναζωογονητικό στοιχείο. Δέκα tracks, με άλλα λόγια, που σε κερδίζουν αμέσως με την ευφράδεια, αλλά και την συνθετότητά τους –ένα διαρκές μελωδικό και ρυθμικό «πήγαινε-έλα», που μπορεί να εμφανίζει τόπους-τόπους ένα φλερτ με το complex progressive περιβάλλον των Yes ή των Gentle Giant π.χ.– και που, την ίδια στιγμή, αποτελούν διαβατήρια για πιο «σκοτεινές» και περιπετειώδεις διαδρομές.
Μένω στoErnesto, do you have a cotton box”, που μοιάζει μέσα στην 4λεπτη διάρκειά του μ’ ένα μακρύ στο χρόνο «κλείσιμο», στο… μεταλλικό “Palace”, στο… early 80s punk-funkSqueaks” και βεβαίως στο full-prog 11λεπτο “Little brother” – απίστευτο «προοδευτικό» κομμάτι (άνευ πλήκτρων) βγαλμένο από τρία άτομα!
RUDRESH MAHANTHAPPA: Bird Calls [ACT Music + Vision, 2015]
Ο Rudresh Mahanthappa είναι ένας από τους σημαντικότερους αλτίστες, σήμερα, στο jazz circuit. Αυτό έχει διακριβωθεί τόσο από τα παλιά άλμπουμ του στην αμερικανική Pi Recordings, όσο και από τα πιο πρόσφατα στη γερμανική ACT Music + Vision – τoSamdhi” από το 2011, ας πούμε, ή το “Gamak” του 2013. Στο πιο πρόσφατο LP/CD του “Bird Calls” ο Mahanthappa πατάει φρένο στην εξερεύνηση της «κλασικής ινδικής μουσικής» και στον τρόπο επικοινωνίας της με την σύγχρονη jazz, γυρίζοντας πίσω στις ρίζες και αποτίνοντας φόρο τιμής στον «δάσκαλό» του Charlie Parker. (ΤoBird” του τίτλου είναι, φυσικά, ο Parker).
Έχοντας δίπλα του τον τρομπετίστα Adam O'Farrill (γιος του πιανίστα Arturo O'Farrill και εγγονός του μεγάλου Chico O'Farrill – συνεργάτης του Bird και τα λοιπά), τον πιανίστα Matt Mitchell, τον κοντραμπασίστα François Moutin και τον ντράμερ Rudy Royston, ο Mahanthappa προβαίνει σε μια… ανακατασκευή των συνθέσεων του Parker, δείχνοντας πώς, με ποιον τρόπο, εκείνες οι… 70χρονες μουσικές, θα μπορούσε ν’ αποκτήσουν ένα «άλλο» καινούριο πρόσωπο. Φυσικά, οι παλιοί θα αντιδράσουν. Και θα πουν το… ολόσωστο, πως… οι μουσικές του Parker είναι εκείνες που είναι, και πως δεν χρειάζεται κανενός είδους λίφτιν, ώστε να είναι ταιριαστές στο τώρα. Ποιος θα διαφωνήσει; Μόνο που ο Mahanthappa δεν διασκευάζει, δεν επανεκτελεί, δεν επιχρωματίζει. Αφορμάται από κλασικές δημιουργίες του Bird (“Donna Lee”, “Relaxinat the Camarillo”, “Parkers mood”, “Anthropology” κ.λπ.), παίρνει δηλαδή τα βασικά συστατικά των μουσικών του (τα στοιχειώδη ακόρντα) και πάνω σ’ αυτά ξεδιπλώνει έναν καινούριο ενίοτε μελωδικό και αρμονικό σχεδιασμό, δημιουργώντας κάτι άλλο – κάτι καινούριο και πρωτάκουστο.
Άλλοτε πάλι μπορεί να αφήνει απείραχτες τις μελωδίες, προσδίδοντας άλλες «δικές του» διαθέσεις. Εμφανίζεται δηλαδή ο Mahanthappa (μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο!) σαν το… πνεύμα του Parker, το οποίο, όντας αθάνατο, οδηγεί τον ίδιον και την μπάντα προς άλλες διαδρομές. Για παράδειγμα στο “Talin in thinking” (που είναι βασισμένο στο “Parkers mood”), o Mahanthappa διατηρεί την ίδια μελωδική γραμμή, δίνοντας όμως στη σύνθεσή του μία βαθιά μελετημένη μελαγχολική χροιά (εκπληκτικό track), ενώ στο “On the DL” (αναφορά, φυσικά, στο “Donna Lee”) o… γεννημένος στην Τεργέστη από ινδούς γονείς σαξοφωνίστας διαμελίζει την αρχική μελωδία, εισάγοντας μία εντελώς προσωπική (μελωδική) ανάγνωση, έχοντας δίπλα του τον δικό του… Miles (τον Adam O'Farrill).
Το ξέρω, ορισμένοι μπορεί να μιλήσουν για «ασέβειες». Πριν όμως… πατάξουν τον Mahanthappa θα πρέπει ν’ αφουγκραστούν…
Επαφή: www.rudreshm.com

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

ΦΩΝΤΑΣ ΛΑΔΗΣ καθημερινός φασισμός

Το βιβλίο του Φώντα Λάδη Καθημερινός Φασισμός μπορεί να κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2014 από τον Μετρονόμο, τούτο, όμως, δεν αποτελεί εμπόδιο προκειμένου να πούμε κι εμείς, εδώ, λίγα λόγια στο δισκορυχείον.
Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο 68 σελίδων, αποτελούμενο από τον Πρόλογο, το κυρίως θέμα και το Επίμετρο. Αντιγράφω από τον Πρόλογο…
«Το βιβλίο αυτό περιέχει 26 ποιήματα, που γράφτηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και αποτέλεσαν μια ενότητα με τίτλο ‘Καθημερινός Φασισμός’. Αρκετά από αυτά μελοποιήθηκαν τότε από τον Γιώργο Τσαγκάρη, καμιά όμως εταιρεία δεν δέχτηκε να τα εκδώσει σε δίσκο. Ήταν αφόρητα πολιτικά, μας ειπώθηκε. Ο ιδιοκτήτης μάλιστα της εταιρείας Lyra αντέδρασε τόσο, που φοβηθήκαμε ότι θα πάθει κάτι. Η μουσική του Τσαγκάρη χάθηκε – όπως και ο ίδιος άλλωστε το 2008. Μια μικρή μπομπίνα με τη φωνή του και τον ίδιον στο πιάνο(…) δεν εντοπίστηκε πουθενά, και μόνον ένα από τα ποιήματα, ‘Ο φασισμός’, μελοποιήθηκε εκ νέου λίγο αργότερα από τον Θάνο Μικρούτσικο, εκπορθώντας την πόρτα της ίδιας εκείνης εταιρείας(…)».
Ακολουθούν τα 26 ποιήματα. Αντιγράφω δύο, και πάντως όχι τον «Φασισμό» που τον ξέρουμε όλοι… 

ΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟI 

Απ’ την Τράπεζα το δείλι
βγαίνουν πέντε κροκοδείλοι.
Την κοιλιά τους αργοσέρνουν
και στη λιμουζίνα γέρνουν.

Μαύρες τσάντες κι αν κρατάνε,
οι μασέλες τους πώς πάνε!
Μπουκωμένο στόμα έχουν,
μα τα σάλια τους πώς τρέχουν!

Μια ζωή για μας φροντίζουν
κι είναι όλοι τους καλοί 
πότε φέρνουν τους φαντάρους
πότε ανοίγουν τη Βουλή. 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΤΙΚ 

Ο Ντικ ο ξανθοτρίχης, του Τέξας το καμάρι,
το σπίτι του αφήνει μια νύχτα του Φλεβάρη.

Ο γέρος του κι αν πίνει, η μάνα του κι αν βρίζει,
αυτός για την καριέρα και την ψυχή χαρίζει.

Και να ’σου τον που βγαίνει απ’ τη Σχολή ξεφτέρι
στο λάσο, στο πιστόλι, στην πάλη, στο μαχαίρι.

Κι αρχίζουν τα ταξίδια. Παρίσια, Γερμανίες,
μια μπόμπα, δυο πλεκτάνες και τρεις δολοφονίες.

Σε Λίβανο και Κύπρο τον ψάχνουνε ακόμη
μα κείνος τώρα πίνει διπλό καφέ στη Ρώμη.

Το Επίμετρο, που κλείνει το βιβλίο, είναι ένα μικρό δοκίμιο του Φώντα Λάδη που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο στην εφημερίδα Ριζοσπάστης (23 και 25/1/1979). Ο τίτλος του είναι Το Πολιτικό Τραγούδι. Ο Λάδης «βλέπει» δύο μεγάλες κατηγορίες πολιτικού τραγουδιού, τα λαϊκά πολιτικά τραγούδια και τα έντεχνα πολιτικά τραγούδια. Επίσης μιλάει για πολιτικά τραγούδια που δεν είναι όλα προοδευτικά –σωστό, καθότι πολιτικά τραγούδια έχει και η μαύρη αντίδραση– συμπληρώνοντας πως… «τα πολιτικά τραγούδια είναι –φανερά ή κρυφά– μαχόμενα τραγούδια». Επίσης σημειώνει ανάμεσα σε άλλα τη συνεισφορά του Μπέρτολτ Μπρεχτ στο πολιτικό τραγούδι.

Σ’ ένα παλιότερο post είχα αναπτύξει κι εγώ κάποιες σκέψεις για το θέμα, αναφέροντας πως υπάρχουν τριών ειδών «πολιτικά τραγούδια»… «εκείνα που φέρουν πολιτικά μηνύματα, δίχως να ταυτίζονται αναγκαστικώς με συγκεκριμένους χώρους, δεύτερον, εκείνα που δεν είναι γραμμένα για τις ασκήσεις των κομματικών στρατών, μοιάζει όμως να προπαγανδίζουν συγκεκριμένες πολιτικές ομάδες ή κόμματα (κάτω από τον καπνό υπάρχει οπωσδήποτε φωτιά), με τους δημιουργούς να κάνουν ενίοτε τα ‘στραβά μάτια’, επειδή έτσι αποκτούν ακροατήρια, γίνονται περισσότερο αναγνωρίσιμοι, εισπράττουν ‘δικαιώματα’ κ.λπ., και τρίτον εκείνα που γράφονται σχεδόν ή απολύτως κατά παραγγελία, με σκοπό να καταναλωθούν από συγκεκριμένα ακροατήρια. Ο χωρισμός είναι οπωσδήποτε χονδρικός (καθότι υπάρχουν επιμέρους εξαιρέσεις) και σίγουρα μη αξιολογικός, αφού υφίστανται προπαγανδιστικά πολιτικά τραγούδια ή κατά παραγγελία, που να είναι σημαντικότερα από οποιαδήποτε ‘ελεύθερα’ (φερ’ ειπείν, πολλά τραγούδια του Woody Guthrie)». Θέλω να πω πως οι διαχωρισμοί γύρω από το πολιτικό τραγούδι μπορεί να είναι πολλών ειδών – κάτι που θα μπορούσε να εξεταστεί, καλύτερα, και σ’ ένα ξεχωριστό βιβλίο.

Να υπενθυμίσω, επίσης, κάτι σε σχέση με τον «Φασισμό» (μουσική Θάνος Μικρούτσικος) και τον Φώντα Λάδη, που έχει γράψει βεβαίως τους στίχους.
Την 21/9/2013 είχε ανεβάσει ένα post υπό τον τίτλο «για τον φασισμό που… δεν έρχεται απ’ το μέλλον». Εκεί, ανάμεσα σε άλλα είχα αναφερθεί και σε μια προκήρυξη του ΚΚΕ, που χρέωνε τους στίχους του Φώντα Λάδη… «το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δε θα πεθάνει μόνος τσάκισέ τον» κλπ., στον Μπρεχτ! Φυσικά, αυτό το έχουν πράξει (ή το πράττουν ακόμη) κι άλλοι πολλοί.
Όπως έγραφα, τότε, χαρακτηριστικά: «Ρίχνοντας μια ματιά στο δίκτυο διαπίστωσα πως η μπούρδα πάει σύννεφο. Τα μισά, να πούμε, sites, αναφέρουν πως ο Μπρεχτ έχει γράψει τους στίχους, ενώ κάποια άλλα λένε πως… ναι μεν ο Λάδης τους έγραψε, αλλά βασίστηκε σε ποίημα του Μπρεχτ (φυσικά, ουδείς αναφέρει το… υποτιθέμενο ποίημα του Μπρεχτ που διαχειρίστηκε ο έλληνας στιχουργός). Τέλος πάντων. Όταν υπάρχει ο δίσκος απορώ τι καθόμαστε και συζητάμε. Στο άλμπουμ λοιπόν «Τραγούδια της Λευτεριάς» [Lyra YLP 3313] του 1978 ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί (και η Μαρία Δημητριάδη αποδίδει), όπως καταφανώς διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο ‘5 τραγούδια του Φώντα Λάδη’ (ανάμεσα και τον ‘Φασισμό’), ‘1 τραγούδι του Άλκη Αλκαίου’, ‘1 τραγούδι του Bertolt Brecht’ (‘Άννα μην κλαις’), ‘2 τραγούδια του Μανώλη Αναγνωστάκη’ (το ‘Κι ήθελε ακόμη’ είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Μικρούτσικου) και ‘1 τραγούδι του Γιάννη Ρίτσου’. Σύντροφοι διορθώστε το. Είναι κρίμα… για πολλούς λόγους».
Νομίζω πως οι περισσότεροι θα το έχουν διορθώσει πια… Αν όχι στα sites, τουλάχιστον στις κουβέντες τους…
Επαφή: www.metronomos.gr

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

η φωνή της ALESSANDRA ERAMO

Η Alessandra Eramo είναι Ιταλίδα (γεννημένη στον Τάραντα, το 1982). Το καλλιτεχνικό πεδίο δράσης της είναι η φωνή και, περαιτέρω, οι τρόποι που καθιστούν τη φωνή όχι απλώς ένα επικοινωνιακό όργανο, αλλά κι ένα πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσονται ψυχο-αισθητικές καταστάσεις. Χονδρικώς, θα έλεγα πως είναι μία performer της sound poetry, κινούμενη στην καλύτερη παράδοση της fluxus καλλιτεχνίας. Ένα πρόσφατο 45άρι υπό τον τίτλο Roars Bangs Booms, κομμένο σε 150 αντίτυπα από την γερμανική Corvo Records μαρτυρά για τούτο.
Η Eramo στην πρώτη πλευρά του single (αλλά και στη δεύτερη – ένα-ένα) «παίζει» με τέσσερις φουτουριστικές λέξεις, παρμένες από το μανιφέστο της σχετικής μουσικής, το “Art of Noises” (1913) του Luigi Russolo. Οι λέξεις αυτές είναι οι: scoppi (εκρήξεις), gorgoglii (παφλασμοί), scricchiolii (δυστοκίες) και ronzii (βουητά) – οι μεταφράσεις προέρχονται από τον αυτόματο. Έτσι, αναπαράγει μ’ έναν δικό της… εξωπραγματικό τρόπο όχι μόνο το φωνολογικό κομμάτι τους, αλλά και τη σημασία τους, ανακατεύοντας το θέμα «φωνή» και με κάποια πρωτόλεια ηλεκτρονικά, δημιουργώντας στην πορεία ένα εντελώς… φουτουριστικό ακρόαμα.
Για τη δεύτερη πλευρά η Ιταλίδα επιλέγει τέσσερις άλλες λέξεις, τις crepitii (κουδουνίστρες), stridori (ουρλιαχτά), borbottii (μουρμουρητά) και fruscii (ψίθυροι), πάντα δανεισμένες από το μανιφέστο του Russolo, απλώνοντας τους ασυγκράτητους πειραματισμούς της. Το άκουσμα, και εδώ, έχει την αρχαιοπρέπεια μιας προγλωσσικής κατάστασης, η οποία συν τω χρόνω εξακοντίζεται στο… απώτατο μέλλον – καθώς οι ήχοι συμβάλλουν προς την αποτύπωση μιας ακουστικής βαβέλ.
Παράξενο, το λιγότερο, άκουσμα, από μία καλλιτέχνιδα, την Alessandra Eramo, που διαχειρίζεται με σθένος και όραμα μεγάλες ιταλικές καλλιτεχνικές παραδόσεις του 20ου αιώνα, ξεκινώντας από τους φουτουριστές και μέσω του Giacinto Scelsi ν’ αγγίξει τον Demetrio Stratos και τους επιγόνους του.
Επαφή: www.corvorecords.de

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

o ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ και ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ στην «Katyusha του ΚΚΕ»: oι αχρείαστες γραφικότητες μιας προαποφασισμένης ρήξης

Με τους λεγόμενους «σατιρικούς καλλιτέχνες» εκτός σκηνής γεννάται, συνήθως, ένα ζήτημα. Δεν ξέρεις πότε κάνουν πλάκα και πότε μιλάνε σοβαρά. Διαβάζεις συνεντεύξεις τους… και είναι για να τραβάς τα μαλλιά σου. Κάποιοι από ’μας πετάνε ένα… «αμφιλεγόμενος» ή «αμφιλεγόμενο» και καθαρίζουν. Δεν είναι όμως έτσι.
Ο καλλιτέχνης μπορεί να είναι σατιρικός πάνω στη σκηνή (γιατί αυτή είναι η δουλειά του, ζει απ’ αυτό, μην το ξεχνάμε…), αλλά εκτός σκηνής αξίζει να απεκδύεται τα… σάβανα του Διονύσου και να λέει εκείνα που πιστεύει, πραγματικά, ώστε να μπορούμε να συνεννοηθούμε. Δεν συμβαίνει. Διαβάζεις συνεντεύξεις του Πανούση και λες πως… μιλάνε ταυτοχρόνως δύο άνθρωποι. Πότε έτσι, πότε γιουβέτσι… Προσωπικά, αυτό το βρίσκω κουραστικό και το βαριέμαι αφόρητα. Δεν γίνεται να κατατριβόμαστε με το να αποκρυπτογραφούμε το κάθε υπομειδίαμα… «τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης».
Το ένα από τα δύο τελευταία τραγούδια του Τζίμη Πανούση, που κυκλοφόρησαν πριν λίγες μέρες με το περιοδικό ΜΕΤΡΟ, έχει τίτλο «H Katyusha του ΚΚΕ» και είναι τραγουδισμένο από τον ίδιο και τον Γιάννη Αγγελάκα (το άλλο είναι η «Υγιεινή διαστροφή», ένα… dubstep με την Κατερίνα Στανίση). Η μουσική του πρώτου είναι βασισμένη στην πασίγνωστη σύνθεση του σοβιετικού Ματβέι Μπλάντερ «Κατιούσα», πάνω στην οποία στηρίχθηκε και ο «Ύμνος του ΕΑΜ». (Στα sixties η ίδια σύνθεση έγινε γνωστή στο ποπ στερέωμα ως «Καζατσόκ»).
Απρόσμενη, σε πρώτη φάση, συνεργασία – αυτή του Αγγελάκα με τον Πανούση. Όταν ο πρώτος ξεκινούσε με τις Τρύπες, ο Πανούσης είχε πιάσει ήδη κορυφή. Μπορεί να μην έχουν μεγάλη διαφορά ηλικίας –ο Πανούσης είναι 61 και ο Αγγελάκας 56–, αλλά αυτή η εξαετία ήταν καθοριστική στα μέσα του ’80.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/55569 


Την “Katyusha” την έχετε ήδη ακούσει. Την «Αμερική» όμως, σ’ αυτή την εκτέλεση, ίσως όχι…

το “A.I.E. (A Mwana)” των BLACK BLOOD: ένα τραγούδι-θρύλος του Πατρινού Καρναβαλιού

Το έμαθα αργά. Μόλις το 2005. Ένα τραγούδι που πάντα το γούσταρα, αλλά μονίμως το σιχαινόμουνα (πως γίνεται αυτό; – γίνεται όταν το καλύτερο «φαΐ» το τρως 10 φορές την ημέρα, επί δύο μήνες το χρόνο, για 20 χρόνια), το “A.I.E. (A Mwana)” των Black Blood, ένα τραγούδι σύμβολο για το Πατρινό Καρναβάλι, ήταν επί της ουσίας γαλλοβελγικό, στην πρώτη εκτέλεσή του από το 1971 είχε ιαπωνικούς, ή περίπου ιαπωνικούς, στίχους, το ερμήνευε παιδική χορωδία, ενώ ως δημιουργοί του φέρονταν οι Jean Kluger και Daniel Vangarde, υπεύθυνοι ενός project υπό τον τίτλο “Yamasuki”.
Τους Kluger και Vangarde εμείς εδώ στην Ελλάδα τους γνωρίζουμε πολύ καλά (αν και όχι ως «ονόματα»), ενώ ο ΕΟΤ και η… Ελληνική Οικονομία γενικότερα θα έπρεπε να τους είχαν στήσει άγαλμα. Οι άνθρωποι αυτοί το 1977 είχαν ηχογραφήσει το περίφημο “Disco bouzouki”, κάτω από το όνομα Disco Bouzouki Band (“Play bouzouki yia mena…” και τα λοιπά) σπάζοντας τα ταμεία, στα (καλοκαιρινά) νησιά μας, αλλά και στην ενδοχώρα. Τι… τσιτσιμπύρες ήπιαν οι… Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Πολωνοί, αγάδες, πασάδες, ντερβισάδες, Ρώσοι, Μπόερς και Οθωμανοί… χορεύοντας φύρδην μίγδην το ευρωπαϊκό μπουζουκλερί δε λέγεται. Όσοι έζησαν σε νησιά στα τέλη του ’70 και στις αρχές του ’80, γράφουν βιβλία…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/55552

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

τρία βίντεο για το βράδυ της Αποκριάς

\

«Στις 16 Δεκεμβρίου θα γίνη έκλειψις ηλίου»

Όταν έγραψα πρώτη φορά, τον προηγούμενο Δεκέμβριο, για το τραγούδι των Γιώργου Ρωμανού και Δημήτρη Ιατρόπουλου «Θα γίνη έκλειψις ηλίου», με τον αρχικό στίχο «Στις 16 Δεκεμβρίου/ θα γίνη έκλειψις ηλίου», είχα λάβει, φυσικά, τα μέτρα μου. Εν ολίγοις. ΗΞΕΡΑ ΤΙ ΕΛΕΓΑ. Είχα την πάντα έγκυρη πληροφόρηση του Θοδωρή Κρίθαρη, είχα φυσικά το label σκαναρισμένο (από τη συλλογή του Θοδωρή) και είχα βεβαίως και την γραπτή μαρτυρία του Γιάννη Κακουλίδη από το βιβλίο του Το Ελληνικό Τραγούδι [Περγαμηνή, Αθήνα 1971], εκεί που αποτυπώνονται καθαρά και ξάστερα οι στίχοι «Στις 16 Δεκεμβρίου/ θα γίνη έκλειψις ηλίου».
Ο Κακουλίδης δεν θα το έγραψε αυτό... επειδή θα το είχε δει στον ύπνο του. Γιατί να μην είχε γράψει δηλαδή… 31 Φεβρουαρίου ή… 65 Ιανουαρίου; Κάπου θα το είχε ακούσει ο άνθρωπος. Κάποιος θα του το είχε δώσει γραμμένο ή τυπωμένο. Αυτή την απλή σκέψη δεν μπορεί να την κάνει ο βλάκας (με πιστοποιητικό πια) Μανώλης Νταλούκας. Είναι ανίκανος να σκεφτεί απλά.
Ο άνθρωπος αυτός (ο Νταλούκας), που είναι πλημμυρισμένος από απέραντο κόμπλεξ και ύπατη κακεντρέχεια (αναφορικά μ’ αυτά που καταθέτω στο δισκορυχείον τα τελευταία 5-6 χρόνια), επιχειρεί για έναν ανεξήγητο λόγο, και με κάθε τρόπο, να με διαβάλλει. Να με συκοφαντήσει. Το γνωρίζετε εξάλλου... Το παρακολουθείτε... Αν κι εγώ, οφείλω να το πω, έχω χάσει την μπάλα πλέον. Δεν μπορώ να θυμηθώ, πια, τις τόσες πολλές ξεφτίλες του.
Το label του single με τους στίχους "Στις 16 Δεκεμβρίου / θα γίνη έκλειψις ηλίου" (συλλογή Θ. Κρίθαρη)
Η τελευταία είναι και η πιο επώδυνη (για ’κείνον) έως τώρα. Δεν αρκέστηκε στα στοιχεία που έδωσα για το τραγούδι των Ρωμανού-Ιατρόπουλου (την μαρτυρία ενός ανθρώπου που είχε στον κατοχή του το 45άρι, τον διαφορετικό τίτλο, την γραπτή απόδειξη από το βιβλίο του Κακουλίδη, το γεγονός πως άκουσα με τα αυτιά μου το δήθεν επίμαχο σημείο), πάρα θέλησε να το «ψάξει». Να μην αποδεχτεί αυτά τα ατράνταχτα στοιχεία δηλαδή, αλλά να ψάξει να βρει άλλα που να τα αναιρούν!
Ένας νοήμων άνθρωπος, όμως, και όχι ένας βλαμμένος, ένα μόνο ψάξιμο θα επιχειρούσε να κάνει. Θα προσπαθούσε να βρει το συγκεκριμένο 45άρι, ώστε να το ακούσει – και τούτο πριν ανοίξει το στόμα του και αρχίσει να λέει τις μπούρδες του… πως «έχω αποτρελαθεί» και πως «πρέπει επειγόντως να (μου) χορηγήσουν φαρμακευτική αγωγή» (ακούστε πράγματα χριστιανοί!).
Σελίδα από το βιβλίο του Γιάννη Κακουλίδη (έκδοση του 1971) με τους στίχους "Στις 16 Δεκεμβρίου / θα γίνη έκλειψις ηλίου"
Δυστυχώς Νταλούκα το ’χει μοίρα σου να τρως πολλά γκολ από το δισκορυχείον. Πανωλεθρίες αδελφάκι μου… Σε λυπάται η ψυχή μου... Φρόντισε λοιπόν ή να προπονηθείς περισσότερο ή ν’ αλλάξεις αντίπαλο. Με τόσο χουνέρια, με τόσες κασκαρίκες, δεν σε παίρνει για τίποτ’ άλλο πια. 
Και μια συμβουλή από έναν μικρότερο. Μανώλη Νταλούκα ζήτα συγγνώμη πρώτα-πρώτα από τους αναγνώστες σου – εμένα άσε με. Σ’ αυτούς θα πρέπει κάποια στιγμή με θάρρος και παρρησία να απολογηθείς, για τις αρλούμπες που τους σερβίρεις κάθε λίγο και λιγάκι. Βρες τη δύναμη να το κάνεις.
Άιντε και καλή ακρόαση... Ή όπως θα το λέγαμε αλλιώς... ζήσε τώρα το δράμα σου...