Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΟΣ κατάρα

Η «Κατάρα» του Νίκου Πάνου είναι ένα από τα κομμάτια που σφράγισαν τα παιδικά μου χρόνια. Μπορεί να μην πολυκαταλάβαινα τι ακριβώς άκουγα, όταν κυκλοφόρησε στις αρχές των seventies, αλλά σίγουρα κάτι με είχε συναρπάσει σ αυτό. Η μουσική, οι στίχοι, η ερμηνεία; Κάτι… Το 1975-76 πάντως, όταν το τραγούδι παιζόταν ακόμη παντού, ήταν από ’κείνα που άκουγα –παιδί ακόμη– στα τζουκ-μποξ της εποχής. Εννοώ, πως «τάιζα» εγώ τα μηχάνηματα, όχι οι άλλοι… Φραγκάκι και… δωσ’ του να ’χει...
Το άσμα τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1972 στο 45άρι «Κατάρα/ Οι μελαχρινούλες» [Polyphone PS 347]. Στην ετικέτα αναγραφόταν πως τα πάντα (στίχοι, μουσική, ερμηνεία, διεύθυνση λαϊκής ορχήστρας) ανήκαν στον Νίκο Πάνου. Ένα χρόνο αργότερα (1973), όταν η «Κατάρα» άνοιγε το πρώτο LP του ερμηνευτή [Polyphone SLPS 63] εκεί, δίπλα στο ονοματεπώνυμο του Νίκου Πάνου διαβάζαμε κι εκείνο της Παρασκευής Πολίτου – της στιχουργού της «Κατάρας».
Όταν τούτο διαπίστωσα, κάποια στιγμή στα eighties, δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Δεν περίμενα δηλαδή πως τέτοιους στίχους («Κατάρα να ’χεις από μένα/ που μ’ έκανες και πίστεψα σ’ εσένα/ κι όταν είδες πως σ’ αγάπησα στα αλήθεια/ μ’ άλλον έφυγες και μ’ άνοιξες πληγές στα στήθια./ Η κατάρα μου να δέρνει τη σκιά σου/ κι εφιάλτες να σε δέρνουν στα όνειρά σου/ τα σημάδια, οι πληγές μου να σε ζώνουν/ και τα μάτια σου ποτέ να μη στεγνώνουν») θα μπορούσε να τους είχε γράψει γυναίκα. Δεν ήταν όμως η πρώτη – η άγνωστη «γενικώς» Παρασκευή Πολίτου. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ας πούμε, είχε γράψει πάρα πολλούς «αντρικούς» στίχους (μου έρχονται αμέσως στο νου «Η διπρόσωπη», το «Τόσα χρόνια σαν τυφλός», το «Πετραδάκι-πετραδάκι»…), συνεπώς υπήρχε μια κάποια παράδοση. Και τι παράδοση!
Το τραγούδι είναι παράξενο – δεν… συνάδει με άλλα της εποχής. Δεν είναι μόνον οι κατάμαυροι στίχοι (κάπως σαν ο ορισμός του… doom), που σε κάνουν να διερωτάσαι πώς και η «Κατάρα» έγινε τόσο μεγάλη επιτυχία, είναι και η μουσική/ενορχήστρωση, όπως και η ερμηνεία. Ο Νίκος Πάνου έγραψε ένα καταπληκτικό τραγούδι, το οποίον έτυχε της καλύτερης ενορχήστρωσης. Η εισαγωγή με το φλάουτο, που παραπέμπει σε κάτι σαν τον «Τσοπανάκο», δίνοντας ένα απόμακρο-βουκολικό πνεύμα, η φωνή που μπαίνει a cappella (σαν σε τραγούδι της… τάβλας) και με την ελάχιστη δυνατή οργανική ανταπόκριση (πάντα από το φλάουτο), το ελαφρολαϊκό «σκάσιμο» με την δραματική εκφορά του λόγου, το ανατριχιαστικό ρεφρέν και η ορχήστρα που το… αποτελειώνει, στο πνεύμα του καλύτερου (και συνεπώνυμου) Άκη Πάνου...
Δεν γινόταν να περάσει απαρατήρητος ένας τέτοιος συνδυασμός… και δεν πέρασε, αφού ακόμη και σήμερα η «Κατάρα» δίνει και παίρνει στο YouTube, εκεί που έχει «ανεβεί» περισσότερες από 30(!) φορές (από διαφορετικούς χρήστες). Βαρέθηκα να μετράω...
Ο Νίκος Πάνου (με την ωραία, διαπεραστική φωνή) δεν είπε μόνο αυτό το μεγάλο τραγούδι στην πολύχρονη καριέρα του. Στον ίδιο δίσκο υπάρχουν και οι «Γλυκές καμπάνες» π.χ. – ίσως το δεύτερο ωραιότερό του, σ’ ένα φουριόζο τέμπο και πολύ κοντά σ’ ένα κράμα Λάκη Αλεξάνδρου και Τόλη Βοσκόπουλου (σπουδαίο κομμάτι, ακούστε το στο YouTube). «Κατάρα» όμως δεν ήταν δυνατόν να ξαναγραφτεί. Και δεν ξαναγράφτηκε…

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗΣ ερωτικά σκιρτήματα για μαγνητοταινία

Η μοιχεία είναι μία παλαιά και ξεχασμένη (στο μυαλό των περισσοτέρων) ιστορία της κοινωνικής ζωής, την οποίαν ενταφίασε, μια και καλά, ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1982. Έως τότε αποτελούσε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, με συνέπειες νομικές και άλλες – με «ρετσινιές» εννοώ που δυνάστευαν τους ανθρώπους, μοιχούς ή «κερατάδες», απατημένες ή μοιχαλίδες, για χρόνια.
Ο Νίκος Κακαουνάκης (1938-2009), ο οποίος στα χρόνια του ’60 υπήρξε δικαστικός συντάκτης της εφημερίδας Το Βήμα, μεγάλωσε επαγγελματικώς μέσα στα δικαστήρια, παρακολουθώντας (προφανώς) πάμπολλες περιπτώσεις μοιχείας. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας, το 1969 για την ακρίβεια, τυπώνει ένα βιβλίο (σε δική του ανεξάρτητη έκδοση), στο οποίο ανθολογεί ποικίλες περιπτώσεις μοιχείας, γράφοντας με σοβαρό και όχι με ευτράπελο τρόπο. Τώρα, αν μερικά γεγονότα ήταν από τη φύση τους ευτράπελα, τούτο δεν είναι αρκετό ώστε να καταχωριστεί το βιβλίο του στα… ευθυμογραφήματα. Απλώς, ο δαιμόνιος ρεπόρτερ με το να εξασφαλίσει κάποια σκίτσα του Κώστα Μητρόπουλου (στο εξώφυλλο και τις σελίδες) τοποθετούσε το Μοιχεία α λα… ελληνικά στην ίδια «κλάση» με τα βιβλία του Φρέντυ Γερμανού, του Δημήτρη Ψαθά και των υπολοίπων. Μάστορας στο μάρκετιν ο Κακαουνάκης… από τότε.
Από τα διάφορα «περίεργα» που αναπτύσσονται στις 207 σελίδες μικρού σχήματος του βιβλίου επιλέγω ένα κομμάτι από το section Η μοιχεία και το μαγνητόφωνο – και τούτο γιατί το μαγνητόφωνο, όπως ήδη γνωρίζουμε από την κλασική ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα Ο Ζηλιαρόγατος (1956), αποτελούσε μέσον για την τεκμηρίωση του «κερατώματος» (ασχέτως αν για την δικαιοσύνη τα πράγματα δεν ήταν, πάντα, τόσο απλά). Ο Κακαουνάκης εξετάζει διάφορες περιπτώσεις χρήσης του μαγνητοφώνου, αλλά απέχει παρασάγγας από το να χειριστεί το θέμα όπως ας πούμε ο… William S. Burroughs στο The Ticket That Exploded. Παρά ταύτα το ενδιαφέρον δεν χάνεται… 
«Η τελευταία λέξη της μόδας μεταξύ των απατημένων συζύγων είναι να εμφανίζονται στα δικαστήρια εφοδιασμένοι με ένα μαγνητόφωνο τεσσάρων εγγραφών στο χέρι και πέντε μαγνητοταινίες συνολικής διάρκειας δέκα ωρών στο άλλο, προκειμένου να πείσουν τους δικαστές ότι το “ακροάσθαι κρείττον εστί του οράν!”. 
Το μαγνητόφωνο, λοιπόν, από τον Ιούλιο περίπου του 1969 βρίσκεται στην υπηρεσία των απατημένων συζύγων. Ο Άρειος Πάγος, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, αποφάσισε ότι οι «μαγνητοφωνημένες απιστίες» είναι λόγος διαζυγίου και αποδεικνύουν το αδίκημα της μοιχείας. 
Το μαγνητόφωνο έχει εισβάλει βέβαια στα δικαστήρια από πολλά χρόνια και επανειλημμένως στις αίθουσες της Θέμιδος προσκομίσθηκαν μαγνητοταινίες και επιχειρήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο να αποδειχθή του λόγου το αληθές – ιδίως σε περιπτώσεις μοιχείας. Δημιουργήθηκε λοιπόν το πρόβλημα αν πρέπει να γίνονται δεκτές σαν αποδεικτικά στοιχεία οι μαγνητοταινίες. Και το 1962 ο Άρειος Πάγος είχε ασχοληθή με το θέμα αυτό και με την υπ’ αριθμόν 85 απόφασή του είχε αποδεχθή την αποδεικτική ισχύ του μαγνητοφώνου. Αλλά το μαγνητόφωνο γινόταν μέχρι σήμερα δεκτό μόνο ως στοιχείο υπερασπίσεως. Δηλαδή ένας κατηγορούμενος –ή κατηγορουμένη– είχε δικαίωμα να αποδείξη την αθωότητά του χρησιμοποιώντας μαγνητοταινία. Δεν είχε όμως δικαίωμα να αποδείξει με το μαγνητόφωνο τους ισχυρισμούς του ο μηνυτής. 
Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ήδη την αποδεικτική ισχύ του μαγνητοφώνου για τις περιπτώσεις μοιχείας. Και τώρα τι θα συμβή; Θα… εκλείψουν τα περιστατικά μοιχείας ή θα αυξηθούν οι περιπτώσεις αυτές που έρχονται στη δημοσιότητα;».
Ας δούμε μια χαρακτηριστική πείπτωση…
Προσοχή στην ηχογράφηση 
Υπάρχουν περιπτώσεις καχυπόπτων συζύγων που καταφεύγουν στα μαγνητόφωνα για να αποδείξουν ότι η γυναίκα τους τους απατά, αλλά τελικά κάθονται οι ίδιοι στο εδώλιο για συκοφαντική δυσφήμιση.
Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω περίπτωση, κατά τη διάρκεια της οποίας προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο ένα σωρό ταινίες, τόσο για να αποδείξη ο μηνυτής ότι η γυναίκα του τον απατούσε, όσο και για να υπερασπισθή τον εαυτό του. 
Ακούσθηκαν κατά τη δίκη μεν μερικά τραυλίσματα, κάτι αναστεναγμοί και κρότοι από περαστικά μοτοποδήλατα και αυτοκίνητα, το τρέξιμο του νερού στο νεροχύτη, κλάματα παιδιών, ένα «καλημέρα» της συζύγου του κατηγορουμένου προς τον υποτιθέμενο εραστή της, αλλά πλέον ου. Εξ ου και το δικαστήριον κατεδίκασε τον σύζυγο σε πετάμενη φυλάκιση για συκοφαντική δυσφήμιση της γυναίκας του. 
Αξίζει όμως να ξαναγυρίσουμε στον κατηγορούμενο. 
Είχε οργανώσει στο σπίτι του ολόκληρο στούντιο ηχοληψίας που θα το ζήλευε και το ΕΙΡ. Εν πρώτοις το μαγνητόφωνο ήταν εγκατεστημένο στο επάνω πάτωμα του σπιτιού του, όπου έμενε η αδελφή του. Ένα καλώδιο ξεκινούσε από το παράθυρο της κουνιάδας, κατέβαινε στο χωλ της νύφης, διέσχιζε το σαλόνι και κατέληγε στην κρεβατοκάμαρα του ζεύγους σ’ ένα μικρόφωνο, με κεφαλή τόσο μεγάλη όσο και η κεφαλή ενός καρφιού. Το μικρόφωνο αυτό συνέλαβε όλα τα φοβερά και τρομερά πράγματα που… δεν ακούσθηκαν στο δικαστήριο. 
Αλλά επειδή ο κατηγορούμενος, όπως έλεγε, ήταν Κρητικός και δεν επέτρεπε να διασύρεται η τιμή του, «πήρε μπάλλα» τη γειτονιά με το μαγνητόφωνο και αφού το εγκαθιστούσε, μαζί με το μεγάφωνο, το έβαζε μπροστά και εξηγούσε στους παρισταμένους που άκουγαν με ανοικτό το στόμα: 
«Στο σημείο αυτό είναι με τον φίλο της… Να! Προσέξτε αυτό το τρίξιμο… Τι σας λέει αυτός ο αναστεναγμός;». 
Ώσπου είδε και απόειδε η γυναίκα του και τον έστειλε στο δικαστήριο μαζί με το μαγνητόφωνο, που κατεδίκασε τόσο τον ίδιο, όσο και την καινοτόμο, στον τομέα των συζυγικών παραπτωμάτων, μέθοδόν του. 
Δεν προσφέρει λοιπόν, όπως είπαμε, το μαγνητόφωνο και πολλές υπηρεσίες στους απατημένους. Εκτός από αυτές τις δυσκολίες που είδαμε, ακόμα χρειάζεται και τρομερή ψυχραιμία για να μπορέση κανείς σε τέτοιες στιγμές να το χρησιμοποιήση.
Σκέφτομαι πως αν τύχαινε ποτέ να έπεφταν στα χέρια μας (στα χέρια των παραγωγών εννοώ) ελληνικές ερωτικές original μαγνητοταινίες (όχι οι ψευτο-σινεματικές καταστάσεις) θα ωχριούσε μπροστά τους η “Belinda” του Σουηδού Tom Zacharias, μα ακόμη και ο «Πυρετός» της Μαρίας Κώνστα…

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

PAOLO DI SABATINO jazz τύπου bel canto

Γεννημένος το 1970 ο πιανίστας Paolo di Sabatino είναι ένα από τα «αστέρια» της σύγχρονης ιταλικής jazz, έχοντας ηχογραφήσει περισσότερα από 20 προσωπικά CD, συνθέτοντας ακόμη και ποπ τραγούδια για τον Mario Biondi ή την Grazia Di Michele. Στο παρόν, που έχει τίτλο Trace Elements[Musica Jazz, 2014], συνεργάζεται με τον εγγλέζο μπασίστα Janek Gwisdala (έχει εμφανιστεί με τους Ronny Jordan, Marcus Miller, Gretchen Parlato… έχοντας και «δικά του» άλμπουμ) και τον 60χρονο πλέον αμερικανό ντράμερ Peter Erskine (με την ιστορία που χάνεται στα χρόνια). Πιάνο-τρίο λοιπόν (αλλά με ηλεκτρικό μπασίστα), στο οποίο συμβάλλουν σε επιμέρους tracks η τραγουδίστρια Kelly Joyce, ένας ακόμη μπασίστας (Pierpaolo Ranieri) και ο αδελφός τού Paolo, ο ντράμερ Glauco Di Sabatino. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά συνθέσεων του Paolo, στις οποίες προστίθενται το “Nature boy” του Eden Ahbez και το “They cant take that away from me” του George Gershwin ώστε να «κλείσει» το track list.
Το χαρακτηριστικό της jazz του Paolo di Sabatino είναι η αφηγηματικότητα, η οποία στηρίζεται φυσικά στον μελωδικό τρόπο του Ιταλού, στην θέλησή του δηλαδή να περιγράψει συναισθήματα μ’ έναν καταληπτό «γραμμικό» τρόπο. Αυτό δεν φαίνεται μόνο στο πώς αντιμετωπίζει το κλασικό “Nature boy” (έξοχη 7λεπτη version, με πολύ ιδιαίτερη bass line, κάπως «μποσανοβική», και με την κλασική μελωδία να έρχεται και να επανέρχεται, μεταξύ των αυτοσχεδιασμών), αλλά βασικά στις δικές του συνθέσεις, το φερώνυμο “Trace elements” (στο οποίο ο Paolo αφήνει το πιάνο προς χάριν του Fender Rhodes), αλλά και στο “Time for sun”, ένα… φωτεινό τραγούδι χωρίς λόγια. Μα αν κάποιοι θέλουν και τραγούδι με λόγια, τότε δεν μένει παρά ν’ ακούσουν το “Ce que jaime de toi” με τη φωνή της Kelly Joyce, ένα έξοχο άσμα και κάπως groovy (συμβάλλει οπωσδήποτε ο ήχος hammond) που απογειώνει, ως έσχατο, το άλμπουμ…
Μην λέμε πράγματα, που τα έχουμε ξαναπεί – τα έχω ξαναπεί κι εγώ και πολλοί άλλοι πριν από ’μένα. Ένα μεγάλο κομμάτι της ιταλικής jazz, να μη πω «όλο» και φανώ υπερβολικός, θα ανακαλεί πάντα στ’ αυτιά μας την μεγάλη παράδοση της χώρας στο bel canto. Τι να κάνουμε τώρα; Αυτό είναι οι Ιταλοί –ευτυχώς!– κι έτσι θα πορευτούν εις τον αιώνα τον άπαντα.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Πριν λίγες ημέρες έπεσε στα χέρια μου ένα πράγματι σπάνιο βιβλίο. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για μία παλαιά και κιτρινισμένη έκδοση, αλλά και γιατί είναι ένα βιβλίο για τη μουσική, γραμμένο με πολύ μεράκι από τον Θεόδωρο Ν. Συναδινό (1880-1958). Το βιβλίο έχει τίτλο Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής 1824-1919 και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τύπου το 1919!
Ο Θεόδωρος Συναδινός υπήρξε μία τρανή θεατρική και συγγραφική προσωπικότητα, υπηρετώντας την Τέχνη για περισσότερο από 50 χρόνια. Από το βιογραφικό του, που δημοσιεύεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.), εκεί που διατηρείται και το προσωπικό αρχείο του, μαθαίνουμε πως ο Συναδινός ξεκίνησε να σπουδάζει Νομικά στην Αθήνα το 1897 και πως το 1904 γίνεται συντάκτης στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη – για να γίνει λίγο αργότερα αρχισυντάκτης, θέση την οποία διατήρησε έως το 1914.
Από το βιογραφικό του Ε.Λ.Ι.Α. μαθαίνουμε επίσης πως ο Συναδινός διετέλεσε διευθυντής και εκδότης πολλών εφημερίδων και περιοδικών, όπως των Νέα Ελλάς (1916), Πρόοδος (1919), Ωδείον (1904), Απόλλων (1904-1907), Μουσική Επιθεώρησις (1921-1922), Παρασκήνια (1938-1939) κ.ά. Ακόμη, πως ως θεατρικός συγγραφέας πρωτοεμφανίστηκε το 1911 με την κωμωδία Μπλόφες (ανέβηκε από τον θίασο της Κυβέλης Αδριανού) και πως από τα 58 έργα, που ο ίδιος ολοκλήρωσε ή διασκεύασε, ανέβηκαν σε σκηνές τα 41. Μερικά από τα πλέον γνωστά του υπήρξαν τα ακόλουθα: Ο Μαικήνας (1926, θίασος Νέων), Κοσμική κίνησις (1932, θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη), Γνωρίζετε ότι... (1933, θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη), Αυτός είμαι (1934, θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη - Κυβέλης Αδριανού), Ο παληάτσος (1934, θίασος Βασίλη Αργυρόπουλου), Χθες, σήμερα, αύριο (1935, θίασος Αλίκης - Κώστα Μουσούρη - Βασίλη Λογοθετίδη), Στην κάψα του καλοκαιριού (1944, Εθνικό Θέατρο) και Ο σατανάς (1948, θίασος Γιώργου Παππά - Βάσως Μανωλίδου).

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/53073

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

NIR NAAMAN ανεξάρτητα γενικώς

Μεταξύ Νέας Υόρκης και Βοστώνης κινείται ο ισραηλινός σαξοφωνίστας Nir Naaman, μοιράζοντας το χρόνο του σε gigs, σε σπουδές στο New England Conservatory και σε ηχογραφήσεις. Έτσι, δύο sessions που συνέβησαν κάποια στιγμή σ’ ένα στούντιο του Brooklyn (15/5/2012 και 3/4/2013) παίρνουν τώρα τον δρόμο για τη δισκογραφία, αποτελώντας το υλικό του πρώτου προσωπικού CD του. Αν ο Naaman είναι εκείνος που έχει αναμφισβήτητα τα πρωτεία στη σύνθεση και την εκτέλεση, από την άλλη δεν μπορεί να μην γίνει λόγος για τον σημαντικό πιανίστα George Cables που εμφανίζεται στα επτά από τα δέκα tracks του Independence [Private Pressing, 2014], κάνοντας συγχρόνως και την παραγωγή.
Ο Naaman ως σαξοφωνίστας (τενόρο, άλτο, σοπράνο) είναι της «κολτρεϊνικής» σχολής, με τις συνθέσεις και τους αυτοσχεδιασμούς του να ανήκουν, χονδρικώς, στο νέο bop. Παίζει άλλοτε συγκρατημένα και άλλοτε σε γρήγορες ταχύτητες, εντυπωσιάζοντας δίχως να αναπαράγει αδιάφορες μανιέρες. Βοηθά προς αυτό, φυσικά, και το πλήρες σχήμα που κάθε φορά τον συνοδεύει, δηλαδή ο τρομπετίστας Marcus Printup σε τρία κομμάτια, ο Roy Assaf (πιανίστας στα tracks που δεν συμμετέχει ο Cables), o μπασίστας Dezron Douglas και οι ντράμερ εναλλάξ Gregory Hutchinson και Ulysses Owens Jr. Από τα στάνταρντ, το “The very thought of you” του Ray Noble και το “Polka dots and moonbeams” των Jimmy Van Heusen/ Johnny Burke, διασκευάζονται με μέτρο και σύνεση, με έμφαση στον μελωδικό τομέα και τις κατεβασμένες ταχύτητες, ενώ το “Eshal elohai” (που αφορά σε μελωδία της εβραϊκής παράδοσης) προσφέρει μιαν «άλλη» πινελιά, φανερώνοντας το ταλέντο του Naaman στο να «τζαζοποιεί» τέτοιου τύπου world θέματα (πρόκειται για το κομμάτι που κάνει τη μεγάλη διαφορά στο “Independence”). Από τις υπόλοιπες συνθέσεις (όλες του Ισραηλινού) θα ξεχώριζα το “Fall”, με το άλτο σε θέση πρώτη (αγέρωχη γραμμή, στα κλασικά πρότυπα), αλλά και το αμέσως επόμενο, λυρικό, “Winter sun”, με το σοπράνο σαξόφωνο στην περίπτωσή μας να «χαρίζει» ακόμη περισσότερο σ’ αυτήν την πανέμορφη μελωδία.
Επαφή: www.nirnaaman.com

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

LOWER CUT ένα σημερινό ελληνικό γκρουπ

Σχετικώς καινούριο αγγλόφωνο ελληνικό συγκρότημα (σχηματίστηκε το 2009) που προσφάτως κυκλοφόρησε ολοκληρωμένο άλμπουμ, οι Lower Cut αποτελούνται από τους Αλέξανδρο Δαρμή keyboards, προγραμματισμό, Γιάννη Ευθυμίου μπάσο, προγραμματισμό, Βαγγέλη Σταυρουλάκη κιθάρες, Ειρήνη Αργύρη φωνή και Βασίλη Μπάλδο ντραμς. Το άλμπουμ τους έχει τίτλο Off my Head [Puzzlemusik, 2014] και περιλαμβάνει οκτώ tracks – όλα δικές τους συνθέσεις.
Τα τραγούδια των Lower Cut είναι rock τραγούδια της εποχής – δεν διαφέρουν δηλαδή αναγκαστικώς από άλλα (rock) που ακούγονται τριγύρω. Τώρα, το rock το λέω με την… γενικότερη έννοια, καθότι κάποιοι θα μιλήσουν για shoegazing, dream pop, post punk και άλλα τέτοια συναφή, που είναι και λιγότερο σαφή (ή, εν πάση περιπτώσει, δεν περιγράφουν επακριβώς όλο το σώμα των τραγουδιών του γκρουπ). Υπάρχει, οπωσδήποτε, ένας ήχος nineties στα κομμάτια των Lower Cut, είναι όμως η παραγωγή, που είναι κάπως «βαριά» και «δυσκίνητη», εκείνη που τα μετατρέπει πάραυτα σε τραγούδια του σήμερα.
Το εισαγωγικό “(some random summer) Rain” ξεκινά μ’ ένα πολύ ωραίο ντραμιστικό σχήμα, καθώς τα τύμπανα «σκάνε» μπροστά σαν σε παραγωγή της Fat Possum, όμως σχεδόν αμέσως καταφθάνουν οι κιθάρες κι η φωνή οδηγώντας αλλού το τραγούδι. Ωραίο «πίσω» γέμισμα από τα πλήκτρα και πειστική η φωνή, δημιουργούν, άπαντα, όλες τις προϋποθέσεις για ένα άψογο... ραδιοφωνικό τραγούδι. Το “Child of Mars” δεν διαφέρει και τόσο, ως αίσθηση, από το προηγούμενο track, παρότι η μελωδική φράση στα keyboards τού δίνει ένα ξεπέταγμα, με τη φωνή να κρατάει, εδώ, τα εκφραστικά πρωτεία. Το κιθαριστικό break στην εισαγωγή του “Dreamwalkers” μαζί με τα υπαινικτικά πλήκτρα φαίνεται πως θα καθορίσουν το κομμάτι και στην πορεία, ακόμη και στα κουπλέ, όταν θα κάνουν πίσω όλα τα όργανα για ν’ ανεβεί η φωνή. Το “Silent film” είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του άλμπουμ. Κεντημένο από τις κιθάρες και το αρχικώς ανεπαίσθητο ρυθμικό τμήμα, το κομμάτι αυτό ακόμη και όταν «ζωηρεύει» εξακολουθεί να κατακρατεί την υψηλή λειτουργικότητα τής μελωδικής (rock) μπαλάντας. Αλλά και τα υπόλοιπα tracks θα κινηθούν στο ίδιο πάνω-κάτω κλίμα, με το “Goldfish” να στηρίζεται στις κιθάρες βασικά, που κάνουν πολλή δουλειά τόσο στο επίπεδο του ρυθμού όσο και στον γενικότερο όγκο της εγγραφής, με το “Colour cube” να καταγράφεται στις σχετικώς πιο χαμηλόφωνες στιγμές του άλμπουμ (ωραίο τραγούδι, με τα πλήκτρα και τις κιθάρες να ολοκληρώνουν μέσα από αδιαπέραστα «τείχη»), με το “Trickery” να επιβάλλεται μέσα από τα «γεμίσματα» και τα «αδειάσματα» της ενοργάνωσης και με το έσχατο “Absence” να εμφανίζει μια, χαρακτηριστική θα την έλεγα, μελωδική φυγή.
Απλές-κατανοητές καταστάσεις, γενικώς, που περιγράφονται με σαφήνεια από ένα «συγκεντρωμένο» γκρουπ.
Επαφή: www.lowercut.com

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ μουσική για τις μάζες, 18 λιανοτράγουδα κτλ.

Υπάρχουν ήδη μερικές αναφορές στο Δισκορυχείον για το συγγραφικό πόνημα του Μίκη Θεοδωράκη Μουσική για τις Μάζες. Στην πρώτη (14/9/2012) το συμπεριέλαβα σε μια λίστα με 33 ελληνικά μουσικά αναγνώσματα που αξίζει να διαβαστούν, ενώ στην τελευταία (17/3/2014), στην ανάρτηση Μαρία Μήτσορα/ περί underground κ.λπ., είχα αντιγράψει κι ένα μικρό απόσπασμα.
Το Μουσική για τις Μάζες είναι ένα θρυλικό βιβλίο. Κυκλοφορεί επί χούντας (1972) από τις εκδόσεις Ολκός, όταν η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη είναι απαγορευμένη και συμβάλλει (και αυτό) στην διαμόρφωση της αντιδικτατορικής πάλης, που θα οδηγούσε ένα χρόνο αργότερα στον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου. (Να σημειώσω, επίσης, πως αποσπάσματα του βιβλίου δημοσιεύτηκαν και στο πρώτο τεύχος του περιοδικού αντί, τον Μάιο του 1972, με το καθεστώς να μην επιτρέπει, στην πορεία, την κυκλοφορία επόμενου τεύχους – όχι εξ αιτίας του κειμένου του Θεοδωράκη). Το Μουσική για τις Μάζες ξεκινά με την εξής προμετωπίδα (για να αντιληφθούμε και τη συγκυρία κάτω από την οποία γράφτηκε): «Όταν ο λαός και το Έθνος δοκιμάζονται από βαθιές ιστορικές κρίσεις τότε ο εκπρόσωπος της κουλτούρας γίνεται μαχητής, γίνεται Φεραίος, Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός. Παλεύει μαζί με το λαό μαζί με το Έθνος στην πρώτη γραμμή. Και τότε η κουλτούρα γίνεται μαχόμενη». Προπύργιο της μαχόμενης κουλτούρας υπήρξε φυσικά το λαϊκό τραγούδι, το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι (εκείνο που ονομάστηκε «έντεχνο») και το οποίο κατά τον Θεοδωράκη σήμαινε… «επιστροφή στις εθνικές μελωδικές ρίζες, με τη βυζαντινή και τη δημοτική μελωδία», όπως και «σύζευξη με την ποίηση και τα προβλήματα του έθνους». Στο βιβλίο αναλύονται Το Άξιον Εστί (ως ένα βήμα προς την μετασυμφωνική μουσική) και Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού (ως «μια πρώτη συνειδητή προσπάθεια, για τη δημιουργία μιας σύγχρονης τραγωδίας και ενός σύγχρονου λυρικού θεάτρου, που να στηρίζεται, επίσης, πάνω στο σύγχρονο λαϊκό»), με το τρίτο κεφάλαιο («Η μουσική μας κληρονομιά») και το Παράρτημα να εμβαθύνουν στις επιδράσεις που άσκησαν στο θεοδωρακικό έργο η βυζαντινή και η δημοτική παράδοση. Ο Θεοδωράκης εντάσσει τον προβληματισμό του μέσα στο γενικότερο κλίμα της αναμόρφωσης της λαϊκής μουσικής στη Δύση, γράφοντας για την… «εκπληκτική επιτυχία του αγγλόφωνου λαϊκού τραγουδιού, ιδιαίτερα ανάμεσα στην παγκόσμια νεολαία, όπως το απέδωσαν μια σειρά συγκροτήματα, ερμηνευτές και συνθέτες, από τους Μπητλς έως την Τζόαν Μπαέζ και τον Μπομπ Ντύλαν»… αλφαδιάζοντας (και σωστά) τη δική του (τότε) μουσική με το rock και το folk της (μαχόμενης) αντικουλτούρας.

Το 1972 ο Θεοδωράκης άρχιζε να γίνεται «αποδεκτός» σιγά-σιγά από το χουντικό καθεστώς. Εννοώ, πως μέσα στο πνεύμα της παγκοσμιότητας της μουσικής του, οι τότε κρατούντες (κατόπιν και εσωτερικών πιέσεων – και όχι μόνο εξωτερικών) προσπαθούσαν να διακρίνουν με ποιον τρόπο θα κυκλοφορούσαν οι μουσικές και τα βιβλία του, και κάτω από ποια ακριβώς συγκυρία θα μπορούσε κι εκείνος κάποια στιγμή να επιστρέψει στην πατρίδα. Ο Θεοδωράκης μπορεί το 1972 να ήταν απών από την Ελλάδα, ως φυσική παρουσία, δεν ήταν όμως καθόλου απών στα Μέσα και τον Τύπο. Τα Επίκαιρα π.χ. της 3-9 Νοεμβρίου 1972 (τεύχος 222) κυκλοφορούν με τίτλο «Θεοδωράκης: Διαβατήριο έχω, θα έλθω!...», ενώ δημοσιεύεται (στο εξώφυλλο) και μικρή φωτογραφία του. Στις εσωτερικές σελίδες διαβάζουμε την ανταπόκριση του Γιώργου Λιάνη από το Παρίσι και βεβαίως την συνέντευξή του με τον Μίκη, που καταλαμβάνει σχεδόν τέσσερις σελίδες. Το κείμενο του Λιάνη ξεκινάει ως εξής:
«Ένα μήνα μετά τη συνέντευξη-πυροτέχνημα του Μίκη Θεοδωράκη στην Ακρόπολη, το θέμα της επιστροφής (του μουσικού και όχι του πολιτικού) παραμένει ανοικτό. Οι Έλληνες συνθέτες, στιχουργοί και τραγουδισταί ζήτησαν από την Κυβέρνηση να αρθή η απαγόρευση της (μη πολιτικής) μουσικής του, αλλά η απαγόρευση δεν έχει ακόμη αρθή. Εν τούτοις, η Μαργαρώ και το Στώσε το στρώμα σου  εκτελούνται σποραδικά σε ένα-δυο αθηναϊκά κέντρα και εταιρίες δίσκων ετοιμάζονται να τυπώσουν μερικά από τα νέα τραγούδια του, αν η μουσική του επιτραπή. Στο Παρίσι ο Θεοδωράκης, περιμένοντας το πράσινο φως, έχει το ένα πόδι του στον αέρα. Στην τσέπη του υπάρχει ένα κανονικό ελληνικό διαβατήριο που λήγει το 1975. Είναι πολύ πιθανό να ξεκινήση και με κίτρινο. Να μπη ξαφνικά στο αεροπλάνο και να φτάση κάποιο μεσημέρι στην Αθήνα. Ο Θεοδωράκης-μουσικός είναι αποδεκτός. Ο Θεοδωράκης-πολιτικός (αν υφίσταται ακόμη) δεν είναι αποδεκτός από τις αρχές».
Αυτό το τελευταίο ήταν λίγο ακατανόητο. Πώς θα διαχώριζες έναν καλλιτέχνη, όταν η (τότε) μουσική του ήταν τόσο στενά δεμένη με την πολιτική του διάσταση; Ευτυχώς αυτή την ερώτηση την απευθύνει ο Λιάνης στον Θεοδωράκη: 
Γ.Λ. Μεταξύ των άλλων μετεδόθη ότι η ελληνική κυβέρνηση θα επιτρέψη τη μετάδοση των μη πολιτικών τραγουδιών σου. Μπορείς εσύ να κάνης ένα διαχωρισμό των συνθέσεών σου σε πολιτικές και μη; Θα δεχόσουν τη μετάδοση των μη πολιτικών τραγουδιών σου;
Μ.Θ. Είναι θέμα πολύ ειδικό. Μην ξεκινάμε πως υπάρχουν δύο άρθρα που απαγορεύουν τη μουσική μου. Πολύ βαρύτερες παραβιάσεις του στρατιωτικού νόμου δικάζονται σήμερα από τα κοινά δικαστήρια, ενώ όποιος τραγουδήσει τη Μαργαρίτα-Μαργαρώ κινδυνεύει να πάει Στρατοδικείο. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα. Τα άλλα είναι μικρότερης σημασίας.
Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του Μίκη, παρότι, προσωπικώς, δεν με καλύπτει… Άλλο «Μαργαρίτα-Μαργαρώ» και άλλο ας πούμε «Οι πρώτοι νεκροί». Ναι μεν τα δύο τραγούδια μπορεί να είναι γραμμένα από τον ίδιον άνθρωπο, αλλά… άλλο το ένα άλλο το άλλο. Το ότι θα μπορούσε να επιτραπεί το πρώτο, δεν σημαίνει με τίποτα πως θα επιτρεπόταν και το δεύτερο… Και κάτι ακόμη από την συνέντευξη... 
Γ.Λ. Σαν ελεύθερη μετάδοση της μουσικής σου εννοείς και τη μετάδοσή της από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο;
Μ.Θ. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα με ενδιέφερε η μετάδοση ή μη της μουσικής μου από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Δεν θα το ’θελα μάλιστα. Μου φτάνει να μπορή ο κόσμος να τραγουδάη ελεύθερα τα τραγούδια μου.

Την 14/10/1972 (λίγες ημέρες δηλαδή πριν την συνέντευξη Θεοδωράκη στα Επίκαιρα) η Ένωση Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος με έκκλησή της προς τον Παπαδόπουλο ζητά την άρση της απαγόρευσης μετάδοσης και κυκλοφορίας των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη. Την έκκληση εκείνη είχαν υπογράψει οι Γιώργος Κατσαρός (ασχέτως αν μερικά χρόνια πριν είχε βάλει μουσική στο «21η Απριλίου 1967», στα λόγια του Γιώργου Οικονομίδη), Απόστολος Καλδάρας, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Θόδωρος Δερβενιώτης, Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Λεοντής, Πυθαγόρας, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Τάκης Παναγόπουλος, Γιάννης Κακουλίδης, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Γκάτσος και Σταύρος Ξαρχάκος.
Εφ. Μακεδονία 16/11/1973
Ένα χρόνο αργότερα, την 8/10/1973 τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα» του Θεοδωράκη, σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, ακούγονται για πρώτη φορά σε μπουάτ της Πλάκας. Τα απέδωσαν ο Αντώνης Καλογιάννης, η Μαρία Δημητριάδη και λαϊκή ορχήστρα. Λίγες μέρες αργότερα (16/11/1973 – την παραμονή του Πολυτεχνείου δηλαδή) διαβάζουμε στο πρωτοσέλιδο της Μακεδονίας: «Δι’ αποφάσεως του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ κ. Σπ. Ζουρνατζή επετράπη η κυκλοφορία δίσκων, οι οποίοι περιέχουν 40 τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, τα οποία είχον απαγορευτεί από το 1967. Δι’ ετέρας εξ άλλου χορηγηθείσης αδείας υπό του κ. Ζουρνατζή επετράπη η κυκλοφορία ετέρων 18 τραγουδιών εις δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, παραγωγής 1968 (σ.σ. γράφτηκαν το 1968 από τον Ρίτσο, όταν ήταν εκτοπισμένος στο Παρθένι της Λέρου) δια τα οποία ουδέποτε είχε δοθεί άδεια κυκλοφορίας εν Ελλάδι. Ταύτα φέρουν τον γενικόν τίτλον Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».
Τα «Λιανοτράγουδα» ακούστηκαν αρχικώς στο Albert Hall του Λονδίνου (17/1/1973) από τους Μαρία Φαραντούρη, Πέτρο Πανδή, Αφροδίτη Μάνου και Αχιλλέα Κωστούλη, για να δισκογραφηθούν από τους ίδιους λίγο καιρό αργότερα στο Παρίσι – πρόκειται για το LP Theodorakis Concert 1/ Lianotragouda/ Chansons de la Patrie Amère/ 18 Couplets de Yannis Ritsos” [FR. EMI/ Columbia 2C 066 - 94.668, 1973]. Την εποχή των γεγονότων του Πολυτεχνείου, τα «Λιανοτράγουδα» (που ήδη είχαν ακουστεί στην Πλάκα) ηχογραφούνται στην Ελλάδα από τον Γιώργο Νταλάρα (με τη συμμετοχή της Άννας Βίσση). Υπάρχει ο μύθος πως τα τραγούδια γράφτηκαν κρυφά και κάτω από τη μύτη του καθεστώτος (το έχει πει και ο Θεοδωράκης αυτό, αλλά επειδή τότε δεν βρισκόταν στην Ελλάδα μπορεί να μην είχε πληροφορηθεί την απόφαση του Ζουρνατζή). Αν το δημοσίευμα της Μακεδονίας προέρχεται από την 16/11/1973, λογικώς η απόφαση θα είχε γνωστοποιηθεί στον Μάτσα την προηγούμενη μέρα και πάλι λογικώς θα ηχογραφήθηκαν αυτά, μάνι-μάνι, αν όχι την 15, τότε την 16/11. Θέλω να πω, με άλλα λόγια, πως τα «Λιανοτράγουδα» ηχογραφήθηκαν νόμιμα και με την άδεια του καθεστώτος – και καλό θα είναι να λέμε τα πράγματα ως έχουν και όχι να πουλάμε… αντιστασιακές παρανομίες (δεν αναφέρομαι επ’ ουδενί στον Θεοδωράκη, ο οποίος εξάλλου τότε ήταν στον Καναδά, όπως μας πληροφορεί η Gail Holst). Φυσικά, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, και μετά την πτώση του Παπαδόπουλου την 25/11/1973, όλες οι θετικές αποφάσεις για τα τραγούδια πάρθηκαν πίσω, με αποτέλεσμα η ηχογράφηση των «Λιανοτράγουδων» να κυκλοφορήσει τελικώς μετά την πτώση της χούντας [MINOS MSM 192]. Μάλιστα, στο label αναγράφεται όχι μόνο το έτος κυκλοφορίας του άλμπουμ (1974), αλλά και ο αριθμός αδείας «30923/5817/73» (δεν ξέρω πόσοι δίνουν σημασία σε κάτι τέτοιες λεπτομέρειες). Τούτο σημαίνει πως τα τραγούδια ήταν εντελώς νόμιμα την εποχή που ηχογραφήθηκαν (τον Νοέμβριο του 1973), καθότι, σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν θα είχαν πάρει άδεια (με κατάληξη «73»).
Το label από τα "18 Λιανοτράγουδα" με αριθμό άδειας 30923/5817/73 και έτος έκδοσης το... μεταπολιτευτικό 1974
Ψάχνοντας για τα «Λιανοτράγουδα» στο δίκτυο πέρασα και από το e-orfeas.gr, ένα ενδιαφέρον site για την ελληνική μουσική, που, δυστυχώς, κατέβασε ρολά. Εκεί έπεσα σ’ ένα απόσπασμα συνέντευξης του Γιάννη Αγγελάκα στο βραχύβιο περιοδικό Octava (#1, 10/2005). Έψαξα και βρήκα το τεύχος (με κάποιο κόπο είναι αλήθεια, γιατί δεν θυμόμουν πού το είχα καταχωνιάσει) προκειμένου να έχω μιαν ολοκληρωμένη εικόνα της συνέντευξης. Λέει ο Αγγελάκας: «Την εποχή που ήμουν έφηβος –τέλη της δεκαετίας του ’70– δεν υπήρχε μουσική για μένα και τους φίλους μου (σ.σ. Έλα Παναγία μου!). Θυμάμαι να έχουμε βγει στους δρόμους ανήσυχοι, φρικιά, αλλά χωρίς μουσική (σ.σ. άιντε πάλι). Το ροκ μας είχε κουράσει – το ακούγαμε σαν απόηχο της δεκαετίας του ’60. Και όλοι οι μεγάλοι ήρωες εκείνης της γενιάς είχαν πεθάνει ή είχαν γίνει επιχειρηματίες που είναι το ίδιο πράγμα. Απ’ την άλλη, από την μέρα που έπεσε η Χούντα, μας είχαν φάει τ’ αυτιά για έναν μεγάλο Έλληνα συνθέτη, τον Θεοδωράκη, που έγραφε επαναστατικά τραγούδια. Περιμέναμε πως και πώς να τον ακούσουμε (σ.σ. περίμενε ο Αγγελάκας, που δεν ήταν ούτε 15 όταν έπεσε η χούντα, ν’ ακούσει τον Θεοδωράκη, γιατί όταν ήταν 8 η χούντα είχε απαγορεύσει τον Θεοδωράκη και ο Αγγελάκας δεν είχε τι ν’ ακούσει!). Και ο πρώτος δίσκος που άκουσα ήταν με τον Νταλάρα να λέει Τη Ρωμιοσύνη μη την κλαίς (σ.σ. από τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας»). Μου ’ρθε να βάλω τα κλάματα. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες μουσικές απογοητεύσεις της ζωής μου. Μου φάνηκε –σαν ήχος, σαν ύφος, σαν λόγια– κάτι τελείως ξεπερασμένο. Κατάλληλο μόνο για soundtrack της ΚΝΕ. Επαναστατικά τραγούδια του βουνού, όταν εμείς ήμασταν ήδη στις λεωφόρους. Εμένα όλο αυτό το πακέτο “ΚΝΕ – Θεοδωράκης – Επανάσταση” μου βρώμαγε».
Εγώ δεν είμαι ΚΚΕ (ούτε υπήρξα ποτέ μέλος του), αλλά τον αντικομμουνισμό τον σιχαίνομαι. Ενώ αραιά και που μπορεί να συμφωνώ με θέσεις του κόμματος (και πάντως τα τελευταία χρόνια, επί κρίσης, καθόλου), όταν έχω εμπρός μου αντικομμουνιστή γίνομαι… γενίτσαρος της ΚΟΒας. Έτσι, λοιπόν, ενώ ο Αγγελάκας στα τέλη των seventies, όταν ήταν έφηβος, δεν είχε τι ν’ ακούσει (λες και δεν υπήρχαν οι Ramones, οι Damned, οι Clash και δεκάδες άλλοι σε δίσκους ελληνικών εκτυπώσεων) έρχεται τώρα να μας πει (το 2005 εννοώ) για τον Θεοδωράκη και την ΚΝΕ. Α παράτα μας ρε φίλε. Εγώ αν ήμουνα στην ηλικία του (δηλαδή αν είχα γεννηθεί το ’59), το ’74 θα άκουγα Gary Glitter, ΑΒΒΑ και 2002 (με Ηλία Ασβεστόπουλο), το ’76 μπορεί να άκουγα αντάρτικα και Ξυλούρη, άιντε και λίγο Socrates και το ’79 (που θα ήμουν 20) μπορεί να άκουγα το «Φλου», αλλά σίγουρα θα άκουγα Ian Dury και Tom Robinson, γιατί γι’ αυτούς θα έγραφαν τα περιοδικά της εποχής. Πάντα θα είχα κάτι ν’ ακούσω, και δεν θα είχα πρόβλημα ούτε με τον Θεοδωράκη, ούτε με κανέναν άλλον. Γιατί σε τελευταία ανάλυση ο Θεοδωράκης, βιωματικά, δεν θα με αφορούσε. Αυτή είναι η ουσία και όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια της πλάκας…

Κάποτε ένας φίλος με είχε ρωτήσει το εξής: γιατί κυκλοφορούσε νόμιμα, επί χούντας, ένα βιβλίο του Θεοδωράκη (το Μουσική για τις Μάζες, το 1972 υπενθυμίζω) και δεν κυκλοφορούσαν νόμιμα, την ίδιαν εποχή, και κάποια από τα τραγούδια του; Η απάντηση είναι απλή… και την δίνει ο «θεωρητικός» της δικτατορίας Γεώργιος Γεωργαλάς στο γνωστό βιβλίο του Η Προπαγάνδα/ Μεθοδική και Τεχνική της Αγωγής των Μαζών. Επιλέγω ένα απόσπασμα από την έκδοση… ΒΙΠΕΡ/ Πάπυρος Πρεςς, Αθήνα 1973. Γράφει ο Γεωργαλάς:
«Η μουσική είναι η λιγώτερο “λογική” από όλες τις τέχνες, η πιο συναισθηματική. Γι’ αυτό, ουσιαστικά, αποτελεί μία “έκκλησι στο υποσυνείδητο”. Η μουσική δεν ελέγχεται από το λογικό, αλλά επιδρά στο σύνολο της ψυχικής ζωής (ένστικτα, ροπές) που είναι κοινή για όλους στην βάσι της. Γι’ αυτό ακριβώς και προκαλεί κοινότητα αντιδράσεων. Είναι το πιο κατάλληλο μέσο μαζοποιήσεως. Οι άνδρες της μονάδος που βηματίζουν παρελαύνοντας με τον ίδιο σκοπό, τα μέλη της συγκεντρώσεως που τραγουδούν τον ίδιο ύμνο, οι διαδηλωταί που εμπνέονται με τον ίδιο ρυθμό, χύνονται σε ένα κοινό καλούπι, γίνονται μάζα. Όπως παρατηρεί ο Χόλυ Ρόλλερς, μια κατάλληλη μουσική, φέρνει μαζική ύπνωσι ή υστερία, κυρίως όταν τραγουδιέται μαζικά. Έτσι διαλύει το άτομο μέσα στη μεγάλη μάζα, και το συγχωνεύει μ’ αυτήν. Το μαζικό τραγούδι είναι το καλύτερο μέσον για να μεταμορφώσης το πλήθος σε ομόψυχη μάζα και να της δώσης τα αντανακλαστικά του ενός όντος. (…) Η μουσική και το τραγούδι δεν θεωρούνται από τον κομμουνισμό σαν μέσα ψυχαγωγίας ή σαν μορφές Τέχνης, αλλά σαν μέσα Προπαγάνδας.(…) Οι κομμουνισταί προσπαθούν ιδιαίτερα να οικειοποιηθούν την λαϊκή μουσική και να της προσδώσουν δικό τους κοινωνικό, δηλ. πολιτικό περιεχόμενο, επειδή αυτή εκφράζει και συγκινεί τις λαϊκές μάζες».
Το τραγούδι δηλαδή, εν αντιθέσει με το βιβλίο –που το διαβάζει καθένας μόνος του, στο σπίτι του και δεν τρέχει τίποτα– έχει την ικανότητα να συνεγείρει τα πλήθη. Εξαπλώνεται ταχύτητα, μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, γίνεται κοινό κτήμα σε χρόνο dt, συντροφεύοντας (ή και υποβάλλοντας) επαναστατικές (στην περίπτωσή μας) διαθέσεις.
Προσέξτε τώρα. Η έκδοση σε ΒΙΠΕΡ της Προπαγάνδας του Γεωργαλά δεν ήταν ακριβώς η ίδια με την πρώτη-πρώτη που είχε συμβεί έξι χρόνια νωρίτερα [Γεωργιάδης – Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα 1967]. Στο ίδιο περί μουσικής κεφάλαιο υπάρχουν δύο ακόμη παράγραφοι που απουσιάζουν από την έκδοση του ’73. Σας τις δίνω… πριν τις σχολιάσω…
«Χαρακτηριστική είναι η στάσις του κομμουνισμού στη χώρα μας απέναντι στο λεγόμενο λαϊκό τραγούδι (μπουζούκι). Αρχικώς είχε πάρει θέσι αδιαλλάκτως εχθρική, το χαρακτήριζε εκδήλωσι παρακμής και το καταπολεμούσε. Όταν όμως διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να μειώση την απήχησί του στο λαό, έκανε στροφή. Από αδιάλλακτος πολέμιος του λαϊκού τραγουδιού, ο κομμουνισμός, μετετράπη σε φανατικό υποστηρικτή του. Το αγκάλιασε και με δικούς του μουσικοσυνθέτες προσπαθεί να το θέση κάτω από τον έλεγχό του για να το προσανατολίση προς τα εκεί που θέλει και να το χρησιμοποιήση σαν όργανο επηρεασμού της κοινής γνώμης.
Ταυτόχρονα ο εγχώριος κομμουνισμός προσπάθησε να δημιουργήση και ένα νέο είδος λαϊκοφανούς τραγουδιού σε ρυθμούς γιε-γιε, για να συγκινή τη νεολαία και με πολιτικό περιεχόμενο (“αντιπολεμικό”, αντιαμερικανικό, περί Βιετνάμ αντιμιλιταριστικό κ.ο.κ.). Εστίες ειδικές για τη διάδοσι και διαμόρφωση αυτού του τραγουδιού είναι οι μπουάτ νεολαίας που ίδρυσε ή ελέγχει η κομμουνιστική Προπαγάνδα στην Πλάκα».
Μέσα στην «θεοδωρακικοποίηση» (διάβαζε… και φιλελευθεροποίηση) που προσπαθούσαν να περάσουν οι Απριλιανοί το 1973 (και πάντως πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου), μια παράγραφος που θα «φωτογράφιζε» επί της ουσίας τον Μίκη Θεοδωράκη ως τον… κομμουνιστή συνθέτη, που θα επιχειρούσε να ελέγξει το λαό, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Γι’ αυτό και παραλήφθηκε.
Η δεύτερη παράγραφος έχει επίσης ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς η Πλάκα το 1973 ήταν το πεδίο άσκησης της τουριστικής πολιτικής του καθεστώτος (η βιτρίνα του προς τα έξω) και κάθε απόπειρα σύνδεσής της με… κομμουνισμούς και τα ρέστα δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Θα ήταν άστοχη και θα έκανε κακό. Και το άλλο. Αν νωρίς το 1967 οι γιεγιέδες ήταν ακόμη μια κατάσταση υπό διαμόρφωση –έχω την αίσθηση πως ο Γεωργαλάς αναφερόταν στα λίγο πριν την δικτατορία… αντιαμερικανικά «Νέγρικα» του Λοΐζου, πιθανώς και σε κάποια κομμάτια του «νέου κύματος»– στην διαδρομή η… ψυχεδελονεολαία θα ελεγχόταν πλήρως από το καθεστώς με αποτέλεσμα κάθε έννοια… γιεγιέδικου κομμουνισμού, κάθε έννοια γιεγιέδικης αντίστασης προς τη χούντα δηλαδή, να ακουγόταν παντελώς γελοία το 1973…

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ του Κ.Κ.Ε. (εσωτ.)

Μπορεί όλοι (οι σχετικοί) να γνωρίζουν την Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜ.ΕΠ), το γνωστό περιοδικό που αποτελεί ένα… Θεωρητικό και Πολιτικό Όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε., αλλά πολλοί λίγοι γνωρίζουν πως την εποχή της δικτατορίας τον τίτλο και την ουσία της ΚΟΜ.ΕΠ διαχειριζόταν το, επίσης παράνομο τότε, Κ.Κ.Ε. (εσωτ.). Στο site της σημερινής «ορθόδοξης» ΚΟΜ.ΕΠ υπάρχει μία ισχνή αναφορά στην τότε συγκυρία, στην οποία διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Προσαρμογή σε συνθήκες πολιτικής προσφυγιάς, παρανομία στην Ελλάδα, εσωκομματική διαπάλη μετά την ήττα και την οργανωμένη ανασύνταξη των δυνάμεων του ΔΣΕ στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, διάχυση των κομματικών δυνάμεων στις οργανώσεις της ΕΔΑ, κυριαρχία του οπορτουνισμού, κρίση και διάσπαση το 1968. Η οπορτουνιστική ομάδα της ΚΕ που αποσχίστηκε και λειτούργησε ως “ΚΚΕ εσωτερικού”, αρχικά καπηλεύτηκε τον τίτλο “Κομμουνιστική Επιθεώρηση”, με τον οποίο έγιναν ορισμένες εκδόσεις στην περίοδο της δικτατορίας.(…)».
Η ΚΟΜ.ΕΠ του Κ.Κ.Ε. (εσωτ.) δεν είχε υιοθετήσει μόνο τον τίτλο του περιοδικού του Κ.Κ.Ε. (που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1921), μα ακόμη και το κλασικό τσιτάτο… Προλετάριοι Όλων των Χωρών Ενωθείτε!, το οποίον αναγραφόταν στην πρώτη σελίδα της. Ένα άλλο πράγμα που μπορεί να δημιουργεί μιαν εντύπωση είναι πως στα τεύχη που έχω εγώ στη διάθεσή μου δεν αναφέρεται κανένα στοιχείο «ταυτότητας» του εντύπου. Θεωρητικώς δηλαδή κανείς δεν γνώριζε που εκδιδόταν και τυπωνόταν η ΚΟΜ.ΕΠ, ποιος ήταν διευθυντής της, αρχισυντάκτης της κ.λπ. Λογικότατο, για ένα περιοδικό τής παρανομίας. Το κλασικό επίσης «διευθύνεται από συντακτική επιτροπή» δεν απαντούσε σε κανένα ερώτημα, ένα ερώτημα που γινόταν κάπως εντονότερο καθώς διάβαζες στο οπισθόφυλλο τα σχετικά περί συνδρομών (τιμή τεύχους 15 δραχμές, εξάμηνη συνδρομή 75 δρχ. ή 2,5 δολάρια και ετήσια 150 δρχ. ή 5 δολάρια). Πού θα έστελνε κάποιος τη συνδρομή του; Αδιευκρίνιστο… Ή, όχι και τόσο... Η ΚΟΜ.ΕΠ του Κ.Κ.Ε (εσωτ.) φαίνεται πως τυπωνόταν και εκδιδόταν στην Φρανκφούρτη της Δυτικής Γερμανίας, φθάνοντας παρανόμως, εννοείται, στην Ελλάδα.
Στο τεύχος 5-6 (Μάης-Ιούνης 1972) υπάρχει ένα κείμενο που έχει τίτλο «Προβλήματα της αντιδικτατορικής πάλης της νεολαίας» το οποίον υπέγραφε ομάδα εργασίας στελεχών της νεολαίας του Κ.Κ.Ε. (εσωτ.), κρατούμενων της χούντας. Η ανάλυση καταλαμβάνει 13 σελίδες και χωρίζεται στα εξής κεφάλαια: Η Θέση των Νέων στη Σύγχρονη Κοινωνία, Η Θέση των Νέων Μεσ’ στη Δικτατορία, Οι Αγώνες της Νεολαίας και το Αντιστασιακό Κίνημα, Η Αντιδικτατορική Ενότητα της Νεολαίας, Προβλήματα Προσανατολισμού Μορφολογίας και Οργανωτικής Ανάπτυξης του Αντιστασιακού Κινήματος της Νεολαίας, Η Πρωτοπόρα Οργάνωση της Νεολαίας και ο Ρόλος της στη Σημερινή Φάση. Πέρα από το γενικότερο μπλα-μπλα, υπάρχουν ορισμένα σημεία που περικλείουν ευρύτερο νόημα και στα οποία αξίζει να σταθούμε…
«Οι νέοι αρνούνται τον παληό τρόπο ζωής, την ένταξη στο υφιστάμενο σύστημα, την αναρχία της αγοράς και την ιδιότητα του ανεύθυνου καταναλωτή, την εξάρτηση των πεπρωμένων τους από τον ανταγωνισμό τεράστιων και ανέλεγκτων γραφειοκρατικών μηχανισμών, φορέων των ιδιωτικών συμφερόντων, την προοπτική του πολέμου και του αφανισμού. Απαιτούν τον έλεγχο των δυνάμεων που ρυθμίζουν τις τύχες τους, διεκδικούν τη συμμετοχή τους σ’ όλες τις διαρθρώσεις της δημόσιας ζωής, επιδιώκουν τον αυτοπροσδιορισμό. Αυτό είναι το γνωσιολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο της λεγόμενης ανταρσίας των νέων».
«Η διάδοση της ιδεολογίας της δικτατορίας, που είναι κράμα κλασικών φασιστικών αντιλήψεων, ελληνοχριστιανικών κοινοτοπιών και σύγχρονου αντικομμουνισμού, αποτελεί ένα από τα κύρια έργα στους χώρους όπου συγκεντρώνεται η νεολαία: σχολεία, πανεπιστήμια, στρατός, αθλητισμός, επιχειρήσεις κ.λπ. Η δημιουργία του σώματος των αλκίμων, μολονότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν να πάρει την έκταση της μεταξικής ΕΟΝ, αποβλέπει μεσοπρόθεσμα στη φασιστική μιλιταριστική διαπαιδαγώγηση μιας ορισμένης μερίδας της νεολαίας και μακροπρόθεσμα στη μετατροπή της σε παρακρατικού τύπου οργάνωση στο χώρο της νεολαίας».
«Οι αντιστασιακές οργανώσεις των νέων, η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη και η σπουδαστική οργάνωση Ρήγας Φεραίος, οι νέοι της Δημοκρατικής Άμυνας και των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων διαμορφώνουν κοινούς στόχους στα βασικά προβλήματα του αγώνα και χρησιμοποιούν κοινές μορφές πάλης στην διεξαγωγή του. Αλλά παρ’ όλες τις θετικές προϋποθέσεις που υπάρχουν για την αποφασιστική συμπαράταξη των αντιστασιακών δυνάμεων της νεολαίας, το επίπεδο συντονισμού και κοινής δράσης ανάμεσά τους είναι ακόμα σε εμβρυώδη μορφή».
«Η νεολαία της Αριστεράς πιστεύει ότι υπάρχουν σήμερα όλες οι δυνατότητες για κοινό αντιστασιακό φορέα της Δημοκρατικής νεολαίας. Μια θαυμάσια ευκαιρία προσφέρεται με την πρωτοβουλία των 9 σημείων του Μίκη Θεοδωράκη για την δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης. Μέσα στο ευνοϊκό κλίμα αυτής της πρότασης πρέπει να αναληφθούν όλες οι πρωτοβουλίες για να εκφρασθεί στο χώρο της νεολαίας μια Πανελλήνια Οργάνωση Αντιδικτατορικής Νεολαίας με βασικό της πρόγραμμα τα συμφωνημένα σημεία των αντιστασιακών οργανώσεων ΠΑΜ-ΠΑΚ-Δ.Α. προσαρμοσμένα στα ιδιαίτερα προβλήματα και αιτήματα των νέων της χώρας μας. Η δημιουργία μιας τέτοιας οργάνωσης θα διευκόλυνε ταυτόχρονα την συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης».
Η Κομμουνιστική Επιθεώρηση του Κ.Κ.Ε. (εσωτ.), που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1969, φαίνεται να βάζει τέλος με το (παράνομο πάντα) τεύχος 2, τον Μάη του ’74. Από τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, αφού έχει πέσει η χούντα κι έχει νομιμοποιηθεί η κομμουνιστική Αριστερά, η ΚΟΜ.ΕΠ θα περάσει στα χέρια του Κ.Κ.Ε. παραμένοντας εκεί μέχρι σήμερα.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

DARRELL KATZ με έμπνευση τον Αϊνστάιν

Όπως είχα γράψει και παλαιότερα… η Jazz Composers Alliance Orchestra (JCAO) δεν είναι νεοφερμένη ορχήστρα. Περιφέρεται στην ανατολική μεριά των ΗΠΑ από 30ετίας, έχοντας στο παλμαρέ της συνεργασίες με τους Julius Hemphill, Sam Rivers και Oliver Lake. Ο Darrell Katz είναι από ’κείνα τα χρόνια ενορχηστρωτής, διευθυντής και παραγωγός της, κατορθώνοντας απ’ ό,τι φαίνεται και στο παρόν “Why Do You Ride?” [Leo, 2014] να συντηρήσει μία εικοσαμελή ομάδα, η οποία περιλαμβάνει όλα τα… κλασικά όργανα, και ακόμη τούμπα, βιμπράφωνο, ηλεκτρικές κιθάρες, φλάουτο και φωνή (Rebecca Shrimpton). Τα μέλη της δεν είναι τυχαίοι μουσικοί (κανείς δεν είναι τυχαίος δηλαδή), αλλά ορισμένα έχουν πιο φανερή ιστορία και πορεία (π.χ. ο αλτίστας Alan Chase έχει παίξει με τον Rashied Ali και τον John Zorn, ο επίσης αλτίστας Jim Hobbs προέρχεται από το Fully Celebrated Trio, ο reedman Phil Scarff από το indo-jazz quintet Natraj κ.λπ., κ.λπ.). Το αποτέλεσμα όλης αυτής της… διαπλοκής είναι για ακόμη μία φορά εντυπωσιακό. Η ορχήστρα τα δίνει όλα στο πιο καινούριο project της, που αυτή τη φορά περιστρέφεται γύρω από την (καθημερινή) σκέψη του Αλβέρτου Αϊνστάιν. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται;
O Darrell Katz, που διευθύνει την JCAO, ενώ παίζει και κιθάρα στο εισαγωγικό φερώνυμο track, έχει κατά νου μερικά τσιτάτα που αποδίδονται ή αφορούν στον Αϊνστάιν, τσιτάτα καθημερινού-φιλοσοφικού περιεχομένου (όχι αναγκαστικώς επιστημονικά εννοώ) και εμπνεόμενος απ’ αυτά ορίζει ένα έργο «μπιγκ-μπαντικής» jazz, με σύγχρονο κάλυμμα. Μερικές από αυτές τις φράσεις «κλειδιά» είναι και οι ακόλουθες: «Δεν ξέρω με τι όπλα θα γίνει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά ο Τέταρτος θα γίνει σίγουρα με ξύλα και με πέτρες», «Εκείνα που μετράνε δεν μπορεί να μετρηθούν και όλα εκείνα που μπορεί να μετρηθούν δεν μπορεί και να μετράνε», «Η μόνη απόδραση από τις δυσκολίες της ζωής είναι η μουσική και οι γάτες», «Η ζωή είναι σαν το ποδήλατο, για να είσαι σε ισορροπία θα πρέπει να κινείσαι», «Η αγάπη είναι μεγαλύτερος δάσκαλος από το καθήκον»… Αυτά και άλλα δημιουργούν ένα υπόβαθρο εννοιολογικό και κατ’ επέκταση στιχουργικό, πάνω στο οποίο θα «πατήσει» η JCAO (ηχογράφηση από τις 18-19 Ιουνίου 2013 στο Allston της Μασαχουσέτης) προβάροντας μία σειρά συνθέσεων (άπασες του Katz, πλην της τελευταίας – πρόκειται για το “Monks mood” του Thelonious Monk), ικανές να δημιουργήσουν «έντεχνα» τζαζ περιβάλλοντα. Εννοώ πως οι συνθέσεις του Katz περιλαμβάνουν ολοκληρωμένες ενορχηστρωτικές και αισθητικές αντιλήψεις, που άλλοτε μπορεί να ανακαλούν στοιχεία τής… Ellington-ιας δυναμικής (άκου το εισαγωγικό “Why do you ride?”, όπως και το έσχατο “Monks mood” ας πούμε) και άλλοτε να ακούγονται κοντά στην περισσότερο αυθόρμητη και πειραματική «μπιγκμπαντική» τζαζ των sixties. Καθοριστική συμβολή στο συνολικό αποτέλεσμα έχει, οπωσδήποτε, και η ερμηνεύτρια Rebecca Shrimpton, η παρουσία της οποίας προσφέρει στο άκουσμα μία κάποια δημοφιλή νότα, χωρίς, φυσικά, ο τρόπος που αποδίδει τα παράξενα στιχάκια να σχετίζεται με τυπικές ερμηνευτικές συνταγές. Γενικώς, ένα… out πνεύμα ανιχνεύεται στο “Why Do You Ride?”, ένα σύνθετο έργο που συνδυάζει τα ασυνδύαστα… Αποστασιοποιημένες, αλλά και soulful καταστάσεις (για να το πω με απλά λόγια).
Επαφή: www.leorecords.com

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΣΕΤΑΣ

Την πρώτη Cassette Store Day, του 2013, δεν την είχα πάρει χαμπάρι. Για τη δεύτερη όμως, εκείνη του προηγούμενου Σεπτεμβρίου (27/9), έμαθα όσα έπρεπε να μάθω και μάλιστα από διαφορετικές πηγές. Sites, περιοδικά, εφημερίδες, ακόμη και e-mail εμφανίστηκε στο inbox μου με τη σχετική ανακοίνωση. Οι άνθρωποι πίσω από την «ιδέα» δούλεψαν σωστά και το σχετικό μάρκετιν απέδωσε τα αναμενόμενα. Στην Αμερική π.χ. η Παγκόσμια Ημέρα της Κασέτας γιορτάστηκε με μερικές εκατοντάδες(!) κυκλοφορίες (They Might Be Giants, Townes Van Zandt, Chuck Prophet, Robyn Hitchcock, J Dilla, Adolescents…), ενώ και στην Αγγλία ο… πανζουρλισμός της κασέτας δεν πήγε πίσω, αφού μοιράστηκαν tapes με εγγραφές των Homosexuals, Peter Broderick, The Wedding Present, Bright Light Bright Light, Fair Ochs και δεκάδων άλλων. Ακόμη και στη χώρα μας η Cassette Store Day τιμήθηκε αναλόγως, με την Inner Ear να τυπώνει σε MC (Music Cassette), ειδικά για τη «μέρα», τα πρόσφατα άλμπουμ των Film (“Eclipse”) και των Mechanimal (“Secret Science”). Μάλιστα, ρίχνοντας μια ματιά στο inner-ear.gr διαπίστωσα πως και οι τέσσερις κασέτες που έχουν τυπωθεί από την πατρινή εταιρεία (Mechanimal, Film, A Victim of Society, Baby Guru) είναι ήδη sold out (ενώ LP και CD υπάρχουν)! Κάτι τρέχει εδώ πέρα… 

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/52989