Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ ένα ρομαντικό βινύλιο

Πάντα υπήρχαν στη δισκογραφία (και στην ελληνική δισκογραφία) εκείνα τα άλμπουμ, που έσκαγαν από το πουθενά. Υπογραμμένα από συνθέτες ή τραγουδοποιούς, για τους οποίους δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία – δεν υπάρχει «τίποτα» που να τους συνδέει μ’ εκείνο ή με το άλλο, ό,τι κι αν ήταν/είναι το «εκείνο» ή το «άλλο». Ένας τέτοιος συνθέτης είναι και ο Σπύρος Ξένος, κι ένα τέτοιο άλμπουμ είναι το The Valley of Dreams [Xenos Music], που κυκλοφόρησε πριν κάποιους μήνες σε βινύλιο. (Το discogs δίνει χρονιά έκδοσης το 2014, αλλά μπορεί το LP να εμφανίστηκε στα δισκάδικα μέσα στο ’15).
Εμείς οι… δημοσιογράφοι, συνήθως, έχουμε τον τρόπο να ψάχνουμε και να σκαλίζουμε διάφορα τινά, προκειμένου να... πληροφορήσουμε τον κόσμο. Όμως σε μιαν εποχή όπου όλα είναι τοποθετημένα από τους ίδιους τους δημιουργούς στο internet, αναρωτιέσαι, ορισμένες φορές, για ποιο λόγο να ψάξεις. Υπό ποίαν έννοια το λέω. Όχι γιατί δεν πρέπει να ερευνούμε και να εμβαθύνουμε, αλλά γιατί θα πρέπει να σεβόμαστε, ως δημοσιογράφοι, τη διάθεση του κάθε ανθρώπου, του κάθε δημιουργού, να ελέγχει την έκθεσή του στα μέσα και τον Τύπο. Θέλω να πω πως… αν ήθελε ο Ξένος να πλημμυρίσει το δίκτυο με βιογραφικά του, ή δεν ξέρω ’γω με τι άλλο, θα το είχε πράξει. Για να μην το έχει πράξει πάει να πει πως δεν τον ενδιαφέρει. Οφείλουμε να το σεβαστούμε λοιπόν αυτό και ν’ ασχοληθούμε μόνο μ’ εκείνο που ο ίδιος μας δίνει. Τον δίσκο του. Το “The Valley of Dreams”.
Ένα πρωταρχικό. Το εξώφυλλο του Κωστή Βήχου παραπέμπει στους Caravan. Στο εξώφυλλο του “In the Land of Grey and Pink” (1971), που είχε φιλοτεχνήσει η Anne Marie Anderson. Δεν ξέρω αν αυτό είναι τυχαίο ή λιγότερο τυχαίο. Δεν ξέρω αν έγινε με σκοπό να «περιγράψει» ένα είδος μουσικής – εκείνο που ακούγεται στο βινύλιο. Και ναι και όχι, θα έλεγα.
Θέλω να πω πως το “The Valley of Dreams” δεν έχει εκ πρώτης ουδεμία σχέση με το progressive rock και με τη «σκηνή του Canterbury». Όμως… όμως… μερικά περάσματα θα μπορούσε να ταίριαζαν στη romance της περίφημης βρετανικής σκηνής (εκείνη την ρομάντζα τουλάχιστον που επεξεργάστηκαν και πρότειναν οι Caravan). Με μελωδίες περασμένες στα πιάνο και στα πλήκτρα κυρίως, ο Ξένος φτιάχνει ένα άλμπουμ από το οποίο ξεχειλίζει η ηχητική ομορφιά. Ορχηστρική μουσική λοιπόν, που θυμίζει περασμένα… κινηματογραφικά ή σαν-κινηματογραφικά μεγαλεία, πάντα προσανατολισμένη προς το μελωδικό και το φευγάτο, και σ’ ένα στυλ που μπορεί να παραπέμπει π.χ. σε ορισμένα easy ορχηστρικά LP του Βαγγέλη Πιτσιλαδή ή, για να το… βαρύνουμε ελαφρώς το πράγμα, σε μια κάπως απλοποιημένη προσέγγιση των romances του Ραχμάνινοφ ή του Dvořák.
Ένα απολύτως αποδεκτό και ευχάριστο άλμπουμ είναι το “The Valley of Dreams” του Σπύρου Ξένου, που σηματοδοτεί μια παράπλευρη, μοναχική διαδρομή… δική του φυσικά, αλλά και της αντίστοιχης (ελληνικής) δισκογραφίας.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

INNANEN, PARKER & CYRILLE

Διπλό CD από τρεις αναγνωρισμένους μουσικούς. Φυσικά, ο κοντραμπασίστας William Parker και ο ντράμερ Andrew Cyrille δεν είναι απλώς αναγνωρισμένοι, αλλά και κάτι σαν «θρύλοι», ενώ και ο φινλανδός σαξοφωνίστας Mikko Innanen (γενν. το 1978) έχει ήδη περισσότερες από 50 ηχογραφήσεις στην καριέρα του, είτε ως leader, είτε ως μέλος διαφόρων σχημάτων (δίπλα στους John Tchicai, Han Bennink, Paul Lovens, Wadada Leo Smith, Mat Maneri, Fred Van Hove και δεκάδες άλλους).
Στο CD1 τού Song for a New Decade [TUM, 2014] καταγράφονται οι τρεις τους σ’ ένα στούντιο session κάπου στο Brooklyn τον Ιανουάριο του 2010, ενώ στο CD2 ακούγονται μόνον οι Innanen και Cyrille, ηχογραφημένοι live σε στούντιο (και πάλι του Brooklyn) τον Ιούνιο του 2012. Η έκδοση της φινλανδικής TUM, στον γνωστό πληθωρικό σχεδιασμό της, έρχεται απλώς να προσθέσει, σε όλους, κι άλλα credits.
Όπως γράφει ο Innanen στο ένθετο (για την πρώτη συνάντηση): «Με τους ήχους των William και Andrew στο μυαλό μου συνέθεσα τα περισσότερα από τα tracks του τρίο στο CD1. Συχνά, βρισκόμουν σε φάση να συνθέτω ενώ ήμουν μακριά από το Ελσίνκι – δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό συνέβαινε. Τα πέντε από τα οκτώ tracks γράφτηκαν σε διάφορες τοποθεσίες της Νέας Υόρκης ειδικά γι’ αυτό το σέσιον, ενώ από τα υπόλοιπα τρία, ένα ολοκληρώθηκε στην Κοπεγχάγη, ένα στην Αμβέρσα κι ένα αναπτύχθηκε με αυθόρμητο τρόπο μέσα στο στούντιο.(…) Είχα οπωσδήποτε τις δικές μου ιδέες γύρω από το πώς ήθελα να παιχτούν οι συνθέσεις μου, αν και δεν ήθελα να δώσω πολλές οδηγίες στον William και τον Andrew. Εξάλλου, το τι αυτοί θα μπορούσε να κάνουν αποδείχτηκε πολύ πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι θα μπορούσα να προβλέψω. Αφήνω, δε, το γεγονός πως μερικά από τα κομμάτια ήταν μάλλον… παραδοσιακά σαν αίσθηση, και ως εκ τούτου αυτοσχεδιάσαμε, κατά τον κλασικό τρόπο, πάνω στις αλλαγές των ακόρντων ή των θεμάτων».
Mikko Innanen, Andrew Cyrille, William Parker
Με τον Innanen να χειρίζεται μια ποικιλία πνευστών (άλτο και βαρύτονο σαξόφωνο, ινδικό κλαρίνο, uilleann chanter, φλάουτο μύτης, whistles) και με τους William Parker, Andrew Cyrille στο rhythm section, το CD1 τού “Song for a New Decade” είναι μια θαυμάσια jazz ηχογράφηση, που ναι μεν εκκινεί αισθητικώς από τα jazz-world χρόνια του ’60, αλλά εντάσσεται την ίδιαν ώρα και στα σημερινά πλαίσια της νέας παραδοσιακότητας.
Για να συνεχίσει ο Innanen: «Η μουσική στο CD2 προέρχεται από την πρώτη μου περφόρμανς με τον Andrew, ηχογραφημένη τον Ιούνιο του 2012 στο πρώτο Mikko Innanen Intercontinental Extravaganza στο Brooklyns Ibeam Music Studio.(…) Ως ντούο, ο Andrew κι εγώ αυτοσχεδιάσαμε ελεύθερα – χωρίς έτοιμες συνθέσεις, κανόνες ή οποιεσδήποτε άλλες προκαταλήψεις».
Ζωντανή μουσική λοιπόν, από δύο αυτοσχεδιαστές, που μπορεί, εκ πρώτης, να φαίνεται «εύκολη» στο αυτί, ή προβλεπόμενη, διαθέτει όμως την ίδιαν ώρα το βάθος της ιστορίας και το… ευγενές απρόβλεπτο της στιγμής.
Επαφή: www.tumrecords.com

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ ένα 45άρι από τα παλιά, που ηχογραφείται σήμερα

Για τον Σωτήρη Κοματσιούλη έχω γράψει κι άλλες φορές στο «δισκορυχείον» και όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν για ’κείνον συνοψίστηκαν στη σχετική ανάρτηση του περασμένου Μαρτίου (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2015/03/lp.html). Παρά ταύτα επανέρχομαι. Και επανέρχομαι με χαρά, επειδή καινούριο υλικό του αεικίνητου έλληνα ροκά από την Καστοριά βρίσκεται τώρα στα δισκάδικα. Αναφέρομαι φυσικά στο 45άρι του «Σαν τον άνεμο/ Ο Κοσμάς», που τυπώθηκε σε 300 τεμάχια από την Mr.Genie Records του Λάμπρου Παπαλάμπρου.
Όσοι παρακολουθούν τη δισκογραφία τού Κοματσιούλη θα αναγνωρίσουν οπωσδήποτε τα τραγούδια (από τους τίτλους τους εννοώ), αφού το «Σαν τον άνεμο» πρωτακούστηκε σ’ εκείνο το ιστορικό 45άρι της Pan-Vox το 1972, ενώ «Ο Κοσμάς» μπήκε στο γνωστό LP της B-otherSide (2010) με τα ανέκδοτα από τα early 70s, αλλά και στο πρόσφατο «Επιδρομή από τον Άρη» της Anazitisi, με τις επανεκτελέσεις. Στο «σώμα», να το πούμε έτσι, των επανεκτελέσεων ανήκουν και τα πιο πρόσφατα tracks τής Mr.Genie, έχοντας όμως ορισμένα στοιχεία που τα κάνουν μοναδικά. Θα πω ποια είναι αυτά…
Οι Lovers στα τέλη των sixties. Ο Σωτήρης Κοματσιούλης πρώτος από αριστερά.
Ο Κοματσιούλης έπαιζε μουσική, όπως ίσως γνωρίζουν οι φίλοι του ελληνικού ροκ, ήδη από το δεύτερο μισό των sixties και τότε έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία απέδιδε μαζί με τους Lovers – ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα, όπως λένε μαρτυρίες, που πορεύονταν τότε στην κεντρική Ελλάδα (Λάρισα και αλλαχού). Βρισκόμαστε στο τελευταίο τέταρτο της δεκαετίας. Ο ήχος των δικών μας γκρουπ αρχίζει να αποκτά τον πιο ροκ προσανατολισμό της εποχής, με τα ελληνικά δισκάκια να διατηρούν τις περισσότερες φορές στις πλευρές τους το κλασικό δίπολο... σέικ/μπλουζ. Έτσι, ένα… σέικ και μια ροκ μπαλάντα, που δεν έγινε κατορθωτό να ηχογραφηθούν το 1968 πι χι από τους Lovers, ηχογραφούνται τώρα από μια νέα παρέα μουσικών, που επιχειρεί να αναβιώσει το garage κλίμα της εποχής, εκμεταλλευόμενη όλη τη γνώση και την πείρα που κατακράτησε, στο ενδιάμεσο, η ιστορία.
Στην Καστοριά λοιπόν βρέθηκε ο Σωτήρης Κοματσιούλης (κιθάρα, φωνή), όπως και οι φίλοι του μουσικοί Λάμπρος Παπαλάμπρος μπάσο, Κώστας Κωστέας ντραμς και Βασίλης Μουσουλής ηλεκτρική κιθάρα, γράφοντας μονοφωνικά τα δυο τραγούδια και δίνοντάς τα για τα περαιτέρω (μίξη και mastering) στον Jim Diamond. Ποιος είναι αυτός; Δείτε και στην Wikipedia… “Jim Diamond is a music producer, studio engineer, and bass guitar player based in Detroit, Michigan”. Ο Diamond, που είναι ελληνικής καταγωγής και που υπήρξε στυλοβάτης στα πρώτα βήματα των White Stripes, έχει δικό του στούντιο και εταιρεία (Ghetto Records) συνεργαζόμενος και φτιάχνοντας ήχο για πάμπολλα ονόματα, όπως για τους Fleshtones, τους Mooney Suzuki, τους Blaire Alise & The Bombshells ή ακόμη και για τους ιστορικούς Sonicsμιας και βρίσκεται πίσω από την επανεμφάνιση και το άλμπουμ τους “This is The Sonics”, που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, παίζοντας πλήκτρα και κάνοντας συγχρόνως παραγωγή, ηχογράφηση, μίξη και mastering. Ο Diamond πήρε, λοιπόν, τα mono κομμάτια του Κοματσιούλη, έπαιξε με τα κουμπιά και τα reverb του, στέλνοντας πίσω στην Καστοριά δύο σύγχρονους-παλιούς δυναμίτες.
Το «Σαν τον άνεμο» είναι εξαιρετικό τραγούδι… και η νέα εκτέλεση το αποδεικνύει και πάλι. Ο Κοματσιούλης αποδίδει με πάθος τα δικά του λόγια, την ώρα που οι μουσικοί παίζουν τού… σκοτωμού, με τις κιθάρες σε πρώτο πλάνο και το «βάθος πεδίου» να προσφέρει τα απαραίτητα, στην περίπτωσή μας, sixties vibes. Όργανο μπορεί να μην υπάρχει, όπως στην πρωτότυπη εγγραφή, υπάρχουν όμως οι κιθάρες που καλύπτουν και αναπληρώνουν τα πάντα μέσω του mono. Κόλαση! Ακόμη καλύτερο στ’ αυτιά μου (ή μάλλον για τα γούστα μου) ηχεί «Ο Κοσμάς», ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη. Η version είναι απολαυστική. Το τραγούδι έχει αυτό το κάπως μελαγχολικό feeling (και ανεβασμένο τέμπο), και καθώς υποστηρίζεται άψογα από τις «καμπανωτές» κιθάρες μεταφέρει στο χώρο μιαν αίσθηση outlaw country. Μια δεύτερη πλευρά με τα όλα της θέλω να πω!
Ένα δισκάκι που έγινε με αγάπη και μεράκι είναι το «Σαν τον άνεμο/ Ο Κοσμάς», το οποίον εγώ ακούω και ξανακούω συνεχώς τις τελευταίες ώρες. Τώρα, εσείς, μπορείτε να πείτε τα δικά σας…

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

PACO CHARLÍN για τον «αλχημιστή»

Ο ισπανός κοντραμπασίστας Paco Charlín είναι ένας μουσικός που μας έχει απασχολήσει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Μ’ ένα πρόχειρο search εντοπίζω τη συμμετοχή του στο Athanasopoulos/ Pin Jazz Quartet (ανάρτηση της 20/1/2010), όπως και την παρουσίαση του άλμπουμ του “Statement of Pride” στην free code (2/1/2015). Το πιο καινούριο CD τού Paco Charlín έχει τίτλοAlchemist [free code, 2015], είναι ηχογραφημένο στο Teatro Principal, στην Pontevedra της Γαλικίας, το διήμερο 22-23 Ιουλίου 2013 – με τους Darren Barret τρομπέτα, Myron Walden τενόρο σαξόφωνο, Jeffrey Davis βιμπράφωνο, Virxilio da Silva κιθάρα, Xian Campos πιάνο και Mark Whitfield Jr. ντραμς να στέκονται δίπλα στον Ισπανό συμπληρώνοντας το σεπτέτο.
Όλες οι συνθέσεις του “Alchemist” ανήκουν στον Charlín, ως συνήθως θα έλεγα, και περιφέρονται… με στόχο και σκοπό, γύρω από τις κλασικές bop παρακαταθήκες, έτσι όπως εκείνες συνδέθηκαν (από τα χρόνια του ’50 ήδη) με την ευρωπαϊκή τζαζ παράδοση. «Ευρωπαϊκή τζαζ παράδοση»; Τέλος πάντων, ή μάλλον... ναι ακριβώς. Θέλω να πω για ’κείνους τους ήχους της jazz, που μπολιάστηκαν εγκαίρως με την ευρωπαϊκή romance, είτε την πιο βόρεια και πιο abstract (τύπου nordic και τα λοιπά), είτε τη νοτιότερη, τη μεσογειακή και λατινική. Για αυτή την παράδοση μιλώ… Σε κάθε περίπτωση αυτός ο συνδυασμός απασχολεί τον Paco Charlín στις συνθέσεις του, και πάνω σ’ αυτά τα διδάγματα στηρίζει την ανάπτυξή τους. Φυσικά, εδώ, ο Ισπανός έχει δίπλα του μιαν ομάδα πολύ πρώτων παικτών, οι οποίοι συμβάλλουν με όλες τις δυνάμεις τους στο κοινό όραμα, που δεν είναι άλλο από την συγκρότηση μιας jazz με σαφή μελωδικά χαρακτηριστικά, τα οποία φέρουν εις πέρας τα βασικά lead όργανα. Έτσι, από τη μια μεριά οι συνδυασμοί τρομπέτας-τενόρου εμφυσούν στο ακρόαμα εκείνο τον γνωστό υπερατλαντικό αέρα, ενώ από την άλλη το πιάνο με την κιθάρα βρίσκονται πιο κοντά στην ευρωπαϊκή τζαζ συνείδηση, με τα soli και τις συνομιλίες τους να έχουν πιο «λεπτά» χαρακτηριστικά. Υπάρχουν στιγμές στο “Alchemist” που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως είναι το υπ’ αριθμόν 5 trackUnconscious argument” ή το 9 “I will never forget”, αν και συνολικώς το συγκεκριμένο CD έχει τον τρόπο του να σε κερδίζει με το χρόνο.

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

το «ελληνικό» LSD στη λαϊκή κουλτούρα

Στον απόηχο των σχετικών για την ψυχεδέλεια, που ακολούθησαν την ανάρτηση για τους Cave Children (30/7), ας πούμε και τούτα...
Όταν οι Βρετανοί Pretty Things ηχογράφησαν το “LSD” (την άνοιξη του ’66) προσπάθησαν να καμουφλάρουν τον τίτλο του, για να μην τους περιλάβει η λογοκρισία – το μετέτρεψαν δηλαδή σε... “£SD”. Δεν το κατόρθωσαν. Όπως είχε πει και ο Dick Taylor (κιθαρίστας του γκρουπ) σένα αυστραλέζικο site: we hoped with a little bit of subterfuge… we wanted to get our record played but unfortunately it was banned everywhere”. Παντού; Παντού… εκτός απ’ την Ελλάδα! Διαβάζουμε στους Μοντέρνους Ρυθμούς (#66, 19/10/1966):
«Το L.S.D. το περίφημο φάρμακο των “ψυχεδελικών” νέων της Αγγλίας… έγινε τραγούδι… Οι Pretty Things, το γνωστό αγγλικό συγκρότημα γύρισε αυτόν τον δίσκο με άλλο ένα τραγούδι με τίτλο “Come see me”, αλλά αυτός ο δίσκος δεν ακούστηκε καθόλου σχεδόν στην Αγγλία, γιατί τον απηγόρευσαν επειδή τα θύματα αυτού του φαρμάκου ήταν πάρα πολλά. Ο δίσκος κυκλοφορεί εδώ με τα στοιχεία Fontana 3248». Άλα της τα πατριωτάκια, που δεν μασάγανε από απαγορεύσεις!
Και γιατί να μασήσουν δηλαδή, όταν το φθινόπωρο του ’67 (επί δικτατορίας πια) είχε σκάσει μύτη και ελληνικό συγκρότημα υπό το όνομα LSD; Ήταν μια μετεξέλιξη των We Five(!), οι οποίοι εμφανίστηκαν δημοσίως κιόλας, στο θέατρο Ακροπόλ την 5/11/1967.
Μπορεί ο πραξικοπιματίας συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς να έλεγε στην Καλαμάτα, στους Λόγους του [Επτάλοφος, Αθήναι 1970] πως… «είναι ανεπίτρεπτον να δεχώμεθα την εισβολή ξένων αντιλήψεων περί μουσικής, των αντιλήψεων που εκφράζουν αισθήματα τα οποία δεν αισθάνεται, ούτε ποτέ ησθάνθη η ελληνική ψυχή. Ομιλώ περί της ψυχεδελικής μουσικής και άλλων παρεμφερών τάσεων, που αντί να εξευγενίζουν τα ήθη και να απαλύνουν τους χαρακτήρες, όπως εδίδαξαν οι πρόγονοί μας, αντί να πράττουν τούτο, ερεθίζουν ένστικτα και υποβιβάζουν τον άνθρωπον εις εξαθλιωμένην ύπαρξιν»… όμως κανένας απολύτως δεν του έδινε σημασία, αφού την ίδιαν ώρα ένα άλλο… συγκρότημα, που λεγόταν κι αυτό The LSD(!), έκανε την εμφάνισή του στη λαϊκή ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Η Θεία μου η Χίπισσα», που γυριζόταν στα Μάταλα το καλοκαίρι του ’70. Όλοι θυμόμαστε τον Δημήτρη Ταμπόση να τραγουδάει το “Search for love” του Μίμη Πλέσσα, με το όνομα του υποτιθέμενου γκρουπ να φαίνεται φαρδύ-πλατύ στην μπότα του ντραμ-σετ.
η μπότα των LSD στα Μάταλα, με... Hedrix και τα λοιπά
Και κάτι για να γελάσουμε. Υπάρχει η πληροφορία στο δίκτυο (ertopen.com) πως η συγκεκριμένη σκηνή με τη φωνή του Δημήτρη Ταμπόση, τη χορογραφία του Φώτη Μεταξόπουλου, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Γιάννη Μιχαλόπουλο, τους χίπιδες… και την γκρανκάσα με το LSD, λογοκρίθηκε από τον Alpha το μεσημέρι της Κυριακής 9 Μαρτίου 2014 προφανώς για να μην κάτσει κανα ψαροκόκαλο στο λαιμό των νοικοκυραίων!!
Ο Λαδάς θα άλλαζε, ευτυχισμένος, πλευρό στον τάφο του…

Μέσα σ’ αυτό το ελληνικό… ψυχεδελικό σκηνικό λοιπόν, γιατί να μη γραφόταν κι ένα σχετικό ευθυμογράφημα από τον Κώστα Πρετεντέρη (1926-1978); Δεν θα προκαλούσε ουδεμία έκπληξη… Απεναντίας θα έδειχνε για ακόμη μια φορά πως το συγκεκριμένο ναρκωτικό, που είχε συνδεθεί με την ψυχεδελική έκρηξη των sixties (σε ΗΠΑ και Αγγλία), ήταν πολύ… δημοφιλές στα ελληνικά μέσα και τον Τύπο, αποκτώντας ενίοτε λαϊκά χαρακτηριστικά. Τούτο δεν αποδεικνύεται μόνον από τα όσα προηγούμενα, αλλά και από τις καθημερινές σχεδόν(!) αναφορές για το LSD στα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής (δες http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/blog-post_14.html). Άλλοτε με τα όποια θετικά του χαρακτηριστικά (π.χ. ως ενδεχόμενο μέσο για τη θεραπεία του αλκοολισμού), άλλοτε με τα αρνητικά του (γκρεμοτσακίσματα διαφόρων από μεγάλα ύψη) και άλλοτε ως κυρίαρχο tip του αστυνομικού δελτίου, το LSD ήταν το ναρκωτικό που κυριαρχούσε στον δημόσιο γραπτό λόγο, ως ένα από τα πιο ισχυρά δηλωτικά της «νέας εποχής». Της του Υδροχόου ή όποιας άλλης…
Να και το ευθυμογράφημα του Κώστα Πρετεντέρη, έτσι όπως το αντιγράφω από το βιβλίο του Διακοπές και Χολή-Νταίη και άλλες ιστορίες [ΤΑ ΝΕΑ/ Χιούμορ, Αθήνα 8/2009]… 

ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΕΛ ΕΣ ΝΤΙ 
Την εβδομάδα που πέρασε –εβδομάδα των Παθών– η Υπηρεσία Διώξεως Λαθρεμπορίου και Ναρκωτικών τράβηξε των… παθών της τον τάραχο. Τελικά, όμως, τα κατάφερε να γραπώσει τον Πέρση κ. Λουφίτ Χοσρόν, που είχε τη μανία να γράφει επιστολές… ναρκωτικού περιεχομένου. Δηλαδή αυτός ο Πέρσης είχε ανοίξει μια… ναρκωτική αλληλογραφία με διεθνή σπείρα ναρκωτικών που έστελνε στην Ελλάδα ναρκωτικά δι’ επιστολών. Δεν ξέρω από πού ακριβώς έφταναν αυτές οι επιστολές, αλλά οι φάκελοί τους ήταν πλήρεις «σκληρών ναρκωτικών», όπως η ηρωίνη, το όπιο και το Ελ Ες Ντι.
Ανεξάρτητα από τους μπελάδες που φόρτωσε στην Υπηρεσία Διώξεως Λαθρεμπορίου Ναρκωτικών, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η «μαστούρα» δι’ αλληλογραφίας είναι ένα αρκετά εξελιγμένο σύστημα.
«Εις απάντησιν τού από 14.5.76 Ελ Ες Ντι σας σάς αποστέλλομεν την παρούσαν ηρωίνην…».
Σοβαρά πράματα και σ’ ανώτερο επίπεδο, ώστε οι χασισέμποροι να μπορούν ν’ αποκαλούνται άνθρωποι των… Γραμμάτων. Δεν ξέρω πού θα μπορούσε να φτάσει το σύστημα αν δεν έμπαινε στη μέση η Αστυνομία. Μπορεί κάποια μέρα να χτυπούσε ο ταχυδρόμος το κουδούνι σας και να σας έλεγε:
– Καλημέρα σας. Έχετε ένα συστημένο… Ελ Ες Ντι!..
Μπορεί ακόμα τα ΕΛΤΑ να οργάνωναν μια ιδιαίτερη υπηρεσία ταχυδρομικών διανομέων ναρκωτικών για την άμεση εξυπηρέτηση των «χαρμάνηδων» που θα περίμεναν την «Εξπρές» δόση τους. Χίλια πράματα θα μπορούσαν να γίνουν κι ίσως εκείνο το παλιό ρεμπέτικο τραγουδάκι να τραγουδιόταν κάπως έτσι:
Από κάτω απ’ το ραδίκι
κάθονται δυο πιτσιρίκοι
και φουμάρουν ένα… γράμμα
ένα γράμμα πρώτο πράμα!..
Αλλά η Αστυνομία που μισεί κάτι τέτοιου είδους «εξελίξεις» μάζεψε «επιστολές» και «επιστολογράφους» κι έμεινε η πιάτσα στεγνή να τραγουδάει:
Ο ταχυδρόμος πιάστηκε
στα δεκαεφτά του χρόνια
και τα «μαστούρια» ψάχνουνε
για «πράμα» στην Ομόνοια…
Αλλά παρ’ όλα αυτά συνάντησα χθες ένα φίλο μου σε κακή κατάσταση. Τα μάτια του θολά, το ύφος του αποχαυνωμένο και γενικά η όψη του πολύ «μαστουρέ». Απόρησα.
– Τι έχεις;
– Πήρα επιστολή!..
– Με ηρωίνη;
– Όχι!.. Με μπουγιουρντί της… Εφορίας!..

Ο Τσίπρας, για να μην πέσουμε στα… ναρκωτικά, τα πάει όλα (τα μπουγιουρντιά) για μετά την 20 Σεπτέμβρη. Αμφιβάλλω βάσιμα, όμως, αν θα μας τα στείλει ο ίδιος…

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

MOA BONES απέραντη... ελλληνο-americana

Να την η έκπληξη! Το δεύτερο άλμπουμ του Moa Bones (Δημήτρης Αρώνης), το Spun, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από την Inner Ear σε 180άρι βινύλιο.
Τη θυμάμαι την περίπτωσή τού Moa Bones από το προηγούμενο CD του, το “Aquarelles” [Restless Wind, 2011], για το οποίο είχα σημειώσει μεταξύ άλλων πως… «άλλοτε παραπέμπει στις folk days των sixties και άλλοτε σε πιο σύγχρονα, πάντα folk, ιδιώματα, γειτνιάζοντας ακόμη και με την ακουστική americana» και πως σε κάθε περίπτωση είναι… «ενδιαφέρουσα η περίπτωσή του».
Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Αρώνης επιμένει στο ίδιο «σκηνικό» –κάτι, που σημαίνει πως εκείνο το πρώτο δισκάκι δεν ήταν ξεκάρφωτο ή κάτι σαν καπρίτσιο– βαθαίνοντας την τραγουδοποιία και τις αναφορές του, και επικεντρώνοντας ακόμη περισσότερο το στυλ του στην ουσία της αμερικανικής μπαλάντας. Και τούτο όχι αντιγράφοντας, αλλά προσαρμόζοντας τούς  αμερικανικούς «ανοιχτούς ορίζοντες» και τους «μακριούς δρόμους» στην ελληνική πραγματικότητα – μιας και ο Moa Bones μπορεί να δανείζεται τις υπερατλαντικές ποικίλες ακουστικές φόρμες, αλλά δεν γράφει σαν Αμερικάνος. Τα δικές τους ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και αναμνήσεις καταγράφει και όχι κάποιου τρίτου.
ένα από τα ωραιότερα ελληνικά εξώφυλλα του τελευταίου καιρού
Ο Moa Bones μπορεί να γουστάρει τον Dylan (δεν είναι ο μόνος εννοείται), τον JJ Cale υποθέτω, ή και κάποιους αγνώστους τραγουδοποιούς του λεγόμενου loner folk, όμως εκείνο που έχει σημασία είναι πως δεν διασκευάζει, έτσι ή αλλιώς, αλλά γράφει δικά του πρωτότυπα τραγούδια. Και είναι όντως πρωτότυπα τα τραγούδια – και όχι μόνον επειδή είναι δικά του. Θέλω να πω πως είναι εμπνευσμένα, μελετημένα και ενοργανωμένα, κάθε φορά, μ’ εκείνον τον τρόπο, που θα τα αναδείξει, που θα τα καταστήσει «κομψοτεχνήματα». Και αναφέρομαι, από την πρώτη πλευρά, στα “The journey”, “Take it all away” και από τη δεύτερη στα “Come on” και “Once upon a time”, δίχως να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα.
Οι επιρροές του Moa Bones δεν αφορούν, βεβαίως, μόνο το folk, αλλά κάθε… αμερικανικό folk, παλαιότερο ή πιο σύγχρονο. Από το rural blues και την country μπαλάντα, μέχρι τη psych εκδοχή και την έσχατη americana εννοώ – και με τις πολύ επεξεργασμένες ενοργανώσεις και τα στούντιο-κόλπα να βοηθούν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση και το φινίρισμα των ασμάτων.
Ελάχιστοι Έλληνες έχουν προτείνει τέτοιου τύπου και τόσο ουσιαστικά «αμερικανικά» άλμπουμ στο παρελθόν, κι ένας απ’ αυτούς είναι σίγουρα ο Moa Bones.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

MILFORD GRAVES & BILL LASWELL

Τι να πει κανείς, προϋπαντώντας το “Space/Time, Redemption” [TUM, 2014], γι’ αυτούς τους δύο μουσικούς, τον ντράμερ Milford Graves και τον μπασίστα Bill Laswell; Δύο «ιερά τέρατα» της σκηνής και της δισκογραφίας καταγράφονται εδώ, μαζί, σε μια συνάντησή τους το φθινόπωρο του 2013 κάπου στο New Jersey, φανερώνοντας πως ακόμη και σ’ εκείνες τις προχωρημένες ή και… κάπως προχωρημένες ηλικίες (ο Graves ήταν 72 και ο Laswell 58), πάντα θα ενυπάρχει ένα πνεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αφήγησης – πόσω μάλλον όταν αυτό ακριβώς το πνεύμα καλλιεργείται με συνέπεια από τους δύο μουσικούς εδώ και δεκαετίες.
Ο Graves, επίλεκτο μέλος της αμερικανικής jazz-avant των sixties και πέραν αυτών (από τις ιστορικές εγγραφές του στην ESP Disk, μέχρι τις πρόσφατες και σχετικώς πρόσφατες συνεργασίες του με τους David Murray, John Zorn και Anthony Braxton) και ο Laswell με τις παρουσίες του σε πάμπολλα σημαντικά γκρουπ (The Zu Band, Material, Massacre, The Golden Palominos, Curlew, Last Exit, Praxis, Arcana...) και με παρακαταθήκη, φυσικά, τις δεκάδες παραγωγές του, συνευρίσκονται στο “Space/Time, Redemption”, προτείνοντας ένα σετ, για μπάσο και ντραμς, που μπορεί να λειτουργήσει σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.
Κατά πρώτον εδώ έχουμε ένα «σχολείο» για τους μαθητευόμενους των εν λόγω οργάνων, αλλά ταυτοχρόνως κι ένα άκουσμα που δεν γίνεται ν’ αφήσει κανέναν αδιάφορο. Θέλω να πω πως τα κομμάτια που παρουσιάζουν οι Graves και Laswell δεν ολοκληρώνονται χάριν γούστου. Δεν έγιναν, για να γίνουν. Κάθε άλλο. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν εξερευνήσει από χρόνια τις δυνατότητες των οργάνων τους, γνωρίζοντας τον τρόπο να προβάλλουν ολοκληρωμένες «κατασκευές» χρησιμοποιώντας ελάχιστα εξωτερικά βοηθήματα (ο Laswell, βασικά, τα πετάλια του μπάσου του). Και τούτο έχοντας αποκαταστήσει μεταξύ τους μιαν επικοινωνία, που μπορεί ανά πάσα ώρα και στιγμή να ευνοεί τον αυτοσχεδιασμό, δηλαδή τη φαντασία, καθώς εκείνη (η φαντασία) αναμετράται με όλη την προηγούμενη δική τους πραγματικότητα. Θέλω να πω πως το improv οπωσδήποτε κλίμα, που διακρίνει απ’ άκρη σ’ άκρη το “Space/Time, Redemption”, δεν σχετίζεται με κάτι ξεκομμένο από ’κείνο που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά με μια μεταστοιχείωσή του. Όλα τα tracks διαθέτουν αρχή, μέση και τέλος, καθώς αναπτύσσονται με δεξιοτεχνικό τρόπο μέσα από επάλληλες ή μη εγγραφές, προσφέροντας πλήρες συναισθηματικό φορτίο.
Μουσική για όλο τον κόσμο πρότειναν από παλιά οι Graves και Laswell και αυτό πράττουν ακόμη.
Επαφή: www.tumrecords.com

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ (που πέθανε χθες) και το ελληνικό ροκ

Έφυγε χθες από τη ζωή ο πρώην βουλευτής και υπουργός του ΠΑΣΟΚ Στέφανος Μανίκας. Ήταν 63 ετών. Ο Μανίκας στα μέσα του ’80, ως Γενικός Γραμματέας Νέας Γενιάς, είχε συνδέσει το όνομά του με το ελληνικό ροκ, και την προσπάθεια να φανεί το πασοκικό κράτος αρωγός σε κάτι, που (σε ορισμένες περιπτώσεις) συνέβαινε και έξω. Καρπός αυτής της παρέμβασης ήταν, ανάμεσα σε άλλα, το “Rock in Athens ’85” στο Παναθηναϊκό Στάδιο, οι «Ήχοι του Χειμώνα» και η ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. (η ΜΟΥσική ΣΥΝεργατική Κίνηση Αθήνας, που είχαν ιδρύσει οι Ηρακλής Τριανταφυλλίδης, Λήτης, Θοδωρής Τρύφωνας και Νίκος Γκίνης).
Εκείνη την εποχή ο Μανίκας είχε δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 102, Μάης ’86) εξηγώντας το σκεπτικό της ΓΓ Νέας Γενιάς, την απόπειρα του κράτους δηλαδή να συνδράμει στις νεανικές καλλιτεχνικές εκφράσεις. Πολλοί μουσικοί και συγκροτήματα έστερξαν (ανάμεσά τους ο Παύλος Σιδηρόπουλος, τον οποίον έδειξε και η τότε κρατική τηλεόραση, ή ο Νικόλας Άσιμος), ενώ άλλοι αντέδρασαν, όπως ο Δημήτρης Πουλικάκος ας πούμε, που υποστήριζε ότι… ροκ σημαίνει «γαμώ τα υπουργεία» (υπερβολές – όλο το rock τού τότε eastern block δεν θα συμφωνούσε μαζί του). Μεταφέρω το μεγαλύτερο μέρος τής συνέντευξης έτσι για την ιστορία, αλλά και εις μνήμην του Στέφανου Μανίκα…
Από πού ορμώμενη έδειξε ενδιαφέρον η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς για τις νεανικές μουσικές εκδηλώσεις; 
Από το 1982 μέχρι σήμερα η συστηματική ενασχόληση με την μουσική και τον κόσμο της αποτέλεσε έναν από τους βασικούς τομείς δράσης και μια χαρακτηριστική δραστηριότητα του κυβερνητικού φορέα για τη νεολαία. Είτε σαν Υφυπουργείο Νέας Γενιάς χθες, είτε σαν Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς σήμερα, οι μουσικές πρωτοβουλίες (εκδηλώσεις στα Γιάννενα, «Ήχοι του Χειμώνα» κ.λπ.) χαρακτηρίζονται από συνέχεια, από διαρκή αξιολόγηση του παρελθόντος, από δραστική αξιοποίηση των εμπειριών, από προσπάθεια για ποιοτική αναβάθμιση των σχέσεών μας με τον μουσικό χώρο. Αυτό το έμπρακτο ενδιαφέρον της πολιτείας ίσως ξενίζει. Και είναι φυσικό, όταν στο παρελθόν τα πάντα είχαν περίπου αφεθεί στους αδυσώπητους νόμους του εμπορικού κυκλώματος, χωρίς τη δυνατότητα ισχυρής εναλλακτικής πληροφόρησης. Όταν ολόκληρα μουσικά ρεύματα είχαν «αφορισθεί». Αυτό τον δρόμο δεν είχαμε την πρόθεση ούτε να τον ακολουθήσουμε, ούτε να τον προβάλλουμε σαν άλλοθι της δικής μας απραξίας. Δεν εθελοτυφλούμε. Η μουσική σήμερα δεν συγκεντρώνει απλά το ενδιαφέρον της νεολαίας. Σε μεγάλο βαθμό αποτελεί αγωγό επαφής και κώδικα επικοινωνίας πολλών νέων. Οι χώροι των μουσικών εκδηλώσεων δεν είναι απλά χώροι εκτόνωσης, αλλά κύρια χώροι συνεύρεσης, ψυχαγωγίας, συναδέλφωσης και διαλόγου, χώροι πολιτισμού. (…) 
Πού αποβλέπει η κίνηση αυτή της Γενικής Γραμματείας; 
Είναι γνωστό ότι ένας νέος δημιουργός έχει πολλά εμπόδια να υπερπηδήσει μέχρι να μπορέσει να έρθει σε επαφή με το κοινό του. Πολλές φορές η προσπάθεια σταματάει στα γραφεία κάποιας εταιρείας ή κάποιου επιχειρηματία, χωρίς τη δυνατότητα να κριθεί από τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται. Αλλά και παλιότεροι μουσικοί έχουν αναγκαστεί να σιγήσουν ή να συμβιβαστούν. Με τους «Ήχους του Χειμώνα» και άλλες πρωτοβουλίες δώσαμε μια δυνατότητα έκφρασης χωρίς περιορισμούς. Με την ενίσχυση αντίστοιχων εκδηλώσεων στην επαρχία δώσαμε τη δυνατότητα προσέγγισης μ’ ένα κόσμο που έχει επιτέλους και αυτός το δικαίωμα στην ψυχαγωγία. Η αποκέντρωση λοιπόν αυτών των εκδηλώσεων και μέσα στη φιλοσοφία μας είναι και ήδη η έξοδος στην επαρχία έχει ξεκινήσει (π.χ. Πιερία).
Ενθαρρύνουμε και υποστηρίζουμε τη δημιουργία συνεργατικών κινήσεων καλλιτεχνών (όχι μόνο στον τομέα της μουσικής). Αυτές οι «κοοπερατίβες» πιστεύουμε ότι είναι μια ανάγκη κι ένα βήμα στον χώρο της Τέχνης. Ανοίγουν νέους ορίζοντες στην έκφραση, ενθαρρύνουν την αυτόνομη δημιουργία, αναπτύσσουν τη συνεργασία σ’ ένα τόσο ευαίσθητο χώρο. Η εκκίνηση έγινε με τη δημιουργία της Μουσικής Συνεργατικής Κίνησης Αθήνας (ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α.). Εύλογο το ερώτημα. Γιατί προκρίνονται οι συνεργατικές; Απλά, γιατί πιστεύω πως το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προλαβαίνει ή να αντικαθιστά την κοινωνία και τα αιτήματά της. Άρα το κράτος δεν παράγει πολιτισμό. Ο ρόλος του εκτείνεται στην δημιουργία των όρων για την πολιτιστική δημιουργία και έκφραση της κοινωνίας και των δημιουργών. Αυτήν την αντίληψη θέλουμε να υπηρετήσουμε. Με το οποιοδήποτε κόστος.(…) 
Έχουν γίνει τέτοιες προσπάθειες και σ’ άλλες χώρες; Υπήρχαν επιρροές; 
Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς πάντοτε φροντίζει να ενημερώνει και να πληροφορείται για κάθε κίνηση και προσπάθεια που γίνεται στους νεολαιίστικους χώρους στις άλλες χώρες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι στόχος μας είναι αντιγραφή ξένων προτύπων, αλλά η απόκτηση εμπειριών και ερεθισμάτων. Έτσι και για την περίπτωση της μουσικής έχουμε ενημερωθεί κι έχουμε μελετήσει και το περίφημο γαλλικό σχέδιο για τη μουσική ροκ του υπουργού Πολιτισμού της Γαλλίας Ζακ Λανγκ και τις προσπάθειες για το «κρατικό» ροκ της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης και τα προγράμματα της Ανατολικής Γερμανίας. Θεωρούμε όμως ότι κάθε προσπάθεια στο χώρο του πολιτισμού πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα και παράδοση και μ’ αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζουμε και την προσπάθειά μας στο χώρο της μουσικής ροκ.

Κι άλλες λεπτομέρειες για την ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. προς το τέλος της ανάρτησης http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/03/80.html ...

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

τα αυτοκίνητα και τα γραφεία, που έφαγαν το ραδιόφωνο

Μεγάλωσα με το ραδιόφωνο, αλλά εδώ και χρόνια μεγαλώνω χωρίς αυτό. Πλέον ακούω ραδιόφωνο μόνο στις διακοπές, ενώ δεν ακούω καθόλου στο σπίτι, στο γραφείο (που δεν έχω) και στο αυτοκίνητο. Ειδικώς τα γραφεία και κυρίως τα αυτοκίνητα νομίζω πως έχουν καταστρέψει κάθε συνετή ραδιο-ακροαματική διαδικασία. Οι εκπομπές, στην πλειονότητά τους, είναι προσαρμοσμένες, στον τρόπο ζωής των οδηγών και των υπαλλήλων. Στα μιλιούνια, βασικά, που ξεχύνονται στους δρόμους, περιδιαβαίνοντας μηχανικά την μπάντα των FM (δεν υπάρχει εξάλλου και τίποτ’ άλλο). Κάπως έτσι ένας οδηγός, σε μια σύντομη διαδρομή στην πόλη, θ’ ακούσει έναν ή περισσότερους σταθμούς, όμως είναι σίγουρο πως δεν θα τους ακούσει σε τόσο χρόνο ώστε να σχηματίσει μια πλήρη γνώμη για τα προγράμματά τους – ο σκοπός του εξάλλου δεν είναι η κριτική. Λίγο από ’δω, λίγο από ’κει και πάμε παρακάτω… Στα δε γραφεία, ως γνωστόν, παίζουν οι σταθμοί με τις ετοιματζίδικες λίστες, που επαναλαμβάνουν τραγούδια-μαστίχες μέσα από τα πιο προφανή και εκνευριστικά airplays. Αφήνω το γεγονός πως ραδιόφωνο άνευ ραδιοφωνικού λόγου, άνευ παραγωγού εννοώ, είναι μόνο για τα… πανηγύρια. Κάπως έτσι, και μ’ όλα τούτα κατά νου, αποφάσισα στις διακοπές να ξανακούσω ραδιόφωνο με τον τρόπο που ακούγαμε παλιά. Με τη σχετική προσοχή και για πολλές ώρες, ώστε να το ευχαριστηθώ βρε αδελφέ… Προς τούτο κόλλησα τη βελόνα στα κρατικά κανάλια, αυτά που πληρώνουμε δηλαδή, το Πρώτο και το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, και αράζοντας ξεκίνησα…

Η πρώτη και η τελευταία εντύπωση περικλείεται σε μια λέξη – απογοήτευση. Μπορεί να ήταν Αύγουστος, μπορεί κάποιοι παραγωγοί να ήταν ξέρω ’γω σε άδεια, μπορεί τον Αύγουστο να μην υπάρχουν ειδήσεις κατά το κοινώς-φαιδρώς λεγόμενο, μπορεί δεν-ξέρω-τι, όμως, και σε κάθε περίπτωση, με τίποτα δεν δικαιολογείται αυτή η κατάντια. Γιατί περί κατάντιας επρόκειτο. Οι λίγες εκπομπές με κάποιο ενδιαφέρον δεν έσωναν φυσικά την κατάσταση, αφού ακόμη και σ’ αυτές δεν αποφεύγονταν οι ανακρίβειες και τα χοντρά λάθη.

Το κρατικό ραδιόφωνο πάσχει, κατ’ αρχάς, από τα ποικίλα άχρηστα ήθη του πιο ηλίθιου ιδιωτικού ραδιοφώνου. Οι ίδιες βλακώδεις διαφημίσεις που πέφτουν βροχή (π.χ. τα απαράδεκτα σποτ της Εφημερίδας των Συντακτών με τα… λιοντάρια και τα κοκόρια), τα γελοία πειράγματα και χαριεντίσματα μεταξύ των παρουσιαστών (σοβαρότης μηδέν), τα ανόητα μηνύματα και τα SMS των ακροατών και όλες οι υπόλοιπες… τρίχες κατσαρές. Πόσες φορές θ’ ακούσεις για παράδειγμα τον αφόρητα κουραστικό «Αύγουστο» του Νίκου Παπάζογλου, δίχως να ξεριζώσεις τα… λυτά της μαλλιά, πόσες φορές ν’ ακούσεις τα… χιλιάδες τραγούδια του Μαχαιρίτσα (τι έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος, τον άμμο της θάλασσας;), πόσες φορές ν’ ακούσεις ξανά-μανά Μάλαμα, Τσαλιγοπούλου και Αρβανιτάκη δίχως να πλαντάξεις; Η κατάσταση είναι αφόρητη. Δεν διορθώνεται με τίποτα. Ούτε με λίγο... προπασοκικό Νταλάρα (τον μεγάλο Νταλάρα των seventies εννοώ, για να μην παρεξηγηθώ), ούτε με λίγο ασ’-τον-κι-ας-σέρνεται Leonard Cohen. Πουθενά μιαν «έκπληξη». Μια επιλογή που να δείχνει γούστο και ψάξιμο μαζί. Ακόμη κι εκείνο το «Να γελάς» του Γιώργου Αντωνίου που κάποτε μετέφερε μια δροσιά κατάντησε πλέον τσίχλα – το κατάντησαν δηλαδή, γιατί το τραγούδι ήταν-είναι πραγματικά ωραίο. Πολλάκις προτιμότερο από τους διάφορους «Αυγούστους»…

Δείτε τώρα τι γίνεται στο κρατικό ραδιόφωνο – σε ονόματα παραγωγών δεν θα αναφερθώ, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή δεν κρατούσα σημειώσεις (σε διακοπές βρισκόμουν). Υπάρχουν λοιπόν ορισμένοι που κάνουν δουλειά αρχείου, έχοντας και σωστό ραδιοφωνικό λόγο. Οι λίγες εκπομπές τους είναι ενδιαφέρουσες οπωσδήποτε, αλλά, ταυτοχρόνως, είναι και μόνες. Θέλω να πω πως μόνο με το καλό ρεμπέτικο και με το αντίστοιχο λαϊκό δεν στέκεται πρόγραμμα (σε κρατικό ραδιόφωνο). Αφήνω το γεγονός πως τα περισσότερα άγνωστα λαϊκά από το ’50 και το ’60, που βρίσκουν χώρο στα προγράμματα, δεν λένε τίποτα ιδιαίτερο. Δηλαδή, καλός είναι ο λόγος για τα στοιχεία και τις εταιρείες, τις χρονιές έκδοσης, τους συνθέτες και τους στιχουργούς, και βεβαίως τους ερμηνευτές, αλλά αν το τραγούδι είναι αδιάφορο, όλα τα υπόλοιπα χάνουν αυτομάτως και την παραμικρή αξία τους. Εκπομπές αρχείου λοιπόν, ναι, αλλά με καλά τραγούδια και όχι με ό,τι να ’ναι.

Το ένα πέμπτο του ελληνικού τραγουδιού μπορεί να έχει την μερίδα του λέοντος στο κρατικό ραδιόφωνο, αλλά τα υπόλοιπα τέσσερα πέμπτα σχεδόν απουσιάζουν. Και μιλώ μόνο για το τραγούδι, γιατί αν μιλήσω για τη μουσική (σκέτη μουσική), απουσιάζει το 99%. Έτσι, δεν άκουσα ποτέ ένα «άγνωστο» τραγούδι του Μαμαγκάκη, δεν άκουσα ποτέ έναν ελαφρώς σκοτεινό Λίνο Κόκοτο (κάτι από τις «Ώρες» θέλω να πω) κι έναν ακόμη πιο σκοτεινό Χριστόδουλο Χάλαρη (έναν Χρύσανθο φερ’ ειπείν), δεν άκουσα έναν ελαφρό Γιάννη Πάριο κι έναν Τόλη Βοσκόπουλο των seventies (για να μη μιλήσω για τραγουδιστές τύπου Λάκη Αλεξάνδρου ή Λευτέρη Μυτιληναίου), δεν άκουσα ελληνικό ροκ από τα eighties (τους KDS… λέμε τώρα), δεν άκουσα ethnic-jazz από τα nineties (έναν Τάκη Μπαρμπέρη ας πούμε), δεν άκουσα χιλιάδες άλλα πράγματα… Απεναντίας, άκουσα πολύ Κραουνάκη, Πορτοκάλογλου, τα ίδια και τα ίδια τραγούδια του Τσιτσάνη, λίγο Χατζιδάκι (κάτι από τους «Όρνιθες» δεν έχει ρε φίλε;) και σχεδόν καθόλου Θεοδωράκη… (Κάποιες φορές μου φαίνεται πως έχει δίκιο όταν φωνάζει ο Μίκης πως δεν παίζονται καθόλου τα τραγούδια του…). Το σύνηθες και το προφανές στην ημερησία διάταξη. Η προσπάθεια ελάχιστη και ο κόπος μηδέν.

Το «ξένο» τραγούδι (και αναφέρομαι στο rock και την pop) είναι υπό διωγμό στην ΕΡΑ. Ελάχιστο και πλημμελώς παρουσιασμένο λάμπει δια της απουσίας του. Τα δε βραζιλιάνικα, αφρικανικά και βαλκανικά δεν σώζουν την κατάσταση, αφού ακούγονται σαν υπολείμματα από το ethnic ξεσάλωμα των nineties. Καλό ήταν το αφιέρωμα στους Eloy, ένα απόγευμα, αλλά όταν ακούς από τον παρουσιαστή πως τα γερμανικά συγκροτήματα του rock στα τέλη των sixties αναλώνονταν σε διασκευές (οι CAN λέω εγώ ή οι Amon Düül II) και πως οι Eloy έκαναν το break γίνεσαι, όπως και να το κάνουμε, επιφυλακτικός σε σχέση με όλα εκείνα που φθάνουν στ’ αυτιά σου.

Ορισμένες πολιτικές/οικονομικές εκπομπές είχαν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά η μονομανία κι ένα είδος εγωπάθειας ορισμένων δημοσιογράφων σε απέτρεπαν από το να τις παρακολουθήσεις με άνεση. Χρειάζεται περισσότερο πλάτος, και κυρίως ακόμη περισσότερη ταπεινότητα, ώστε να γίνεις αποδοτικότερος. Πάντως το γενικότερο ενοχλητικό, εδώ, ήταν το γλείψιμο προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντάξει, μπορεί να μην ήταν χυδαίο, αλλά υπήρχε και δεν το ανεχόσουν. Προσωπικώς, από ένα κρατικό ραδιόφωνο της… ριζοσπαστικής λέμε-τώρα Αριστεράς θα περίμενα έναν πιο σκληρό και άτεγκτο λόγο, που να μην χαρίζει κάστανα σε κανέναν. Μετέδιδαν συνέντευξη Τύπου του Θεοδωράκη, αλλά ένα μεσημέρι από την αντίστοιχη του Λαφαζάνη «έφαγαν» τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αν στις συνεντεύξεις Τύπου δεν μεταδίδονται οι ερωτήσεις-απαντήσεις και μεταδίδονται μόνον οι αρχικές τοποθετήσεις δεν βγαίνει νόημα. Ή μάλλον βγαίνει… 

Υπήρχαν και ορισμένες εκπομπές λόγου, που είχαν κάποιο ενδιαφέρον. Θυμάμαι μιαν ωραία απογευματινή με καλεσμένο τον συγγραφέα Θοδωρή Καλλιφατίδη. Τα έλεγε ωραία ο Καλλιφατίδης, αλλά ο δημοσιογράφος που συζητούσε μαζί του δεν είχε πάρει χαμπάρι πως ο φίλος τού συγγραφέα Διαγόρας Χρονόπουλος, το όνομα του οποίου είχε αναφερθεί στη συζήτηση (βασικό στέλεχος της ΕΡΤ για χρόνια, ανάμεσα σε πολλά άλλα), είχε πεθάνει τον προηγούμενο Μάρτιο. Την «πατάτα» τού παρουσιαστή αναγκάστηκε να την διορθώσει με σεμνό τρόπο ο ίδιος ο Καλλιφατίδης... 

Ανήμερα της Παναγίας οι της ΕΡΑ μάς τα πρήξανε με… αφιερώματα, τα οποία θα μπορούσε ν’ ακούγονταν ακόμη κι από ένα ραδιόφωνο της χούντας. Η «Παναγιά» –όχι «Παναγία»– τα προσωνύμιά της, τα έθιμα, τα θαύματα, τα νησιώτικα, το αντιτορπιλικό «Έλλη» και η… Μεσόγειος φλέγεται. Παρά ταύτα τέτοιο κομμάτι δεν παίξανε…

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

μποέμ

Σε στίχους του σημαντικού ποιητή, πεζογράφου κ.λπ. Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956) και μουσική του Δημήτρη Κύρου το Τρίο Μπελκάντο (Ε. Μεταξάς, Ι. Παπαμακαρίου, Μ. Ματθαίος) αποδίδει τον «Μποέμ» (με κάπως διαφοροποιημένα λόγια) από το Α Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. το 1959. Το τραγούδι ακούγεται στο δισκάκι της His Masters Voice με τα στοιχεία 7PG 2621 (και σε ενορχήστρωση Τάκη Μωράκη).
ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ!