Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

το ARTéfacts ensemble στις γυναικείες φυλακές Θηβών

Αντιγράφω από το site του γκρουπ: «Το σύνολο ARTéfacts ensemble ιδρύθηκε το 2007 στην Αθήνα και πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση τον Ιανουάριο του 2008. Λειτουργεί με έναν βασικό πυρήνα 7 μελών και έναν σταθερό κύκλο εξωτερικών συνεργατών, μουσικών αλλά και καλλιτεχνών από διάφορους τομείς. Η ευέλικτη δομή του, αλλά κυρίως η παρουσία σκηνοθέτη στον πυρήνα των μελών του, του προσδίδει ποικίλες δυνατότητες για μια πιο φρέσκια, προσιτή και πλούσια παρουσίαση του σύγχρονου ρεπερτορίου».
Τι έχουμε επί του παρόντος; Ένα CD των ARTéfacts ensemble υπό τον τίτλο THIVA Km102” [Puzzlemusik, 2015] που περιλαμβάνει έξι θέματα ισάριθμων συγχρόνων συνθετών (Laurent Durupt, Balázs Horváth, Maurilio Cacciatore, Branka Popović, Νικόλας Τζώρτζης, Δημήτρης Ανδρικόπουλος), γραμμένα ειδικά για το σχήμα. Όλα τα έργα συνδέονται μεταξύ τους, προβάλλοντας συγκεκριμένο concept. Με τι έχει να κάνει αυτό; Με τη ζωή των κρατουμένων (γυναικών) στις γυναικείες φυλακές Θηβών. Το πρότζεκτ εξελίχθηκε στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος, που θέτει ως στόχο την επικοινωνία «καταστημάτων κράτησης» και κοινωνίας με άξονα την καλλιτεχνία. Ήδη οι συνθέσεις έχουν παρουσιαστεί από το ARTéfacts ensemble στο κτήριο των γυναικείων φυλακών της Θήβας, τον Σεπτέμβριο του ’14, ενώ την ίδιαν εποχή ηχογραφήθηκε και το σχετικό CD στο στούντιο Sierra.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57151

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ο ΚΤΙΡΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ μελοποιεί Μίλτο Σαχτούρη

(...) Ο Κτίρια τη Νύχτα, από τη μεριά του, είναι ένα μουσικός που έχει δώσει έως τώρα σοβαρά δείγματα ενός προσωπικού τρόπου αντίληψης της σύνθεσης και της τραγουδοποιίας. Όπως είχα σημειώσει και για ένα προηγούμενο άλμπουμ του, το «Κενοί Χώροι» [Inner Ear, 2013]:
«Εκείνο που δεν είναι προφανές στους “κενούς χώρους” είναι η τραγουδοποιητική έκφραση του Κτίρια τη Νύχτα – βασικά ο τύπος του ανατρεπτικού άσματος, που όταν δεν ενοργανώνεται έχοντας ως βάση τα γνωστά κιθαριστικά-ποπ διδάγματα, αντλεί από ένα άναρχο, προσωπικό εκφραστικό οπλοστάσιο. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία, αλλά ακούγοντας το συγκεκριμένο long play ανακάλεσα στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, κάτι από την “τρέλα” ορισμένων καλλιτεχνών της περίφημης ESP Disk – του πειραματιστή Alan Sondheim φερ’ ειπείν, ή του singer-songwriter Mij. Ο Κτίρια τη Νύχτα συνδυάζει και τα δύο (ή και τους δύο), αν και νομίζω πως η δύναμή του εντοπίζεται κυρίως στο τραγούδι (κι εκεί αξίζει να εμβαθύνει). Στο λόγο δηλαδή που, στην περίπτωσή του, έχει λόγο να λέγεται».
Να τo λοιπόν το άλμπουμ, με λόγο που έχει λόγο να λέγεται, δύο χρόνια αργότερα. Ένα άλμπουμ «φτιάξτο μόνος σου», περιέχον 22 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, για τη μουσική επένδυση των οποίων… «χρησιμοποιήθηκε μόνο κλασική ή ακουστική κιθάρα, παιγμένη με διάφορες τεχνοτροπίες και ηχογραφημένη με πλήθος διαφορετικών τεχνικών». Το άλμπουμ που τιτλοφορείται απλώς «ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ» [Tenant Records, 2015], κυκλοφορεί σε 70 μόλις αριθμημένα CD-αντίτυπα, ενώ προσφέρεται και για digital downloading.(...)

Το όλον εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57150

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

HARRY ALLEN and FRIENDS πιστοί παραδοσιάρχες

Η λεγόμενη «επιστροφή στις ρίζες» για τον τενόρο σαξοφωνίστα Harry Allen λειτουργεί με εποικοδομητικό τρόπο. Ο άνθρωπος είναι παραδοσιακός, τι να κάνουμε τώρα; Και είναι παραδοσιακός όχι μόνο γιατί διασκευάζει στο For George, Cole and Duke [Blue Heron, 2015], την ισχυρή βάση της αμερικανικής τραγουδοποιίας και ορχήστρας (George Gershwin, Cole Porter και Duke Ellington δηλαδή), αλλά και γιατί το παίξιμό του, ο ήχος του, το φύσημά του παραπέμπει στους αρχέτυπους τενορίστες του αμερικανικού songbook, τον Coleman Hawkins και τον Ben Webster. Έτσι, η αύρα των προπολεμικών και των πρώτων μεταπολεμικών ηχογραφήσεων είναι παρούσα στο “For George, Cole and Duke”, ένα άλμπουμ που μεγαλύνεται από την παρουσία όλων ανεξαιρέτως των μουσικών, οι οποίοι ανταποκρίνονται ψυχή τε και σώματι στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εγγραφής. Ποιοι είναι αυτοί; Πέραν του Harry Allen, η ισραηλινή πιανίστα Ehud Asherie, η μπασίστα και τραγουδίστρια Nicki Parrott (έχει παίξει με Michel Legrand, Randy Brecker, Jose Feliciano κ.ά.), ο ντράμερ Chuck Redd (με συμμετοχές σε περισσότερες από 75 ηχογραφήσεις) και ακόμη, ως special guest, ο περκασιονίστας “Little JohnnyRivero (σε τρία tracks).
Το ρεπερτόριο είναι όπως αντιλαμβάνεστε… το κλασικό. Από πλευράς Gershwin διασκευάζονται τα “How long has this been going on?”, “Shall we dance?”, “By Strauss”, “They all laughed” και “Who cares? (So long as you care for me)”, από Porter τα “Always true to you in my own fashion”, “Silk stockings”, “I love you Samantha” και “Love for sale”, ενώ από Duke ακούμε τα “In a mellow tone”, “Happy reunion”, “Purple gazelle (Angelica)” και “Mood indigo”.
Φαίνεται λοιπόν πως ο Harry Allen την ψάχνει πολύ με το συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Δεν μένει μόνο στα προφανή και πιο γνωστά θέματα των τριών συνθετών, αλλά πάει και παραπέρα, δίνοντας ακόμη και για ορισμένα πασίγνωστα ευφάνταστες ενορχηστρώσεις – και αναφέρομαι, κατά κύριο λόγο, στο “Love for sale” που αποτελεί μία έξοχη latin-jazz version (η συμμετοχή του Rivero, εδώ, είναι κάτι παραπάνω από αποφασιστική). Επίσης έξοχο είναι και μία όχι τόσο γνωστή σύνθεση του Duke Ellington, το “Purple gazelle” από το “Afro-Bossa” [Reprise, 1963], που και αυτό μετατρέπεται σ’ ένα πύρινο latin-jazz track. Αξίζει, τέλος, να επισημάνω την φωνητική παρουσία τής Nicki Parrott, η οποία ηχεί τέλεια σε μπαλάντες όπως η “How long has this been going on?” (τραγούδι καθαγιασμένο από τις Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan, ενώ το έχει πει και ο Van Morrison ανάμεσα σε πολλούς άλλους).

ρε άι στο διάολο…

Τι θα γίνει μ’ αυτή την ιστορία με τα eurogroup, τα euroworkinggroup, τις συνόδουςκορυφής και όλη την υπόλοιπη βρυξελιώτικη δημοσιοϋπαλληλία; Θα τελειώνουμε μ’ αυτή την ιστορία άμεσα, ή όχι; Θα σταματήσει να μας γυρίζουν τ’ άντερα οι αντιπαθητικοί χαρτογιακάδες, ή θα το πάμε «έτσι» εμπλοκή; Γιατί παρατράβηξε το πράγμα πέντε χρόνια τώρα. Μας πρήξανε τ’ @ρχίδι@... Ας γίνει λοιπόν αυτό που πρέπει να γίνει, για να πάει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ένα δημοψήφισμα στη μόνη ρεαλιστική και ουσιώδη βάση του, ή εν πάση περιπτώσει εκλογές με το δίλημμα «ευρώ ή όχι ευρώ». Τόσο καθαρό.

Κυρίες και κύριοι «μέσα στο ευρώ» με μειώσεις συντάξεων 30/40%, 100 χιλιάδες δημoσίους υπαλλήλους έξω απ’ την παράγκα, ανεξέλεγκτες απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, βασικούς μισθούς της πλάκας, ξεπούλημα των πάντων κ.λπ., κ.λπ., μια ζωή Βουλγαρίας να πούμε ή περίπου, ή «έξω από το ευρώ» και… αχαρτογράφητα ύδατα; Γιατί είναι αχαρτογράφητα τα ύδατα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι σκέτο χάσιμο χρόνου. Πρέπει να βρεθεί η δύναμη, ώστε να τεθεί το ερώτημα στον κόσμο. Και να τεθεί στην πιο σκληρή εκδοχή του, για να λυθεί άπαξ δια παντός (ας το ελπίσουμε). Και ο κόσμος να πει, να μιλήσει… με την πεποίθηση πως το νικητήριο ποσοστό δεν θα είναι 50%+1 – καθότι, τότε, ένας νέος εθνικός διχασμός δύσκολα θα αποφευχθεί.

Αυτό είναι το δίλημμα που πρέπει να θέσει, άμεσα, αλλά με σωστή προετοιμασία, η κυβέρνηση στην κοινωνία. Και αν η κοινωνία πει «μέσα», τότε να πράξουμε όλα τα προηγούμενα με τη μία, γιατί κάθε έξι μήνες και κάθε ένα χρόνο δεν γίνεται να ξαναβλέπουμε το ίδιο έργο. Βαρεθήκαμε. Άι σιχτίρ… Και αν η κοινωνία πει «έξω, νισάφι πια…» να ανασκουμπωθούμε για να δούμε πώς θα τη βγάλουμε…

Δεν υπάρχει χρόνος για τίποτ’ άλλο.

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

ο σπουδαίος ΤΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ στην «άλλη ζωή»

Πέθανε χθες στα 69 του ο Τάκης Αντωνιάδης – ο τραγουδιστής των Sounds, για όσους δεν προσανατολίστηκαν αμέσως. Δεν είχα την ευκαιρία να το γράψω πολλές φορές, αλλά δηλώνω, και θα δηλώνω πάντα, fan του. Μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή του, μ’ αυτό το απίθανο ελαφρό falsetto της, μοιάζοντας πολλές φορές ιδανική για απαιτητικά τραγούδια. Έχω τη γνώμη πως ο Τάκης Αντωνιάδης θα μπορούσε να ερμηνεύσει π.χ. θαυμάσια τα blues. Το έπραξε, τόσο νωρίς στην καριέρα του εξάλλου (1967), ως μπροστάρης των Sounds, αποδίδοντας το “Stormy Monday” του T-Bone Walker. Και τούτο είναι μια πρωτιά, που έχει τη δική της σημασία στην ιστορία του… ελληνικού blues.
Φυσικά με το συγκρότημα ο Τάκης Αντωνιάδης τραγούδησε τα πάντα, όπως λέμε. Και pop και soul και ιταλικό τραγούδι και... ψυχεδελικό ροκ (με ελληνικό και αγγλικό στίχο, αλλά κυρίως με ελληνικό), κλείνοντας την καριέρα του (με τους Sounds εννοώ) με το φοβερό «Παράξενο ταξείδι», ένα κορυφαίο άσμα του παντοτινού δικού μας ροκ. Μπορείτε, εδώ, να θυμηθείτε τη σχετική ανάρτηση http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/the-sounds-strange-trip.html.
Ο Τάκης Αντωνιάδης (από το δικό του facebook)
Τα χρόνια κύλησαν (είμαστε στα mid-seventies πια), τα συγκροτήματα έχουν αποχωρήσει από το προσκήνιο, με τον Τάκη Αντωνιάδη να παραμένει πάντα πιστός στην pop που αγάπησε, αποδίδοντας με το δικό του τρόπο νεότερα κομμάτια, όπως ας πούμε το ανεπανάληπτο “Et si tu n'existais pas” (Joe Dassin), με το οποίο μεγάλωσα – και το οποίο με συγκινεί ακόμη είτε το ακούω από τον Dassin, είτε από τον Αντωνιάδη…
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, party on the rocks, τα χρόνια της σιωπής, spaghetti… αλλά ελληνικά και άλλα διάφορα έφεραν τη γλυκιά φωνή τού Τάκη Αντωνιάδη μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια, με τον ίδιο να μην εγκαταλείπει το μικρόφωνο, τραγουδώντας σε μπαρ, ρεστοράν και ξενοδοχεία, όπου η pop μπορούσε να ευδοκιμήσει… κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ένας μεγάλος, λοιπόν έλληνας ποπίστας δεν είναι πια μαζί μας… Δύο τραγούδια, εις μνήμην…

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

SOCIAL END PRODUCTS νέο single

Μετά από ένα 45άρι (το “Ego Trip” του 2011) κι ένα LP (το “Nutre Tu Cabeza” του 2013) οι Έλληνες Social End Products επανέρχονται στη δισκογραφία μένα δεύτερο δισκάκι (“Feels much better on the other side/ Utopia”) κομμένο αυτή τη φορά σε 300 αντίτυπα από την G.O.D. Records.
Με πεπειραμένους παίκτες (Stathis φωνή, ντραμς, Manos κιθάρα, φωνητικά, Themos μπάσο, φωνητικά, Sara D. Satan κιθάρες, Myrto φλάουτο, πλήκτρα, Dimitris κιθάρες, Bill Hunchback σιτάρ), μέλη οι περισσότεροι παλαιότερων συγκροτημάτων (The Walking Screams, The Outtasites, The Meanie Geanies, The Inner Mystiques, Les Chrites…), οι Social End Products παρουσιάζονται σ’ αυτήν την κατάθεσή τους περισσότερο «ψυχεδελικοί» από ποτέ – κάτι που, εν πάση περιπτώσει, αποκαλύπτεται αμέσως και από το κακτοειδές εξώφυλλο (όπως και από άλλα τινά).
Το πρώτο κομμάτι είναι αγγλόφωνο κι έχει τίτλο “Feels much better on the other side”. Ξεκινά μ’ ένα μικρό… ταξίμι στο σιτάρ, πριν «σκάσει» το ρυθμικό τμήμα (κιθάρες, μπάσο, ντραμς) μαζί με το φλάουτο και τη φωνή – που μένει κάπως «πίσω» από τα όργανα, στηρίζοντας πάντως και αυτή το σταθερό λυσεργικό σκηνικό. Με το φλάουτο να πρωταγωνιστεί στο ορχηστρικό μέρος της σύνθεσης, φτιάχνοντας ωραία μελωδικά «τείχη» (μαζί και με τα «από κάτω» πλήκτρα), το τραγούδι αυτό είναι «ήσυχο» και «αθόρυβο», μέσα στη γενικότερη «τριπαριστή» αντίληψη.
Το track της δεύτερης πλευράς έχει τίτλο “Utopia” και είναι τραγουδισμένο στη γλώσσα μας. Ακούγοντάς το, δε, έρχονται στη μνήμη μου αμέσως κάποια ελληνικά ροκ συγκροτήματα από τις αρχές του ’70 (ας πούμε οι Daltons ή οι Jaguars). Όπως κι αν έχει η «Ουτοπία» είναι ένα ενδιαφέρον track, με επίσης early 70s στίχους, και ακόμη με σεμνά παιξίματα σε κιθάρες και πλήκτρα, που προσφέρουν (στο κομμάτι) την πρέπουσα ατμόσφαιρα.
Αν κάτι έχω να παρατηρήσω, τούτο είναι το εξής. Οι Social End Products πρέπει, φρονώ, να τονώσουν τα φωνητικά τους. Σωστά χρησιμοποιούν τα backing vocals, αλλά και τα lead πρέπει να δυναμώσουν και ν’ ανεβούν πιο πάνω. Θα κερδίσουν απ’ αυτό – ιδίως αν επιμείνουν στο μέλλον στον ελληνικό στίχο. Πολύ ωραίο το front cover.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ο ΣΑΚΗΣ ΡΟΥΒΑΣ θα τραγουδήσει «Άξιον Εστί»

Δεν ξέρω αν ο συμπαθής Σάκης Ρουβάς τραβάει το σκοινί, όμως, εδώ, νομίζω πως θα «χάσει». Αν κέρδισε, όταν αποφάσισε να βγει στο πανί, αν ξανακέρδισε (όπως υποστήριξαν κάποιοι δηλαδή) όταν βρέθηκε στην Επίδαυρο για τις Βάκχες, τώρα είναι απέναντι σε κάτι εντελώς προκλητικό. Σ’ ένα εμπόδιο που δύσκολα θα το υπερβεί, ακόμη κι αν θυμηθεί εκείνη την παλιά του τέχνη… το άλμα επί κοντώ. Εδώ και η προπόνηση θα είναι επί ματαίω…
Ο αγαπητός ποπ σταρ είναι ηλίου φαεινότερο πως αρέσκεται να δοκιμάζει «πράγματα». Και τούτο, κι εκείνο, και τ’ άλλο, γιατί όχι και το παράλλο… Όλα μπορεί να υποταχθούν στη θέληση και τη διάθεσή του, καθώς οραματίζεται  το επαγγελματικό του μέλλον.
Το «πανί», στην Ελλάδα της κρίσης πια, δεν μπορεί να αναδείξει βεντέτες τύπου Ανδρέα Μπάρκουλη να πούμε, ή έστω Άλκη Γιαννακά (υπάρχει και η… ηρωική TV φυσικά, αλλά κι εκεί όλο τα μετράνε κι όλο μισά τα βρίσκουν). Ούτε η Επίδαυρος είναι κάτι που γίνεται κάθε-μέρα. Έπαιξες, κέρδισες ή έχασες, πας στην άκρη. Έχουν σειρά και άλλοι…
Οπότε τι; Μένουμε στο τραγούδι, εκείνο που εν πάση περιπτώσει γνωρίζουμε καλύτερα απ’ ό,τι άλλο, και ανοίγουμε τη βεντάλια… Λαϊκό, ελαφρολαϊκό, λαϊκορόκ, εντεχνολαϊκό, ακόμη και λαϊκό ορατόριο… Το μπουζούκι να είναι καλά και θα βρεθεί η άκρη… Κανείς δεν έχασε ποτέ υποτιμώντας τον Έλληνα, όπως είχε γράψει κάποτε και ο Τάσος Φαληρέας…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/apopseis/57016

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

το λιβάδι με τους μαργαρίτες των Παπαδόπουλου και Παττακού

Το 1968, στο Παρίσι, ο Βασίλης Βασιλικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με ευτράπελο περιεχόμενο. Είχε τίτλο Υποθήκες Παπ – Πατ και περιείχε «αποφθέγματα» των Παπαδόπουλου και Παττακού από τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας. Όπως θυμάται και ο ίδιος ο Βασιλικός (vassilikos.toposbooks.gr/afigiseis):
«Κατά το Κόκκινο Βιβλιαράκι του Μάο Τσε Τουνγκ, σκέφτηκα το αντίστοιχο των Παπαδόπουλου και Παττακού. Από τις επίσημες ομιλίες τους, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα “Ελεύθερος Κόσμος” επέλεξα φράσεις-διαμάντια για να γελάσει το πικραμένο χείλι μας. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1968 από το Σύλλογο Ελλήνων Φοιτητών Παρισίων, για την ενίσχυση του συλλόγου τους».
Το βιβλίο μπορεί να κυκλοφορούσε στη ζούλα και στην Ελλάδα, όταν όμως έπεσε η χούντα τυπώθηκε κανονικά από τις εκδόσεις Πλειάς (1974).
Και πάλι ο Βασίλης Βασιλικός από το βιβλίο Γιάννης Δουβίτσας 1943-2003, Αφιέρωμα Μνήμης [Νεφέλη, 2013] με τις θύμησες διαφόρων, τις σχετικές με τον ιστορικό εκδότη της Νεφέλης:
«Με τον Γιάννη (Δουβίτσα) γνωριστήκαμε τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης, όταν μαζί με τον φίλο του Μιχάλη Μεϊμάρη, συνεργαζόταν στον εκδοτικό “Πλειάς”, στον έκτο όροφο του κτιρίου Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου. Εκεί περίμενε μια ατέλειωτη ουρά που έφτανε ως τον τρίτο όροφο για να πάρει το κόκκινο βιβλίο με τις “Υποθήκες Παπ-Πατ” (Παπαδόπουλου-Παττακού), που είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι το 1968 και επανεκδοθεί μόλις έπεσε η χούντα»
Μικρού μεγέθους (και 110 σελίδων) οι Υποθήκες Παπαδόπουλου Πατακού χωρούσαν σε κάθε τσέπη, θυμίζοντας τα αντίστοιχα βιβλιαράκια με ανέκδοτα που τυπώνονταν ανέκαθεν στην Ελλάδα. Στόχος της Πλειάδος ήταν το βιβλίο να βρίσκεται παντού και ανά πάσα ώρα, ώστε να διαβάζεται στο πι και φι – κάτι που συνετέλεσε, βεβαίως, στην εμπορικότητά του.
Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν αλλά οι Υποθήκες Παπ-Πατ δεν ξεχάστηκαν, αφού μετά την Πλειάδα τυπώθηκαν και στον Δωρικό (1982), ενώ κυκλοφορούσαν και μέχρι πριν λίγα χρόνια στην έκδοση του Λιβάνη (1998), μαζί με το Καφενείο “Εμιγκρέκ”.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/Plus/56980

15 διαφορετικά περιοδικά που κυκλοφόρησαν επί δικτατορίας / Οι «άλλες» φωνές στην πολιτική, την Τέχνη και τα γράμματα

Επί δικτατορίας κυκλοφορούσαν δεκάδες περιοδικά, όλων των τύπων και όλων των ειδών. Άλλα βραχύβια, και άλλα… αιώνια, αφού τυπώνονται ακόμη! Ένα τέτοιο είναι το «Ήχος & Hi-Fi», που εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1973 και συνεχίζει να κυκλοφορεί 42 χρόνια αργότερα!
Στην επταετία υπήρξαν, φυσικά, δεκάδες mainstream περιοδικά («Επίκαιρα», «Φαντάζιο», «Ψυχαγωγία», «TV News»…), άλλα που κυκλοφόρησαν, για προφανείς πολιτικούς λόγους, για ελάχιστο διάστημα (όπως το «Αντί» π.χ.), άλλα που υμνούσαν/υποστήριζαν το καθεστώς («Η Νέα Ελλάς της 21ης Απριλίου», «Θέσεις και Ιδέαι»…) και άλλα που ήταν απλώς παράνομα και μοιράζονταν χέρι με χέρι (όπως π.χ. η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», που τότε ανήκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού).
Σκίτσο από το οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους του "αντί", που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1972
Εδώ, θα γίνει λόγος για μερικά… διαφορετικά περιοδικά. Έντυπα που επέλεξαν να παρουσιάσουν έναν ξεχωριστό λόγο σε σχέση με την Τέχνη, την πολιτική, τα γράμματα κ.λπ. Μερικά υπήρξαν θνησιγενή, αλλά είχαν κάπως μακρότερη πορεία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, για ορισμένα, πολιτικής φύσεως έντυπα, οφείλει κανείς να καταδείξει το θάρρος των εκδοτών τους, καθότι –ακόμη και αν είχε καταργηθεί από το φθινόπωρο του ’69 η προληπτική λογοκρισία– χρειάζονταν… ούμπαλα, για να τυπώσεις το 1972 συνέντευξη μελών των Tupamaros (στον Alain Labrousse), σχετική με την ένοπλη πάλη!

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/book/56964

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

MOONJUNE RECORDS νέες κυκλοφορίες I

Πάντα εν δράσει, η MoonJune επιμένει στο prog και fusion, προτείνοντας νέα ενδιαφέροντα άλμπουμ…
MARK WINGFIELD: Proof of Light [MJR071, 2015]
Άγγλος κιθαρίστας είναι ο Mark Wingfield και εγγλέζικο είναι το άλμπουμ του (ηχογραφημένο στο Cranfield), που κυκλοφορεί τώρα από τη νεοϋορκέζικη εταιρεία. “Proof of Light” ο τίτλος του, και ακούγονται σ’ αυτό, εκτός από τον ίδιον, ο Yaron Stavi στο μπάσο και ο Asaf Sirkis στα ντραμς. Κλασικό rock trio λοιπόν, που δεν ροκάρει ακριβώς αλλά… τζαζροκάρει (με ήχους κιθαριστικούς που μπορεί να εκτείνονται από τη… σχολή ECM, τον John Abercrombie ας πούμε, μέχρι τον Jimi Hendrix). Ο Wingfield, εννοώ, έχει εκείνο το μελωδικό χάρισμα της… avant-jazz, αν και ξαφνικά μπορεί να «χαθεί» σε τελείως ψυχεδελικά μονοπάτια (εδώ ακούω το σχεδόν 9λεπτο “Voltaic”, που είναι κατηγορία από μόνο του). Σε γενικές γραμμές πάντως εκείνο που κάνει διακριτό το παίξιμο του Wingfield είναι ο τρόπος του να μελωδεί, δίχως ταυτοχρόνως να παίζει και ακόρντα. Χρησιμοποιεί δηλαδή την κιθάρα του σαν πνευστό ή σαν την φωνή, εκμεταλλευόμενος όλα τα εφφέ και τα λοιπά, την ώρα που τα ακόρντα τα «λαμβάνει» με ηλεκτρονικό τρόπο. Έτσι, έχει το ρυθμικό παίξιμο «έτοιμο», με τον ίδιον απερίσπαστο να μελωδεί, σε fusion, γενικώς, πρότυπα. Πολύ καλή δουλειά κάνουν και οι δύο συμπαραστάτες του, ο Stavi και ο Sirkis. Μουσικάρες αμφότεροι –ο πρώτος έχει παίξει με Robert Wyatt, Phil Manzanera, David Gilmour κ.ά., ενώ ο δεύτερος έχει βρεθεί δίπλα στους John Abercrombie, Larry Coryell και Gilad Atzmon– ξέρουν να υποστηρίζουν και οπωσδήποτε να βαθαίνουν το περιβάλλον εντός του οποίου κινείται ο Wingfield.
YAGULL: Kai [MJR067, 2015]
Όπως είχα γράψει και πέρυσι (6/2/2014)… «Οι Yagull είναι το προσωπικό ‘όχημα’ του Sasha Markovic. Ο γιουγκοσλάβος μουσικός, που μάλλον διαμένει μονίμως στην Νέα Υόρκη, είναι ο βασικός υπεύθυνος του άλμπουμ “Films” [Zoze Music, 2012], ενός ορχηστρικού CD που κινείται σε (ενισχυμένους) ακουστικούς… κινηματογραφικούς, folk και folk-progressive δρόμους». Από πέρυσι μέχρι φέτος μεσολάβησε ένας χρόνος (φυσικά), αλλά κι ένα δεύτερο CD για τους Yagull, αυτή τη φορά στην MoonJune. Εδώ, ο Markovic έχει δίπλα του την πιανίστα Kana Kamitsubo και από κοντά μια ντουζίνα ακόμη μουσικούς σε κρουστά, κιθάρες, μπάσο, βιολί, κλαρινέτο, φυσαρμόνικα, φλάουτο κ.λπ. (ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κιθαρίστες Beledo και Dewa Budjana), οι οποίοι των βοηθούν να περατώσει τις ιδέες του. Τα κομμάτια είναι ορχηστρικά φυσικά, ο ακουστικός να-τον-πούμε ήχος κυριαρχεί, ενώ το κλίμα είναι αυτό-που-λέμε… κινηματογραφικό (και όλοι αντιλαμβανόμαστε τι υπονοεί η λέξη). Υπάρχουν θαυμάσια tracks στο “Kai”, αλλά τα πιο θαυμάσια απ’ αυτά (“Mio”, “Wishing well”) μπορεί φέρνουν στη μνήμη ακόμη και Γιάννη Σπανό… ή René Aubry, ή Ludovico Einaudi. Η αρμονική επεξεργασία τους τα βοηθά, εννοώ, να ακούγονται «στρογγυλά», χαϊδεύοντας, όπως λέμε, τ’ αυτιά, δίχως να ξεπέφτουν όμως στο γλυκερό και το αδιάφορο. Έχει ταλέντο ο Markovic –όπως και η ιαπωνίδα παρτενέρ του βεβαίως, μιας και οι συνθέσεις σχεδόν όλων των κομματιών ανήκουν και στους δύο– πράγμα που θα βοηθήσει τους Yagull να προχωρήσουν (γιατί όχι και να επιβληθούν) σ’ ένα χώρο, που χρειάζεται «νέο αίμα», καθώς οι προηγούμενοι σιγά-σιγά αράζουν…
Επαφή: www.moonjune.com