Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ ένα χέρι… σ’ ένα κλαμπ, μια νύχτα του ’63

(…) Απ’ έξω έγραφε: «Night Club». Από μέσα είχε σκοτάδι. Άναψε τον αναπτήρα –το δώρο τού παιδικού του φίλου– και προχώρησε. Από κάπου ξεπηδούσε μια μουσική από όργανα περίεργα. Η ανάσα του ήταν πολύ κοντά στη φλόγα του αναπτήρα. «Το φως!» «Το φως!» έφτασαν φωνές απ’ όλα τα σημεία του σκοταδιού. «Σβύστε το φως!».
Έσβυσε το φως. Ξανάγινε σιωπή. Η μουσική εξακολουθούσε. Αυτός δεν προχώραγε. Είχε ακόμα την παράξενη αίσθηση της ταβέρνας. Μα δεν υπήρχε πια ρυθμός για να τον κρατήσει με παλαμάκια. Δεν υπήρχε. Γι’ αυτό και τα βήματά του ήταν σπασμωδικά.
«Ντάρλινγκ;» άκουσε μια σιγανή φωνή πλάι του. Έστρεψε. Δεν ξεχώρισε τίποτα. Δεν απάντησε. Ήταν μια αντρική φωνή.
«Γιες ντάρλινγκ» απάντησε μια άλλη φωνή το ίδιο αντρική, το ίδιο γυναικεία σαν την άλλη, δεν ήταν σίγουρος, κι οι δυο οι φωνές είχανε μέσα τους και τις δυο φύσεις. Άρχισε μόλις κάτι να διακρίνει! Πτώματα γύρω του. Όλα πεσμένα στο πάτωμα. Πτώματα που φιλούσαν το ένα τ’ άλλο, που κινιόταν το ένα πάνω στ’ άλλο. Στο βάθος, ένα φως λίγο πιο δυνατό. Τρεις τέσσερις σκιές εκεί. Προχώρησε. Πάτησε κάποιο πόδι. Το βογγητό βγήκε βραχνό, σαν ηδονικός σπασμός, και μια φωνή… και μια φωνή… «Μη σταματάς!... μη σταματάς!...» υπόκωφη. Δε σταμάτησε. Πλησίασε τις τρεις σκιές. Τώρα μ’ αυτόν έγιναν τέσσερις. Τέσσερις σκιές που διεκδικούσαν ένα φως. Κάποιος τονε πλησίασε. «Τι θα πάρετε;» «Λίγο οξυγόνο, είπε, λίγο αέρα!» Εκείνος χαμογέλασε. Έσκυψε, κάτι πήρε, το ’βαλε στο ποτήρι, το ’φερε μπροστά του. «Κατάλαβα» είπε και γυάλισαν τα μάτια του.
Από δεξιά ήρθε η μια σκιά. Η άλλη πλησίασε από τ’ αριστερά. «Μόνος;» είπε η δεξιά σκιά. «Κι εγώ  μ ό ν ο ς  είμαι…» Η άλλη σκιά τον κοίταζε από τ’ αριστερά. Είχε πορφυρά μάτια σαν αίμα. Φορούσε πορφυρό παντελόνι στενό. Στο χέρι ένα ποτήρι. Στα χείλια ένα τσιγάρο. Θα πρέπει να ήταν γυναίκα. Του έστειλε τον καπνό καταπάνω στα πλεμόνια. «Αέρα!» κραύγασε κείνος με απόγνωση. Στράφηκε και ακούμπησε την πλάτη στο κοντουάρ. Ήχοι παράξενοι, άρρυθμοι, ανακατωμένοι με άρρυθμη μουσική σύρθηκαν ως τ’ αυτιά του. Η τρίτη διάσταση τού έφερνε απ’ το βάθος τον ήχο πολλαπλασιασμένο, τον έσπαγε στ’ αυτί του σαν διακριτικό κύμα. Ο αφρός του τον έλουζε κι ένοιωθε να του λείπει το οξυγόνο.
Δεν ξέρει αν ήταν χέρι αυτό που πέρασε απαλά σαν φτερό, εκεί που ένωναν τα δυο του σκέλη… Ήτανε μια γλυκειά αίσθηση, τόσο ανεπαίσθητη, που δεν την εμπόδισε. Την ένοιωθε πιο απαλή, πιο σίγουρη ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει… όπως αυτός πριν επάνω στην κολώνα… (…)
Πρόκειται για απόσπασμα από το διήγημα του Φώντα Κονδύλη (1939-2002) “Prélude en désespoir”, που περιέχεται στο βιβλίο του Έξοδος απ’ τη σιωπή [Εκδόσεις Πέτρου Πατσιλινάκου, Αθήνα, Νοέμβριος 1963]

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΝΤΖΟΣ o γύρος του θριάμβου

Ο Δημήτρης Λέντζος δεν είναι… τραγουδιστής, ούτε συνθέτης, αλλά στιχουργός. Και το να υπογράφει ένας στιχουργός (και όχι συνθέτης ή τραγουδιστής) ολάκερο διπλό CD δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Μάλλον θα έλεγα πως είναι κάτι σπάνιο. Συμβαίνει όμως… και συμβαίνει, στην περίπτωσή μας, στο «Γύρο του θριάμβου» [Μετρονόμος, 2015], για έναν στιχουργό που έχει τη δική του ξεχωριστή παρουσία στο ελληνικό τραγούδι την τελευταία 15ετία-20ετία (στίχους του έχουν αποδώσει οι Δημήτρης Μητροπάνος, Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Νίκος Δημητράτος, Παντελής Θαλασσινός και πολλοί άλλοι).
Ο Λέντζος, που είναι γεννημένος το 1960, μπήκε μάλλον αργά στη στιχουργία… και για να το ξεκαθαρίσω από την αρχή, προκειμένου να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Χρησιμοποιώ τη λέξη «στιχουργός» με τον τρόπο που έχει καταδείξει, μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, η δισκογραφία. Στιχουργήματα, θέλω να πω, είναι τα λόγια που γίνονται τραγούδια, καθότι λέμε «γράφω στίχους για τραγούδια» και όχι «γράφω ποιήματα για τραγούδια». Φυσικά, το να γράφει κάποιος στίχους ή να γράφει ποίηση δεν σημαίνει, εκ των προτέρων, πως κάνει κάτι υποδεέστερο στην πρώτη περίπτωση, ή κάτι πολύ σημαντικό στη δεύτερη. Υπάρχουν στίχοι (για τραγούδια) που είναι εν δυνάμει σπουδαία ποιήματα, και βεβαίως ποιήματα που είτε δεν μπορεί να γίνουν τραγούδια, είτε δεν αξίζει να γίνουν τραγούδια… Αυτά τα διευκρινιστικά και προχωράμε…
Στο στίχο του Λέντζου διακρίνω κατ’ αρχάς μια μεγαλοπρεπή ονοματολογία που με παραπέμπει στον Νίκο Γκάτσο (Κλυταιμνήστρα, Φραγκογιαννού, Οθέλος, Φιλισταίους, Σαλώμη, Ελευσίνα, Μεγάλο Σάββατο…), αλλά οι «ομοιότητες» σταματούν εκεί. Περαιτέρω, θα υποστήριζα πως υπάρχουν εμφανείς αναφορές στη στιχουργία του Μάνου Ελευθερίου, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο μέσω του οποίου επικοινωνεί το λαϊκό με τη σκέψη (κάτι όχι εύκολο). Υπάρχει, εννοώ, ένα διανοητικό παιγνίδι στα στιχάκια και τις στροφές του Λέντζου, που καταλήγει κάπου – σ’ ένα συμπέρασμα, σ’ ένα δίδαγμα, όπως λέγαμε παλιά. Ένα δίδαγμα, βεβαίως, που δεν είναι αμέσως και εξ ολοκλήρου προφανές, αλλά κρυμμένο πίσω από προσωπικές διαδρομές, που απαιτούν τη συμμετοχή του ακροατή προκειμένου να αποκρυπτογραφηθούν. Υπό αυτήν την έννοια οι στίχοι του Λέντζου ξεχωρίζουν όσο ελάχιστοι άλλοι στο σύγχρονο έντεχνο τραγούδι… και γιατί αποτελούν συνέχεια μιας σημαντικής παράδοσης.
Λαϊκά τραγούδια λοιπόν, αλλά από την άλλη και κάπως απαιτητικά. Τραγούδια, που ναι μεν, λόγω των μέτρων τους, μπορεί να γίνουν θέσει λαϊκά (γιατί από τη φύση τους είναι), αλλά, από την άλλη μεριά απαιτούν και τις καταλληλότερες των μελοποιήσεων, ώστε να αναδειχθούν τα νοήματα και να μπορεί να αποκρυπτογραφηθούν κατά τη διάρκεια της ακρόασης – δίχως να αναγκάζεσαι να συμβουλεύεσαι, ταυτοχρόνως, το σχετικό ένθετο. Έτσι, σ’ ένα διπλό CD που περιλαμβάνει 23 τραγούδια συνολικώς, είναι λογικό να υπάρχουν όλων των ειδών τα άσματα – και εκείνα που ρέουν αβίαστα και είναι αμέσως κατανοητά, και τα υπόλοιπα που απαιτούν μια πιο επισταμένη ενασχόληση. Υπέρτερα όλων, σε κάθε περίπτωση, είναι εκείνα που αμέσως ξεχωρίζουν, λόγω του πιο ιδανικού δεσίματος, προφανώς, που μπορεί να υπάρξει στην πεντάδα… συνθέτης - στιχουργός - ερμηνευτής - παιξίματα - παραγωγή. Τραγούδια εξαιρετικά το δίχως άλλο, που δείχνουν το εύρος και τη δύναμή τους από την πρώτη κιόλας ακρόαση, αφού καταγράφονται αυτομάτως στο προσωπικό συνειδητό (ελπίζω και στο συλλογικό). Τέτοια είναι, από το πρώτο CD, τα «Η Κλυταιμνήστρα» του Θανάση Γκαϊφύλλια με τη Φωτεινή Βελεσιώτου, «Στη σιωπή λυτρώθηκα» του Μιχάλη Τερζή με τον Βασίλη Λέκκα, «Μικρές επιθυμίες» του Νίκου Πλατύραχου με την Βίκυ Καρατζόγλου και «Στη σκοπιά» με τον Φίλιππο Πλακιά και από το δεύτερο τα «Η άγνωστη η εντολή» του Μιχάλη Νικολούδη με την Μπέττυ Χαρλαύτη (ίσως το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ), «Άσβεστη φωτιά» του Νεοκλή Νεοφυτίδη με την Ηρώ Σαΐα και «Η άλλη πόλη» του Γιώργου Σχοινά με την Ελένη Τσαγκαράκη.
Αυτά τα τραγούδια ξεχώρισα από το 2CD «Ο γύρος του θριάμβου», χωρίς να θέλω να υποτιμήσω, εννοείται, άλλες ερμηνείες ή μελωδίες, που ούτως ή άλλως αφορούν στους στίχους ενός ξεχωριστού ανθρώπου του ελληνικού τραγουδιού των ημερών μας.
Στη  Σιωπή Λυτρώθηκα
Ποιος Θεός, ποιος σκηνοθέτης/ και ποια μοίρα μ’ οδηγεί/ ραγισμένος ο καθρέπτης/ σαν πανάρχαια πληγή.
Σ’ ένα δράμα παίζω χρόνια/ μέσα στη φορμόλη μου/ ή οι ρόλοι είναι πιόνια/ ή τα πιόνια ρόλοι μου.
Υποκλίνομαι στο τέλος/ και πεθαίνω στη σκηνή/ εγώ ήμουν ο Οθέλος/ σε παράσταση φτηνή.
Στο πολύ και στο καθόλου/ στη σιωπή λυτρώθηκα/ μπήκα στο πετσί του ρόλου/ και αποθεώθηκα.
Μες στα μάτια μου τα φώτα/ τρέμουνε τα χείλη μου/ απ’ το τρακ και τον ιδρώτα/ σ’ άλλο έργο οι φίλοι μου.
Μαύρη πέφτει η αυλαία/ στο γυαλί η άχνα μου/ ράβω σαν τον Προμηθέα/ τις βραδιές τα σπλάχνα μου. 
Επαφή: www.metronomos.gr

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

THE CAVE CHILDREN ένα νέο ελληνικό συγκρότημα

Καινούριο ελληνικό συγκρότημα, που πολύ σύντομα βρίσκει δρόμο προς τη δισκογραφία. Στους Cave Children αναφέρομαι που σχηματίστηκαν πρόπερσι και που τώρα έχουν ένα ολάκερο LP, το Quasiland[Inner Ear, 2015], στην κατοχή τους. Το συγκρότημα κινείται σε pop-όχι-κιθαριστικούς δρόμους και αποτελείται από τους Βασίλη Βλαχάκο κιθάρα, φωνή, Ορέστη Μπενέκα πλήκτρα, φωνή, Βασίλη Νιτσάκη μπάσο και Δημήτρη Στεργίου ντραμς (στην ηχογράφηση προστίθενται κι άλλα ονόματα σε τρομπέτα, τρομπόνι, βιολί, τσέλο, βιόλα και ήχους).
Όπως προείπα οι Cave Children είναι ένα ποπ συγκρότημα με αναφορές στον british pop-psych ήχο των sixties, αλλά και στη σχετική αναβίωσή του στα early nineties (Inspiral Carpets, The Charlatans κ.λπ.), ενώ κάποιες λίγες-ελάχιστες φορές ξεφεύγει (ο ήχος τους) προς κάτι πιο βαρύ (τουλάχιστον στα οργανικά μέρη) αγγίζοντας progressive ας τις πούμε κατευθύνσεις (το λέω έχοντας στο νου μου ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του άλμπουμ τους, το “Pelorian” – προτελευταίο στη δεύτερη πλευρά).
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως οι συνθέσεις των Cave Children θέλουν περισσότερη δουλειά, προκειμένου να φθάσουν σ’ ένα κάποιο ύψος, που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Ενώ το όλον πράγμα… παιξίματα, lyrics, φωνές, ενορχηστρώσεις, ηχογράφηση, παραγωγή είναι μια χαρά, ο δίσκος δεν βγάζει, πρώτον, το πολύ μεγάλο κομμάτι που θα ξεχωρίσει και, δεύτερον, τα υπόλοιπα μεγάλα κομμάτια, που θα… συμπαρίστανται στο (προηγούμενο) πρώτο. Οι συνθέσεις, θέλω να πω, εμφανίζονται κάπως άτολμες και σε μια σειρά, χωρίς τις απαιτούμενες εκρήξεις, προσφέροντας βεβαίως μιαν ενότητα στο set, χωρίς από την άλλη να το μπολιάζουν με τα προσδοκόμενα… σεισμικά vibes.
Θα πω κάτι εδώ… Δεν είναι εύκολο να γράψεις κομμάτια στο στυλ… σαν-ψυχεδέλεια. Κι αυτό γιατί η ψυχεδελική μουσική δεν είναι ένα είδος μουσικής, που υπακούει σε κάποια τυπική συνταγή (μερικά πλήκτρα, μερικά εφφέ, τίποτα... ονειρικά φωνητικά), αλλά πολλά και διαφορετικά είδη ταυτοχρόνως, ανακατεμένα με γνώση και φαντασία. Ένα ανακάτεμα ούτως ειπείν, που έπαιρνε αφορμή από κοινωνικά και αισθητικά γεγονότα που άλωναν τα αμερικανικά και βρετανικά sixties.
Στα eighties, ορισμένοι μουσικοί και συγκροτήματα, επιχείρησαν να αναβιώσουν τον ψυχεδελικό ήχο του ’60, σ’ ένα καλλιτεχνικό πάντα επίπεδο, συχνά με σοβαρά αποτελέσματα. Σ’ έναν μικρότερο βαθμό τούτο συνέβη και νωρίς στα nineties – και υπήρχαν λόγοι, που κατέστησαν τις συγκεκριμένες αναβιώσεις επιτυχείς. Οι λόγοι αυτοί δεν συντρέχουν τώρα. Οι νέοι μουσικοί –και δεν αναφέρομαι στους Cave Children σώνει και καλά, αλλά στη σύγχρονη «ψυχεδελική» σκηνή– δεν έχουν χωνέψει τα παλιά ακούσματα. Υπάρχει μια επιδερμική προσέγγιση, που μπορεί να έχει αξία (την όποια αξία) επειδή είναι σημερινή, αλλά συγκρινόμενη μ’ εκείνη των early 90s και των mid 80s είναι πολύ κατώτερη. Μπορεί να υπάρχει αυτή η multilayered κατεύθυνση, αλλά είναι πολύ σοφιστικέ, για να μην πω ανέμπνευστη (όντας μέσα στα πλαίσια του indie), ώστε να συγκινήσει τα απαιτητικά psych πλήθη.
Βλέπεις… υπάρχει μια τρομερή επιμέλεια σε πολλά ας τα πω «δευτερεύοντα» στοιχεία, αλλά το πρωτεύον, που είναι η σύνθεση, δεν μπορεί να κουκουλωθεί. Θα βγαίνει πάντα στον αφρό, και όχι απλώς θα βγαίνει στον αφρό, αλλά θα είναι κι εκείνο που θα καθορίζει ή όχι το μεγάλο «ναι». Και το λέω τούτο, το ξαναλέω θέλω να πω, έχοντας στο νου μου τους Tame Impala, τους Crystal Antlers ή την Unknown Mortal Orchestra και όχι τους Cave Children – που εν τω μεταξύ προτείνουν κι ένα τραγούδι στο “Quasiland”, το “Pillowfingers”, που θα το ζήλευαν όλοι οι προηγούμενοι.
Επαφή: www.inner-ear.gr

TERELL STAFFORD για τον Lee Morgan

Ένα tribute στον μεγάλο τρομπετίστα του hard bop Lee Morgan (1938-1972) από έναν σημαντικό σύγχρονο συνάδελφό του, που βαδίζει, ή θέλει να βαδίσει στα χνάρια του. Αναφερόμαστε στον Terell Stafford (που έχει κι αυτός τη Φιλαδέλφεια για σπίτι του, όπως την είχε και ο Morgan – παρότι ο Stafford δεν είναι γεννημένος εκεί) και στο CD του “BrotherLee Love/ Celebrating Lee Morgan” [CAPRI, 2015], που περιλαμβάνει επτά συνθέσεις του Morgan, ένα παλιό στάνταρντ του Alex Kramer (“Candy”) κι ένα original (του Stafford). Ας ξεκινήσουμε απ’ αυτό, που είναι και το πιο μακρύ στο χρόνο track, αφού ξεπερνά τα 12 λεπτά.
Αν και κατά βάση πρόκειται για blues, το “Favor” δεν ξεκινά σαν ένας φόρος τιμής στον Morgan – παρότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως εξελίσσεται σε τέτοιο κοντά στη μέση ή περί το τέλος του. Σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε μ’ ένα φοβερό σουινγκάτο και soulful track, που αποτυπώνει τις συνθετικές ικανότητες του Stafford. Από ’κει και πέρα κυριαρχούν, όπως είπαμε, τα κομμάτια του Lee Morgan, που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές φάσεις της πολυκύμαντης καριέρας του. Για παράδειγμα το “Hocus-Pocus” από το “The Sidewinder” [Blue Note, 1964], που αντιμετωπίζεται μ’ έναν… εύθυμο και χαρούμενο τρόπο (κοντά στο πνεύμα δηλαδή του πρωτοτύπου), ή το “Mr. Kenyatta” από το “Search for the New Land” [Blue Note, 1964] ένα από τα πιο συναρπαστικά tracks του Morgan, το οποίον ο Stafford το… πολλαπλασιάζει, έχοντας δίπλα του τον σαξοφωνίστα Tim Warfield σε ρόλο ισοϋψή, αλλά και τον πιανίστα Bruce Barth να «γεμίζει» με απαράμιλλο swinging. Έξοχο τραγούδι – όπως λένε και οι Αμερικάνοι. Μα και το “Petty Larceny” από το άλμπουμ “The Freedom Rider” [Blue Note, 1962], όταν ο Lee Morgan βρισκόταν στους Jazz Messengers του Art Blakey, είναι ένα κομμάτι κλασικό, κάτι σαν ένας ακόμη ορισμός του hard bop, όπως και το λιγότερο γνωστό “Stop start” εξάλλου (από το LP “The Procrastinator” που κυκλοφόρησε μετά θάνατον), που είναι ένα άπιαστο up-tempo, με φοβερή δουλειά από το rhythm section (Peter Washington μπάσο, Dana Hall ντραμς) και με τους Stafford, Warfield και Barth να τα χώνουν αγρίως.
Σε γενικές γραμμές το “BrotherLee Love” θα έλεγα πως είναι πολύ κοντά, δηλαδή επάνω, σε ό,τι θα ανέμενε ο καθείς από ένα tribute στον Lee Morgan. Φλογερό και αεικίνητο, φανερώνει όχι μόνον τα δεξιοτεχνικά προσόντα του Terell Stafford, αλλά και τον τρόπο που «δουλεύει» η jazz στα σώματα και τις ψυχές των σημερινών παικτών. Είναι η παράδοσή τους. Είναι κάτι «δικό τους». 

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 90 ΧΡΟΝΙΑ – κι άλλα κείμενα στο Δισκορυχείον

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ μουσική για τις μάζες, 18 λιανοτράγουδα κτλ. (17/11/2014)

GAIL HOLST – ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (30/6/2014)

OLIVER NELSON – ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ και λίγο Χατζιδάκις… (1/6/2013)

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ musik und politik (2/10/2011)

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ 90 ΧΡΟΝΙΑ – η ιστορία του “Canto General”

Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε την 29η Ιουλίου 1925 στη Χίο. Σήμερα, δηλαδή, γίνεται 90 ετών. Με την αφορμή των γενεθλίων επιχειρούμε μιαν αναδρομή σ’ ένα από τα πιο σημαντικά και πιο αγαπημένα παγκοσμίως έργα του – το μεγαλόπνοο, πατριωτικό, αλλά και λυρικό συνάμα “Canto General” σε ποίηση Pablo Neruda.
Πώς ο Θεοδωράκης αποφάσισε να καταπιαστεί με τη μελοποίηση του “Canto General”; Γράφει η Gail Holst στο βιβλίο της «Μίκης Θεοδωράκης/ μύθος και πολιτική στη σύγχρονη ελληνική μουσική» [Ανδρομέδα 1980 και Μετρονόμος 2014]:
«Ο Θεοδωράκης δούλεψε για πολύ καιρό την τελική μορφή του “Canto General”. Τον Γενάρη του 1971 (σ.σ. πρόκειται για το 1972) είχε προσκληθεί από τον Αλλιέντε και τον Νερούντα στη Χιλή και άκουσε μελοποιήσεις των ποιημάτων τού “Canto General” από διάφορους χιλιανούς συνθέτες. Αποφάσισε να μελοποιήσει ο ίδιος μερικά ποιήματα ως ένδειξη συμπάθειας και φιλίας με τον χιλιανό λαό και γιατί ένοιωθε πολιτιστικά κοντά τους».
Αποσπάσματα του “Canto General” είναι αλήθεια πως έχουν μελοποιηθεί από διάφορα χιλιανά συγκροτήματα του folk και folk-rock. Από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το έργο πρέπει να ήταν οι Aparcoa (Julio Alegría, Felipe Canales, Miguel Córdova, Jaime Miqueles), ένα από τα καλύτερα γκρουπ του chilean folk. Μία πρώτη μελοποίηση παρουσιάστηκε την 5/12/1970 στο Teatro Municipal του Σαντιάγο (με αφορμή και τα παρατεταμένα επινίκια της εκλογικής επιτυχίας του Allende τον προηγούμενο Σεπτέμβρη), παρουσία του ιδίου του Neruda, και με αφηγητή τον ηθοποιό Mario Lorca, ενώ ο στούντιο δίσκος πρέπει να τυπώθηκε την επόμενη χρονιά από την Philips.
Στην εφημερίδα «Τα Νέα» (Σαββατοκύριακο 14-15 Ιουλίου 2012), στο ένθετο «Νσυν» λέει ο Μίκης Θεοδωράκης:
«Mια μέρα (το 1972) βρέθηκα στο Βαλπαραΐσο, όπου ταξίδεψα για ν’ ακούσω τη σύνθεση δύο χιλιανών συνθετών, βασισμένη στο ‘Canto General’. Στα παρασκήνια, όπου πήγα για να συγχαρώ τους συντελεστές της συναυλίας, δεν ξέρω πώς μου ήρθε να πω ’θα γράψω κι εγώ μουσική πάνω σ’ αυτό το ποίημα και θα ’ρθω να το διευθύνω εδώ».
Στο χιλιανό site oocities.org/transiente/aparcoa.htm οι ίδιοι Aparcoa σημειώνουν:
«Το έργο εμφανίστηκε επίσης στο Βαλπαραΐσο, όπου ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν παρών. Aργότερα σε μια συνέντευξή του τον Απρίλη του 1993 μάς υπενθυμίζει αυτό το γεγονός με τ’ ακόλουθα λόγια: “Μετά τη συναυλία στο Βαλπαραΐσο πήγα να συγχαρώ τους μουσικούς στο καμαρίνι τους. Δεν καταλαβαίνω σχεδόν καθόλου ισπανικά, αλλά ο αφηγητής του κειμένου τού Νερούδα με γοήτευσε... Αυτή ήταν η αρχική έμπνευση για μένα. Έτσι, πήγα στους συναδέλφους μου και τους είπα πως έχω ήδη αποφασίσει να γράψω τη δική μου εκδοχή για το Canto General”».
Η αρχή, λοιπόν, για το ελληνικό “Canto General” ήταν οι Aparcoa και ο Mario Lorca, ενώ στο γενικότερο λατινοαμερικανικό επαναστατικό κλίμα συνέβαλε οπωσδήποτε και το soundtrack από την ταινία “État de siege” (Κατάσταση Πολιορκίας) του Κώστα Γαβρά, με τους (Los) Calchakis, το οποίο ο Θεοδωράκης συνέθετε σχεδόν ταυτοχρόνως με το “Canto General” προς το τέλος του 1972, στο Παρίσι. Εξάλλου, διάφορα θέματα από την «Κατάσταση Πολιορκίας» ακούστηκαν επεξεργασμένα και στο “Canto General”, όπως το “Pueblo en lucha”, το “Tupamaros”, ή το “America insurrecta”, που ενσωματώθηκαν στο “Los Libertadores”.

Το όλον εδώ… http://www.lifo.gr/team/sansimera/59409

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

ISKRA Σουηδοί… μανούλες στον αυτοσχεδιασμό

Διαβάζω για τους Σουηδούς Iskra από τα μέσα του ’80 – πρώτα από το βρετανικό περιοδικό Impetus (No.10, 1979) και έπειτα από το ελληνικό συν και πλην (#3, Φεβρουάριος 1982). Και τα δύο αυτά έντυπα έπεσαν στα χέρια μου μετά το 1985 (πρώτα το βρετανικό και μετά το ελληνικό), μιαν εποχή που είχα πλημμελείς γνώσεις και ακούσματα γύρω από το free-improv, και που σε κάθε περίπτωση ενδιαφερόμουν να ενισχύσω – ιδίως όταν έβλεπα τους ευρωπαίους αυτοσχεδιαστές να αντιμετωπίζουν αυτού του τύπου τις μουσικές σαν την αριστερή απάντηση απέναντι στο εμπορικό κύκλωμα, που περιελάμβανε ακόμη και μεγάλο μέρος της τζαζ, η οποία εθεωρείτο γενικώς… σκουπίδι. Ήταν άγρια τα πράγματα... 
Κοπερατίβες, κρατικές εταιρείες ακόμη και σε χώρες της Δύσης, πολύ επαναστατική αριστερά και… αριστερίστικη αριστερά, φουλ και επί της ουσίας αντιαμερικανισμός (αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό πνεύμα εννοώ), πλήρης στήριξη των πάσης φύσεως προσφύγων και μειονοτήτων, ανάδειξη των εθνικών μουσικών ως βασικού κυματοθραύστη των πολιτιστικών κατακαθιών τού ιμπεριαλισμού, συνεχής δράση με λόγια και έργα απέναντι σ’ εκείνο που αποκαλούσαμε και εξακολουθούμε να αποκαλούμε «κυρίαρχη κουλτούρα» και τέτοια... Έτσι είχε η κατάσταση...
Η μεγάλη σουηδική σκηνή των seventies (Iskra, Vargavinter, Spjärnsvallet, Archimedes Badkar, Lokomotiv Konkret, Förklädd Gud κ.ά.) διέπρεψε σ’ αυτόν τον τομέα, και πέραν του ιδεολογικού και πολιτικού περιβάλλοντος προσέφερε μια τζαζ πρωτοπόρα και ζωντανή, που εξακολουθεί και σήμερα να συναρπάζει (μέσω των ηχογραφήσεων πια). Διαβάζουμε στο κείμενο του Thomas Millroth «ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός στη Σουηδία» από το περιοδικό συν και πλην:
«Δύο μουσικοί με αντίληψη των πραγμάτων ήταν ο παλιός ντράμερ του μπίμποπ Sune Spångberg (που έπαιζε που και που με τον σπουδαίο σαξοφωνίστα Bernt Rosengren) και ο Jörgen Adolfsson, που εκτός από σαξόφωνο έπαιζε κι ένα σωρό άλλα όργανα. Όχι μόνον καταλάβαιναν που έπρεπε να παίζουν, άλλα άρχισαν να οργανώνουν τους Iskra και να εμφανίζονται σε διάφορα μικρά και αριστερίζοντα θέατρα της Στοκχόλμης και αλλού. Η εξέλιξη της σουηδικής αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής είχε αρχίσει με όλους τους κανόνες αργά και σταθερά και οι τυχόν υπάρχοντες δίσκοι αποτελούν ντοκουμέντο αυτού του γεγονότος, αυτής της έντονης δραστηριοποίησης.(…) Συγκροτήματα όπως οι Iskra ή οι Lokomotiv Konkret δεν παίζουν ελαφρά μουσική, σαν αυτήν που ακούς οδηγώντας ή ξεσκονίζοντας. Αυτή δεν μοιάζει με καμιάν άλλη (π.χ. ροκ-εν-ρολ) που να κολλάει στην καπιταλιστική κοινωνία με την χρηματική, φετιχιστική αντίληψη περί τέχνης και κουλτούρας. Απ’ αυτή την άποψη η αυτοσχεδιαζόμενη μουσική φαίνεται να έχει περισσότερα κοινά με την έντεχνη παράδοση (σ.σ. η μετάφραση μάλλον πάσχει) απ’ ό,τι με τον Gerry Mulligan και την happy jazz κι όλη την υπόλοιπη σαβούρα (σ.σ. ε όχι και «σαβούρα» ο Mulligan ρε φίλε!). Αυτό γίνεται αντιληπτό καθώς ακούει κανείς συγκροτήματα όπως οι Iskra ή οι Archimedes Badkar, όπου μερικά από τα μέλη των Iskra συμμετέχουν κατά καιρούς. Εδώ οι επιδράσεις από τον Terry Riley και τον Steve Reich είναι ανάμικτες με μπίμποπ και εξωευρωπαϊκή μουσική (Αφρική, Ινδία). Τα συγκροτήματα που αναφέραμε πριν λίγο ανήκουν στη μουσική κοοπερατίβα Ett Minne för Livet (Ανάμνηση Ζωής) που παρουσιάζει τζαζ, αυτοσχεδιαζόμενη μουσική, χορό και λαϊκή μουσική, ενώ διαθέτει και μια μικρή εταιρεία δίσκων».
Στο Impetus, επειδή οι άνθρωποι (οι δημοσιογράφοι εννοώ) είχαν και κάποια ουσιαστικότερη σχέση με το rock ήταν λιγότερο αφοριστικοί (και γενικότερα το πράγμα κυλούσε πιο καλά). Ο Neil Sandford κουβεντιάζει με τον σοπρανίστα και βαρυτονίστα των Iskra, τον Allan Olsson, ο οποίος το 1979 ήταν 63 ετών, με τον ντράμερ-περκασιονίστα Sune Spångberg, με τον περκασιονίστα Per Tjernberg (από τους Archimedes Badkar), τον σαξοφωνίστα, κιθαρίστα κλπ. Jörgen Adolfsson, ενώ προσθέτει και τις δικές του απόψεις:
«Οι Iskra βρίσκονται εδώ για το σπάσιμο των φραγμών. Ο Sune και ο Allan, και οι δύο αξιοσέβαστοι τζαζ μουσικοί (σ.σ. ο πρώτος, για παράδειγμα, είχε παίξει με τον Albert Ayler), πειραματίζονταν με νέους τρόπους και φόρμες καιρό πριν από το συγκρότημα. Εξέφρασα την έκπληξή μου γιατί η μπάντα, που αποτελείται μόνο από αυτοσχεδιαστές, είχε διατηρήσει σχεδόν την ίδια line-up από το 1970 μέχρι σήμερα (καθότι μόνο ένας μουσικός είχε αποχωρήσει). Οι περισσότερες αυτοσχεδιαστικές ομάδες, μετά από λίγο διάστημα, φαίνεται πως διαλύονται, αφού τα μέλη τους αναζητούν εξωτερικές εμπνεύσεις, ώστε να προχωρήσουν προς τα μπρος. Για τον Allan Olsson όλα αυτά τα χρόνια, όπως και ολόκληρη η ζωή του εξάλλου, ήταν μια συνεχής διαδικασία μάθησης. Πρώτα υπήρξε η ανάγκη της εξεύρεσης μιας νεότερης γενιάς μουσικών, που θα εκπαιδεύονταν, ώστε να μπορούσαν να καλύψουν κάποια στιγμή εκείνον και τον Sune, ενώ στη συνέχεια ήρθε η διαδικασία τής από κοινού οικοδόμησης του γκρουπ, μέσα από τα πολλά και διαφορετικά καλλιτεχνικά υπόβαθρα».
Ποιος είναι κάτω από την αφίσα του Λένιν; O Allan Olsson.
Για να προσθέσει ο Per Tjernberg, τονίζοντας την σκληρότητα, ορισμένες φορές, των καταστάσεων μέσα στο προοδευτικό κίνημα:
«Σε κάποιο βαθμό οι Iskra και οι Archimedes Badkar έχουν απορριφθεί από τους προοδευτικούς κύκλους, μας θεωρούν κάπως σαν παράξενα, μαστουρωμένα φρικιά. Οι Iskra ποτέ δεν θα μπορούσε να είχαν κάνει δίσκο για τα προοδευτικά labels της εποχής, και ήταν αυτός ένας από τους λόγους που ξεκίνησε η Ett Minne för Livet. Μετά τον δεύτερο δίσκο μας με τους Archimedes Badkar, η εφημερίδα Aftonbladet, στην κριτική που έκανε για το άλμπουμ, τοποθέτησε τη λέξη “flummigt”, “χαλαρό”, “ασαφές” κάτι τέτοιο. Όμως για τους αναγνώστες της εφημερίδας αυτή η λέξη σήμαινε ένα πράγμα: ναρκωτικά. Τώρα, με την Minnet, δεν μετράνε πια οι ορισμοί “τζαζ”, “ροκ”, “προοδευτική μουσική” κτλ., με αποτέλεσμα να έχει ανοίξει και ηλικιακά ο κύκλος των ακροατών μας»
Και λίγο πιο κάτω...
«Υπάρχει, ωστόσο, μιαν εγγενής πολιτική κατάσταση μέσα στους Iskra. Με τη χρήση μη-οργάνων, κατσαρολιών, τηγανιών και άλλων τέτοιων ειδών οικιακής χρήσης, πηγαίνουν κόντρα στην τυπική ακαδημαϊκή παράδοση της δεξιοτεχνίας (ιδίως όταν εμφανίζονται σε ωδεία, όπως συχνά πράττουν), όπως και σ’ εκείνη την αντίληψη που θέλει την τεχνολογία να υπερισχύει της έμπνευσης και της αλήθειας. Όλες αυτές οι διαφημίσεις για τα μουσικά όργανα κλπ. –με τους ABBA τέλος πάντων να χρησιμοποιούν ένα στούντιο όπως βλέπουμε, με το ν’ αγοράζεις ντραμς Ludwig για παράδειγμα, με το να χρειάζεσαι εκατοντάδες βατ– μοιάζουν όλα αυτά σαν έναν μαγικό τρόπο, μέσω του οποίου θα μπορούσες να γίνεις, αυτομάτως, καλύτερος μουσικός. “Αναπτύσσεται δηλαδή μιαν επικίνδυνη ψευδαίσθηση, πως χρειάζεσαι δηλαδή όλα αυτά τα πράγματα για να παίξεις μουσική κι αυτό δεν ισχύει” όπως σημειώνει και ο Jörgen Adolfsson».
Το πρώτο άλμπουμ των Iskra κυκλοφορεί το 1975 από την κρατική σουηδική εταιρεία Caprice [CAP 2006], ήταν διπλό και είχε τίτλο Jazz i Sverige - 75”. Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο το συγκρότημα πήρε το όνομά του από την εφημερίδα με το ίδιο όνομα των ρώσων Σοσιαλιστών-Δημοκρατών, που είχε ιδρυθεί το 1900 από τον Λένιν και τον Πλεχάνωφ (ανάμεσα σε άλλους). Δεν θα μπορούσε να γινόταν κι αλλιώς, με το πρώτο φύλλο τής Искра́ να μετατρέπεται σε... σουηδικό εξώφυλλο.
Η μπάντα είναι πενταμελής και αποτελείται από τους Jörgen Adolfsson σοπράνο, τενόρο, ηλεκτρική κιθάρα, φλάουτο, Tuomo Haapala κοντραμπάσο, κέρατο αγελάδας, μαντολίνο, βιμπράφωνο (αυτός ήταν Φινλανδός), Allan Olsson σοπράνο, βαρύτονο, φλάουτο από μπαμπού, Sune Spångberg κρουστά, Arvid Uggla κοντραμπάσο, τούμπα, μπάντζο. Το υλικό τους, που απλώνεται σε δύο LP, είναι πλήρως χαρακτηριστικό των θεωρητικών, αισθητικών και πολιτικών αντιλήψεών τους, με τους αυτοσχεδιασμούς να αποκτούν μιαν εντελώς πρωτότυπη χροιά δημιουργώντας πρωτόφαντα συγκινησιακά περιβάλλοντα. Το λέω αυτό ακούγοντας, βασικά, το εισαγωγικό “Broman-Erik”, ένα σπάνιας ομορφιάς track, περασμένο στο φλάουτο και με υποχθόνιο background, που λειτουργεί σαν ίσο και «τρελαίνει». Συναρπαστικό το 27λεπτο “Iskra 1900”, που ξεκινάει μέσα από έναν ηλεκτρικό κιθαριστικό ορυμαγδό, με συνεχή γεμίσματα από κρουστά και στιβαρές πνευστές παρεμβάσεις – μία «σύνθεση» που τα έχει όλα στην ανάπτυξή της, κινούμενη ανάμεσα στο improv και την avant. Αναπάντεχη η διασκευή τους στο “Kites” των Simon Dupree and The Big Sound (το παρουσιάζουν με τον τίτλο “Leija” και ως σύνθεση του Richard Evans – ουδεμία σχέση), που φανερώνει την (αναμενόμενη εξάλλου) πληρότητά τους ως οργανοπαίκτες, ενώ κομμάτια όπως τα “Βlodstörtning” (Αιμόπτυση) και “Höglandstorget” συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων στιγμών της swedish jazz, αλλά και του free-improv στην Ευρώπη, στα μέσα των seventies.
Το άλμπουμ θα έκλεινε εμβατηριακά με το παραδοσιακό “Avanti popolo”, έναν κλασικό πια σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό ύμνο… και κάθε ταύτιση με πρόσωπα και καταστάσεις δεν θα ήταν, έκτοτε, ποτέ συμπτωματική…

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

VAULT OF BLOSSOMED ROPES και σε βινύλιο

Τον περασμένο Φλεβάρη είχα γράψει ένα κείμενο για τους Έλληνες Vault of Blossomed Ropes, καταλήγοντας με το εξής… «τάχιστα και σε βινύλιο, αν δεν έχει ήδη συμβεί…». Εκείνη η κριτική είχε γίνει από το άψογο CD-R της Triple Bath που περιείχε έξι κομμάτια, πέντε εκ των οποίων χαράχτηκαν εσχάτως και σε LP (δεν χώρεσε το “Crater 101”). Προσφάτως έφθασε αυτό το βινύλιο στα χέρια μου, κι επειδή πρόκειται για αξιόλογη κυκλοφορία, γνωστοποιώ την ύπαρξή του, επαναλαμβάνοντας την παλαιά κριτική…
Οι Vault of Blossomed Ropes (VoBR) είναι ένα σύγχρονο ελληνικό progressive-ambient-pagan γκρουπ, αποτελούμενο από μουσικούς, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο, με τη δική τους ιστορία στο χώρο. Να τους αναφέρουμε: Γιώργος Βαρουτάς κιθάρες, πιάνο, Άννα Λινάρδου φωνή, λούπες, Νίκος Φωκάς σύνθια, εφφέ, programming, κιθάρες, samples, Στέλιος Ρωμαλιάδης mellotron, φλάουτο, Στρατής Σγουρέλλης μπάσο και Steve Jansen ντραμς, κρουστά, samples (πρώην μέλος των Japan του David Sylvian). Φυσικά, η παρουσία του Jansen δίνει κάποια απ’ ευθείας credits στο γκρουπ, τα οποία μένει, βεβαίως, να… αποδειχθούν με την ακρόαση. Ας πω λοιπόν από την πρώτη κιόλας «ανάγνωση» του άλμπουμ, πως οι VoBR έγραψαν κάτι εξαιρετικό, ικανό να σε συνεπάρει από την αρχή.
Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο “Ordo ab chao” διαρκεί περί τα 8 λεπτά, προβάλλοντας μία πρώτη… φιλοσοφική να την πω κατεύθυνση του γκρουπ, έτσι όπως εκείνη αναδύεται μέσω του ποιήματος «Οι Αθάνατοι» (Οκτάνα) του Ανδρέα Εμπειρίκου (διαβάζει ο ίδιος ο ποιητής από παλαιότερο CD). Το ποίημα:
«Πίσω και γύρω από τους αθανάτους των ερήμων και των περιβολιών, τα θνητά φυτά και οι άνθρωποι ζουν και υπάρχουν. Ο ουρανός είναι απύθμενος και η θάλασσα πανδέγμων. Οι άνθρωποι όπως και τα φυτά ζουν την ζωήν των. Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα φαίνονται αλλοπρόσαλλα, όμως μια πλέον προσεκτική θεώρησις του συνόλου καταδεικνύει στα έκθαμβα μάτια των παρατηρητών ότι παντού υπάρχει μία καταπληκτική συνέπεια, μία δομή, μία αρχιτεκτονική – όχι όμως της επιστήμης, ή της τέχνης μα της φύσεως μη καταλήγουσα εις καμμίαν οριστική μορφήν όπως εις τας λιθοδομάς, ή τα άλλα κτίσματα, μα που αποτελεί την κατά ποικίλα διαστήματα προσωρινήν όψιν μιας αείποτε εξελισσομένης εντελεχείας, μιας αείποτε πολλαπλασιαζομένης διαρθρώσεως και επικοινωνίας, ενός αείποτε τελουμένου μυστηρίου, που άλλοι το ονομάζουν Κόσμον, άλλοι Χάος, ή Αρμονίαν και άλλοι Θεού σοφίαν.
Μέσα εις αυτήν την απέραντον μεγαλοσύνην και τα μικρά και τα παραμικρά έχουν την πλήρη σημασίαν των και την ανυπολόγιστον βαρύτητά των. Και εντός της αδιαπτώτου παρουσίας του αναμφισβητήτου αυτού συνόλου των μικρών και τεραστίων, των ορατών και αοράτων, των λογικών και παραλόγων, οπίσω και γύρω από τους αθανάτους, που φύονται και εις τους κρημνούς και ζουν και εις τας ερήμους, τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς οι άνθρωποι, όλοι μαζί, παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα ακμάζομεν»
.
Το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου που αποτελεί έναν ύμνο προς την αδιάλειπτη και προαιώνια φυσική δημιουργία, αλλά ταυτοχρόνως και μιαν υπενθύμιση της νομοτελειακής θνητότητάς της, εμπνέει τους VoBR στη δημιουργία ενός ακαταμάχητου άλμπουμ, που εξελίσσεται με τη… βραδύτητα και τη σιγουριά του «τελειωμένου». 
Η άκρως εντυπωσιακή συνθετική γραμμή που διαπερνά όλα τα κομμάτια, οι αργοί και «σίγουροι» ρυθμοί που αντανακλούν το μεγαλείο της φυσικής εξέλιξης (χαρακτηριστικό ενός συγκροτήματος, που είναι απαλλαγμένο απ’ οτιδήποτε δεν προσθέτει στο όραμά του), η ενσωμάτωση στο κυρίως ηχητικό σώμα kraut σπαραγμάτων, ambient και healing στοιχείων (προσθέστε ακόμη και το… απαιτητικό native american new age) και γενικώς η βεβαιότητα πως το σημερινό progressive rock (εγχώριο ή αλλοδαπό) δεν μπορεί να είναι κάτι «άλλο» από εκείνο που εμφανίζουν οι Vault of Blossomed Ropes στο 7λεπτο “Celestial Mercury”… όλα τούτα με οδηγούν να συμπεράνω πως στην περίπτωσή τους… μάλλον έχουμε να κάνουμε με THN περίπτωση.
Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και… Ρόρη, σκάσε!